Legislator Case Law & Legislation
1462/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague appeal grounds and lack of specific error description.

Case Number 1462/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against a final appellate judgment from Patras. The appellants argued the lower court erred in its evidence assessment and failed to provide sufficient reasoning, but the Supreme Court found their grounds for appeal vague and indeterminate. Consequently, the Court ruled that the appeal document was invalid because it did not clearly specify the legal errors or factual inaccuracies required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11)(c), 520(1), 118-120 of the Code of Civil Procedure; An appeal must contain specific and determinate grounds alleging legal or factual errors, otherwise it is inadmissible or void.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds evidence assessment reasoning requirements Code of Civil Procedure legal error factual error

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 520(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 118-120 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1462 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1462/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Νταφούλη και Μαρία Σωτηροπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρατζογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 9-10-1982 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης β) την από 25-11-1982 προσεπίκληση του Χ2 (ήδη 2ου αναιρεσείοντος), γ) την 1-2-1983 πρόσθετη παρέμβαση του Χ1 (ήδη 1ου αναιρεσείοντος), δ) την από 1-2-1997 ανακοίνωση δίκης του Χ1 και Χ2 (ήδη 1ου και 2ου αναιρεσειόντων) και ε) την από 11-2-1997 πρόσθετη παρέμβαση του Χ3 (ήδη 3ου αναιρεσείοντος) που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/1983 προδικαστική, 40/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2003, 482/2006 προδικαστικές, 1299/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 2-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "την από ....

τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ..... και όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται". Από την ως άνω βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τόσο την ως άνω τεχνική έκθεση, την οποία ειδικώς μνημονεύει και αξιολογεί χωριστά, όσο και τις εξειδικευόμενες στο αναιρετήριο αεροφωτογραφίες και φωτογραφίες, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσείων, παρόλο που δεν τις μνημονεύει ειδικώς και δεν τις αξιολογεί χωριστά.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, i) την από ....

έκθεση φωτοερμηνείας της τοπογράφου - μηχανικού .... και 2) την από .... τεχνική έκθεση και το συνημμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ....., που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού επιτρέπεται στην κατ' έφεση δίκη να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων (άρθρο 529 § 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, ο ίδιος, κατά το τρίτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11 παρ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της λήψης υπόψη των υπ' αριθ. .. και .... εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το δικαστήριο ως πραγματογνωμόνων πολιτικών μηχανικών ....

και ....., μολονότι αυτοί δεν συμμορφώθηκαν προς την περί μεταβάσεώς τους στο επίδικο, προς επιτόπια εξέταση και καταμέτρησή του, δικαστική οδηγία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η μη συμμόρφωση των πραγματογνωμόνων προς τις με βάση του άρθρου 379 ΚΠολΔ δοθείσες σ' αυτούς δικαστικές οδηγίες δεν συνεπάγεται ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, ούτε καθιστά αυτήν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, μόνη δε η μη συμμόρφωση των πραγματογνωμόνων σταθμίζεται κατά την συμφώνως με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελεύθερη εκτίμηση της γνωμοδοτήσεώς τους.

II. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Συνεπώς, ο δεύτερος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του νόμου σχετικά με τη δύναμη των προαναφερθεισών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πλήρως το περιεχόμενο των ως άνω εκθέσεων, υπό την έννοια ότι απέδωσε σ' αυτές μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατ' άρθρο 387 ΚΠολΔ.

III. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής να προσδιορίζεται δε σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, χωρίς όμως να αναφέρεται κανένα από τα προαναφερθέντα και απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.

IV. Κατά το άρθρο 520 § 1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118 - 120 του ίδιου Κώδικα στοιχεία και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αν ελλείπει σαφής και ορισμένος λόγος εφέσεως, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως.

Συνίστανται δε οι πλημμέλειες της αποφάσεως και σε νομικά πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται, όταν αναφέρεται στο εφετήριο, ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την έφεση της αναιρεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρατίθεται στην αρχή το εσφαλμένο, κατά την εκκαλούσα - αναιρεσίβλητη, πόρισμα της εκκαλούμενης αποφάσεως και ακολούθως πλήττεται η απόφαση αυτή, μεταξύ άλλων, και διότι, από κακή εκτίμηση των αποδείξεων δηλαδή των εν γένει, εγγράφων, των μαρτυρικών καταθέσεων και της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, έκρινε ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά εντελώς αντίθετα των πράγματι αποδειχθέντων και ήχθη έτσι στην απόρριψη της ένδικης αγωγής της -αναιρεσίβλητης-.

Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι ορισμένος και δεν καθίσταται ασαφής εκ του ότι δεν περιλαμβάνει σε τι έγκειται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι, όπως εκτέθηκε, το εφετείο μετά συνεκτίμηση της υποθέσεως ως συνόλου στην ουσία, θα κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης αποφάσεως.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τον ως άνω λόγο ως ορισμένο και τον εξέτασε, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της έφεσης, ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 14 τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο αντίστοιχη αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-2-2007 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 1299/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ