Appeal dismissed; retrial ordered to verify if judgment became final before appeal was filed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court ordered a retrial of the appeal hearing rather than dismissing it immediately. The appellant claimed the appealed judgment was final when filed, but the opposing companies argued the judgment was not yet final regarding the absent first defendant. The court decided a retrial was necessary to verify the exact date the judgment became final and whether the appeal was timely filed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 503, 144 of the Code of Civil Procedure; The court must order a retrial when it is unclear whether a judgment has become final before an appeal is filed, to determine the admissibility of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1461 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1461/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Μ. του Θ, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιδηρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. Τ. Α. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «A. B.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία ...)", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσιαλίκη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και ανέλαβε καθήκοντα διαχειριστή των απαιτήσεων της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 4518/2010 ανακοπή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2041/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ασκήθηκαν οι από 26-9-2017 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής από την ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν με την ως άνω ανακοπή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9246/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1421/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. ../10-12-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά.., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 17/11/2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού θεωρηθεί ότι αυτή αντιπροσωπεύεται από την παρασταθείσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την οποία, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, την συνδέει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 486/2022), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β` περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020).
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρ. 553 § 1β` ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης, με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΟλΑΠ 18/2001,ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020,ΑΠ 965/2017). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 486/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1564/2017).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 486/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1260/2019, ΑΠ 1978/2017, ΑΠ 1564/2017), αφού σημειωθεί ότι, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων( ΟλΑΠ 1/2023).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της κατ` αναίρεση δίκης, κατ` άρθρο 573 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Η παρεχόμενη από την παραπάνω διάταξη ευχέρεια περιλαμβάνει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει, πλην άλλων, την προσκομιδή των αναγκαίων για το σχηματισμό της κρίσεώς του εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων που, αν και γίνεται επίκλησή τους, δεν προσκομίστηκαν (ΑΠ 1241/2020, ΑΠ 412/2020, ΑΠ 243/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης εκδόθηκε κατά της αναιρεσείουσας και κατά άλλων φυσικών προσώπων, που δεν είναι διάδικοι, η υπ' αρ. 118/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα και τα φυσικά αυτά πρόσωπα υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην πρώτη αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον έκαστο, το ποσό των 246.210, 87 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με βάση σύμβαση πίστωσης με ανοικτό- αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία σύναψε η πρώτη αναιρεσίβλητη με τρίτο μη διάδικο φυσικό πρόσωπο, υπέρ του οποίου εγγυήθηκε η αναιρεσείουσα.
Κατά της επιδοθείσας σε αυτήν διαταγής πληρωμής η αναιρεσείουσα άσκησε στο ανωτέρω δικαστήριο την από 1/2/2010 ανακοπή της, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους, μετά δε την παραπομπή της ανακοπής με την υπ' αρ. 2041/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η υπ' αρ. 9246/2018 οριστική απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή και τους ασκηθέντες από την αναιρεσείουσα πρόσθετους λόγους.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης την από 5/12/2018 έφεσή της, ενώ στο ίδιο δικαστήριο άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά της αναιρεσείουσας, για λογαριασμό της αλλοδαπής ειδικού σκοπού ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...", με έδρα το Δ.
Ι., η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Α. Τ. Α. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «A. B.", επικαλούμενη ότι αυτή είναι πλέον η διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης και ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της αλλοδαπής αυτής εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία είναι ειδική διάδοχος της στην επίδικη απαίτηση, δυνάμει σύμβασης μεταβίβασης της απαίτησης στην παρεμβαίνουσα εταιρεία, υπέρ και κατά της οποίας θα ισχύσει το δεδικασμένο από την δίκη κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ και ότι ασκεί την παρέμβαση δυνάμει σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης της απαίτησης στην ίδια, οι οποίες συμβάσεις συνάφθηκαν κατά την διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, ζήτησε δε την απόρριψη της έφεσης.
Το ανωτέρω δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ερήμην της εφεσίβλητης-υπερ ής η πρόσθετη παρέμβαση (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) δεχόμενο ότι αυτή έχει κλητευθεί νόμιμα να παραστεί, τόσον ως εφεσίβλητη, όσον και ως υπερ ής η πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς την πρόσθετη παρέμβαση: "Μετά την άσκηση, στις 05-12-2018, της ένδικης έφεσης κατά της εκκαλουμένης, η εφεσίβλητη τράπεζα συνήψε, στις 30-04-2020, με την Αλλοδαπή Εταιρία Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία ...", που εδρεύει στο Δ.
Ι., σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιημένων απαιτήσεών της από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή είχαν καταγγελθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10§14 του Ν. 3156/2003. Αντίγραφο της άνω σύμβασης καταχωρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 10§16 του Ν. 3156/2003, στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000, ήτοι στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου ..., στον τόμο 11 με αριθμό ...
Στη συνέχεια, η ανωτέρω εταιρεία ..." συνήψε με την ήδη παρεμβαίνουσα "A. B. Α.", στις 30-04-2020, σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 10§§14 και 16 του Ν. 3156/2003, με την οποία ανέθεσε στην ήδη παρεμβαίνουσα τη διαχείριση των εν λόγω τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεών της.
Η σύμβαση αυτή διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ..., στον τόμο 11 με αριθμό ... Στις εν λόγω τιτλοποιημένες και μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται και αυτές που απορρέουν από τη με αριθμό ... σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήφθη μεταξύ της εφεσίβλητης τράπεζας και του πιστούχου Γ.
Σ., όπως αυτό προκύπτει από τα δύο αποσπάσματα του Παραρτήματος της από 30 Απριλίου 2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30.04.2020 με αριθμό πρωτοκόλλου ... στον τόμο 11 και αύξοντα αριθμό 109, και συγκεκριμένα στις σελίδες 4432 και 4433 αυτού.
Την πιστή τήρηση της αμέσως ανωτέρω πιστωτικής σύμβασης εγγυήθηκε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, όπως αυτή ομολογεί με την ένδικη ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη. Υπό τα δεδομένα αυτά, η άνω παρέμβαση, που έχει σαφώς...χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 81, 83 ΚΠολΔ) και παρεπόμενα νομιμοποιείται η παρεμβαίνουσα προς άσκηση αυτής, κατά της εκκαλούσας και υπέρ της εφεσίβλητης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2§4 του Ν. 4354/2015, με αποτέλεσμα μεταξύ της εφεσίβλητης, ως κυρίας διαδίκου, και της άνω προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας...και πρέπει η εφεσίβλητη- υπερ ής η πρόσθετη παρέμβαση να δικαστεί ερήμην και στις δύο υποθέσεις εκπροσωπούμενη από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα εταιρεία...".
Ακολούθως, αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση, την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση και όρισε σχετικό παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εφεσίβλητη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκκαλούσα-αναιρεσείουσα, την οποία στρέφει τόσον κατά της εφεσίβλητης, όσον και κατά της αυτοτελώς υπέρ αυτής παρεμβάσας εταιρείας ειδικού σκοπού, για την οποία, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, παραδεκτώς παρίσταται η μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." ("Cepal Hellas"), που εδρεύει στη ...
επί της ... 209-211, με Α.Φ.Μ... και αρ. Γ.Ε.ΜΗ ... νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ' αριθ. 207/1/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των Διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης ...2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ' αριθ. ...
Πράξη, η οποία δια της με ημερομηνία 18.06.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, η οποία συνήφθη δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 περί Τιτλοποίησης Απαιτήσεων, ανέλαβε καθήκοντα διαχειριστή των απαιτήσεων της δεύτερης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ..." ...) και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της ... (καταχώριση στο Δημόσιο Βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον Τόμο 12 και αύξοντα αριθμό ..
της Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων με αριθμό πρωτοκόλλου ..., στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση. Οι ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, όπως προαναφέρθηκε, συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ` άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί εκτείνεται και στις δύο.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από ή στην ερήμην δικασθείσα πρώτη αναιρεσίβλητη, αναγκαίο ομόδικο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και επίσης δεν προκύπτει ούτε και γίνεται επίκληση για το αν η εν λόγω αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω όμως, η παραστάσα χωρίς να καταθέσει προτάσεις αναιρεσείουσα, στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης επικαλείται ότι η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και παραδεκτά γιατί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε (από μη κατονομαζόμενη αναιρεσίβλητη) στην ίδια στις 19/10/2021 και από την ίδια στην πρώτη αναιρεσίβλητη την 1/11/2021, ισχυρισμοί που, αν αληθεύουν, έχουν ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις 17/11/2021, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και παραδεκτά, αφού η απόφαση αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, όταν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, ενόψει του ότι δεν προκύπτει αν κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του δικογράφου της, είχε καταστεί ή όχι τελεσίδικη η προσβαλλόμενη ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης εκδοθείσα απόφαση, μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας από αυτήν, το οποίο αποδεικνύεται είτε με την προσκομιδή αποδεικτικού επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε του επιδοθέντος αντίγραφου αυτής επί του οποίου η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή για το χρόνο της επίδοσης, αλλά και του ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται έγγραφα, που αποδεικνύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε γίνει τελεσίδικη και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά την άσκηση της αναίρεσης, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως ως προς όλους τους διαδίκους, ενόψει της σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τις αναιρεσίβλητες, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα προαναφερόμενα και επικαλούμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα, προκειμένου να προκύψει εάν η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, της από 17/11/2021 αιτήσεως της Χ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1421/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ