Supreme Court allows appeal against labor contract termination for non-compliance with written notice and severance payment requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a labor contract termination claim. The plaintiff argued that the employer's oral termination without written notice and severance payment was invalid, yet the lower court rejected the claim based on procedural defects. The court held that the invalidity of such termination is relative to the employee, who may waive the right to challenge it by claiming unpaid wages instead, a waiver the plaintiff implicitly made by not requesting back pay.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2(1), 5(1), 3, 6(1-2) of Law 3198/1955; Article 3 of Law 2112/1920: The invalidity of an employer's termination of an indefinite-term employment contract is relative to the employee, who may waive the right to challenge it by claiming unpaid wages instead.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1462 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1462/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούρμπο.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ράδιο Αθήνα Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γκότση, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3687/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/10/2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 6/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 30-10-2004 αίτηση για αναίρεση της 3687/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 3 και 6 παρ. 1-2 του ν. 3198/1955 και 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη για τους μισθωτούς τους υπαγομένους στην ασφάλιση κατά της ανεργίας πρέπει να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί συγχρόνως η οφειλόμενη αποζημίωση.
Η καταγγελία που έγινε χωρίς την επίδοση εγγράφου συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού, είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας είτε, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης, να ζητήσει την καταβολή της αποζημίωσης. Η ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του μισθωτού, ο οποίος μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα της προσβολής της, σύμφωνα με το άρθρο 156 Α.Κ., με ρητή ή σιωπηρή παραίτηση, η οποία μπορεί να συναχθεί και από εκδηλώσεις ή πράξεις του δικαιούχου που κυρίως έγιναν για άλλο σκοπό μεν, ενέχουν όμως συμπερασματικώς και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, δηλαδή της παραιτήσεως από το πιο πάνω δικαίωμα.
Η σιωπηρή όμως παραίτηση πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει απ' αυτήν, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση και τα ακόλουθα: Με την από 1-12-1988 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη προσέλαβε τον ενάγοντα και τώρα αναιρεσείοντα, ως μουσικό παραγωγό, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο ραδιοφωνικό σταθμό "....", ιδιοκτησίας της πρώτης (αναιρεσίβλητης) έναντι του αναφερομένου μισθού.
Ότι ο αναιρεσείων απασχολήθηκε στην αναιρεσίβλητη από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999 και ότι καθόσον αφορά το αίτημα για επιδίκαση 1.368.227 δραχμών για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, με την αιτιολογία ότι για την εγκυρότητα αυτής δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις αυτής και ειδικότερα ο έγγραφος τύπος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού όπως προεκτέθηκε, η ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του μισθωτού, ο οποίος μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα της προσβολής της με ρητή ή σιωπηρή παραίτηση και να ζητήσει την καταβολή της αποζημίωσης.
Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων μετά την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία έγινε προφορικά και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, ζήτησε την επιδίκαση των αναφερομένων χρηματικών ποσών για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, για άδεια και επίδομα αδείας και αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από την εργοδότρια, χωρίς να ζητήσει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της, παραιτούμενος έτσι σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης.
Η αιτιολογία, επίσης, της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αίτημα του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω απολύσεως, είναι ανεπαρκής και καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα δεν αναφέρεται το ζήτημα της καταβολής αποζημίωσης συνεπεία της καταγγελίας της συμβάσεως αορίστου χρόνου στην περίπτωση που ο αναιρεσείων δεν ζήτησε την ακύρωση αυτής λόγω μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου της καταγγελίας και της μη καταβολής της αποζημίωσης.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πληττόμενο κεφάλαιο αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί σα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό την 3687/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ