Supreme Court dismisses appeal on loan adjustment claim, ruling exchange rate risk is a contractual risk not covered by Article 288. The court rejects the request for judicial intervention based on good faith. The court holds that the appellants assumed the exchange rate risk through their loan contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three borrowers against the Third Instance Court's decision rejecting their claim for loan adjustment under Article 288 of the Civil Code. The borrowers argued that dramatic changes in the Swiss franc to euro exchange rate constituted an extraordinary circumstance warranting judicial intervention, while the bank contended this risk was inherent to the loan contracts. The court ruled that the appellants assumed the exchange rate risk through their agreements and that the requested adjustment violated the principle of good faith by ignoring the bank's legitimate interests.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 and 559 of the Code of Civil Procedure; The court held that a significant change in exchange rates does not constitute an extraordinary circumstance justifying judicial intervention under Article 288 of the Civil Code, as such risks are assumed by the parties through their contractual agreements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1461 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1461/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ο. Ε. με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Π. του Κ., κατοίκου ... και 3) Κ. Π. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μωυσίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 14.6.2016 αγωγή τους ιστορούσαν ότι η πρώτη εξ αυτών, ως πρωτοφειλέτρια και οι λοιποί ως εγγυητές, έλαβαν από την εναγομένη τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει των α) ...
συμβάσεων δανείου, τα ποσά των 498.000 και των 500.460 ελβετικών φράγκων, αντίστοιχα, εκ των οποίων το πρώτο εκταμιεύτηκε στις 23.4.2007 με ισχύουσα ισοτιμία σε ευρώ και ελβετικό φράγκο 1 ευρώ προς 1,6517 ελβετικά φράγκα και το δεύτερο στις 7.12.2007 με ισχύουσα ισοτιμία 1 ευρώ προς 1,6657 ελβετικά φράγκα. Ότι, λόγω και της δραματικής μεταβολής υπέρ του ελβετικού φράγκου της ισοτιμίας μεταξύ του ευρώ και του ελβετικού φράγκου, η πρώτη εξ αυτών έχει καταβάλει μέχρι και τις 6.5.2016, προς εξόφληση του πρώτου δανείου το ποσό των 463.635,12 ευρώ, εξακολουθώντας να οφείλει ποσό 43.771,13 ευρώ, δηλαδή έχει καταβάλει ποσό ύψους 162.127,59 ευρώ επιπλέον του κεφαλαίου των 498.000 ελβετικών φράγκων που έλαβε ή σύμφωνα με την τότε ισοτιμία κεφαλαίου των 301.507,537 ευρώ και με βάση το χρόνο αποπληρωμής του δανείου θα έχει καταβάλει για δάνειο ύψους 301.507,537 ευρώ, ποσό 507.406,25 ευρώ από 6.5.2016 μέχρι την εξόφληση ήτοι πλέον των 200.000 ευρώ από αυτό που δανείστηκε, ενώ προς εξόφληση του δεύτερου δανείου, έχει καταβάλει το ποσό των 420.097 ευρώ, εξακολουθώντας να οφείλει ποσό 81.072,97 ευρώ, δηλαδή έχει καταβάλει ποσό ύψους 119.646,74 ευρώ επιπλέον του κεφαλαίου των 500.460 ελβετικών φράγκων που έλαβε ή σύμφωνα με την τότε ισοτιμία του κεφαλαίου των 300.450,26 ευρώ και με βάση το χρόνο αποπληρωμής του δανείου θα έχει καταβάλει για δάνειο ύψους 300.450,26 ευρώ, ποσό 501.169,97 ευρώ από 6.5.2016 μέχρι την εξόφληση ήτοι πλέον των 200.000 ευρώ από αυτό που δανείστηκε.
Ότι συμφωνήθηκε η εξόφληση των δανείων να πραγματοποιηθεί σε 60 τοκοχρεωλυτικές μηνιαίες δόσεις είτε σε αυτούσιο συνάλλαγμα είτε με το ισάξιο του συναλλάγματος των ελβετικών φράγκων νομίσματος ευρώ, υπολογιζόμενο την ημερομηνία πληρωμής της δόσης με βάση την ισοτιμία του οικείου συναλλάγματος, όπως όριζε το άρθρο 4.2 των δανειακών συμβάσεων, με τις οποίες αφέθηκε αόριστο το ποσό που θα καλούνταν να καταβάλουν.
Ότι ουδέποτε τους εκτέθηκε ο κίνδυνος ανατροπής της ισοτιμίας, ούτε τους εκτέθηκε ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα με εναλλακτικές παραδοχές ως προς την εξέλιξη της οφειλής σε σχέση με την εξέλιξη της ισοτιμίας, αλλά αντίθετα τους παρουσιάστηκαν μόνο τα πλεονεκτήματα των εν λόγω συμβάσεων, όπως το χαμηλό επιτόκιο των δανείων αλλά και η απόλυτη σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, χωρίς καμία αναφορά περί του κινδύνου αλλαγής της ισοτιμίας αλλά και περί λήψης επενδυτικού προϊόντος εκ μέρους τους.
Ότι αν και έχουν προβεί σε συνεχή καταβολή των οφειλόμενων δόσεων των ληφθέντων δανειακών προϊόντων τους, αντί η οφειλή να μειώνεται επαυξάνεται, με τον τρόπο δε αυτό έχει επέλθει σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους σε βάρος τους, καθότι από τις αρχές του 2010 και εντεύθεν η ισοτιμία ευρώ ελβετικού φράγκου έχει αλλάξει δραματικά υπέρ του δευτέρου, με αποτέλεσμα στη διατήρηση της οφειλής σε υψηλά νούμερα, παρά τις καταβολές.
Ζητούσαν δε, μεταξύ άλλων, α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπολογίσει το υπόλοιπο οφειλής τους που προέρχεται από μεν την πρώτη δανειακή σύμβαση, βάσει της ισοτιμίας ευρώ ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του και συγκεκριμένα με την ισοτιμία της 23.4.2007, δηλαδή 1 ευρώ προς 1,6517 ελβετικά φράγκα, από δε τη δεύτερη δανειακή σύμβαση, βάσει της ισοτιμίας που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του και συγκεκριμένα με την ισοτιμία της 7.12.2007, δηλαδή 1 ευρώ προς 1,6657 ελβετικά φράγκα, ισοτιμία η οποία να ισχύει για όλη τη διάρκεια εξυπηρέτησης του κάθε δανείου, ξεχωριστά, συμψηφίζοντας το οφειλόμενο ποσό με τις έως τώρα καταβολές, που πραγματοποίησαν για κάθε ένα δάνειο ξεχωριστά και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπολογίσει τη μηνιαία δόση για κάθε δάνειο με βάση τις ισοτιμίες που αναφέρονται ανωτέρω, καταβλητέες σε ευρώ μηνιαίως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 10/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, το οποίο, αφού απέρριψε αυτήν ως προς τις λοιπές βάσεις και αιτήματα, δέχτηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ως προς τη βάση περί αναπροσαρμογής των δανειακών συμβάσεων κατ' άρθρο 288 ΑΚ και υποχρέωσε την εναγομένη να υπολογίσει το υπόλοιπο της οφειλής των εναγόντων που προέρχονται από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, βάσει της ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά την εκταμίευση των ποσών των δανείων, η οποία θα ισχύσει για όλη τη διάρκεια εξυπηρέτησης των δανείων, συνυπολογίζοντας τις καταβολές που έχουν πραγματοποιηθεί και κατανέμοντας τις υπόλοιπες οφειλόμενες δόσεις των δανείων ισόποσα κάθε μήνα και έως την ολοσχερή εξόφληση, ενώ στην περίπτωση που προκύψει από τον ανωτέρω συνυπολογισμό ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή των εναγόντων, οι τελευταίο δεν θα προβούν σε οποιαδήποτε άλλη καταβολή.
Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) άσκησε την από 5.5.2017 έφεση και τους από 7.11.2017 πρόσθετους λόγους, προσβάλλοντας αυτήν ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, με το οποίο έγινε δεκτή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή κατά τη βάση της περί αναπροσαρμογής της παροχής των εναγόντων κατ' άρθρο 288 ΑΚ, εκδόθηκε δε επ' αυτών η 62/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δέχτηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ως μη νόμιμη την βάση περί αναπροσαρμογής της παροχής των εναγόντων, κατά το άρθρο 288 ΑΚ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, των απορρεουσών από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία.
Η ως άνω αρχή λειτουργεί τόσον ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις εκείνες, που, ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, είτε αυτές ρυθμίζονται στη σύμβαση είτε στο νόμο.
Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η ΑΚ 288 αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσεως. Παρέχει δε η εν λόγω αρχή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 1487/2005).
Ο προσδιορισμός της εκπληρωτέας παροχής, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ, γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, δοθέντος ότι η αρχή της καλής πίστεως αφενός μεν απαιτεί την τήρηση των συμφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από ειδικές διατάξεις νόμου, αφετέρου δε ότι έχει (αρχή της καλής πίστεως) αμφιμερή ενέργεια, με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από το φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.
Έτσι, με βάση την αρχή της καλής πίστεως, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον ένα συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση από τη σύμβαση, εάν η επαχθής παροχή ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβε ο υπόχρεος με τη σύμβαση (ΑΠ 433/1971) ή που πρέπει κατά το νόμο να του καταλογισθεί (ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 63/2000).
Περαιτέρω, η διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου με βάση την ΑΚ 288 συνίσταται στην αναπροσαρμογή της παροχής σε επίπεδο που να αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη, στοιχεία, όμως που δεν μπορούν να προσδιοριστούν γενικά και αφηρημένα αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα εκατέρωθεν συγκριτικά στοιχεία, έτσι ώστε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης να λάβει χώρα μία ισόρροπη κατανομή της ζημίας πάντοτε σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε ατομικής περίπτωσης.
Το δικαίωμα αναπροσαρμογής με τη διάταξη του άρθρου 288 (ή του 388) του ΑΚ είναι διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν, λοιπόν, πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, η συμφωνία καταλύεται εφεξής και ισχύει για το μέλλον.
Με την αναπροσαρμογή της παροχής από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΑΠ Ολομ. 3/2014, ΑΠ 207/2017).
Ειδικά, σε περίπτωση σύμβασης δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, με την οποία υποχρεώνεται ο οφειλέτης να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του ξένου νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, εκτός από τα θεμιτά συμφέροντα του δανειολήπτη, πρέπει να προστατευθούν, επί μεταβολής της ισοτιμίας, τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της τράπεζας, η οποία υφίσταται και η ίδια τον συναλλακτικό κίνδυνο.
Επομένως, σε περίπτωση σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ δεν πρέπει δογματικά να αναχθεί σε λύση διάσπασης της συμβατικής σταθερότητας και δεσμευτικότητας, αλλά η εφαρμογή του να καταφάσκει ως ultimum remendium διόρθωσης της σύμβασης και αναπροσαρμογής των υποχρεώσεων μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που πρέπει να κρίνονται in concreto και δη όταν είναι όλως έντονη η απειλή οικονομικής καταστροφής για τον δανειολήπτη, στις οποίες και πάλι η διάταξη του ανωτέρω άρθρου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός ανακούφισης μέσω της επιλογής από το δικαστήριο μίας διόρθωσης της σύμβασης π.χ.
δια της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής ή της αναστολής για ένα χρονικό διάστημα της υποχρέωσης καταβολής δόσεων, και πάντως όχι υποχρεώνοντας την τράπεζα να δεχθεί την εξόφληση των οφειλόμενων δόσεων με την ισοτιμία του χρόνου εκταμίευσης του δανείου. Τέτοια επιλογή αναμόρφωσης της σύμβασης με καθιέρωση για την αποπληρωμή των δόσεων της ισοτιμίας του χρόνου εκταμίευσης, ικανοποιεί μεν στο ακέραιο τα θεμιτά συμφέροντα του δανειολήπτη, αλλά παραβλέπει τελείως τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας, η οποία έχει δανεισθεί τα ελβετικά φράγκα για να τα δανείσει στον δανειολήπτη και καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης με κάθε δανειολήπτη, έχει ανοικτή οφειλή σε ελβετικά φράγκα στη διατραπεζική αγορά, υφιστάμενη και η ίδια το συναλλακτικό κίνδυνο και τη ζημία από τον κίνδυνο μεταβολής των τιμών συναλλάγματος και την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου.
Οδηγεί δε σε μία μονόπλευρη επιβολή των συμφερόντων των δανειοληπτών σε βάρος της τράπεζας με τη μετακύλιση αποκλειστικά στην τελευταία του κινδύνου μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, επιβαρυνόμενης επιπλέον με το χαμηλό επιτόκιο Libor και συνακόλουθα μειωμένο επιτόκιο κέρδους (spread), ενώ αντίθετα οι αντισυμβαλλόμενοί της απολαμβάνουν τα οφέλη χαμηλού επιτοκίου και χαμηλής τοκοχρεωλυτικής δόσης.
Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 11/2018, ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων, όπως επίσης ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 917/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αγωγή, ως προς το αίτημα αυτής για την αναπροσαρμογή της παροχής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με βάση την ΑΚ 288, που απορρέει από τις καταρτισθείσες με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο και ειδικά να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να υπολογίσει το υπόλοιπο οφειλής τους που προέρχεται από μεν την πρώτη δανειακή σύμβαση, βάσει της ισοτιμίας ευρώ ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του και συγκεκριμένα με την ισοτιμία της 23.4.2007, δηλαδή 1 ευρώ προς 1,6517 ελβετικά φράγκα, από δε τη δεύτερη δανειακή σύμβαση, βάσει της ισοτιμίας που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του και συγκεκριμένα με την ισοτιμία της 7.12.2007, δηλαδή 1 ευρώ προς 1,6657 ελβετικά φράγκα, ισοτιμία η οποία να ισχύει για όλη τη διάρκεια εξυπηρέτησης του κάθε δανείου, ξεχωριστά, συμψηφίζοντας το οφειλόμενο ποσό με τις έως τώρα καταβολές, που πραγματοποίησαν για κάθε ένα δάνειο ξεχωριστά και να υποχρεωθεί να υπολογίσει τη μηνιαία δόση για κάθε δάνειο με βάση τις ισοτιμίες που αναφέρονται ανωτέρω, καταβλητέες σε ευρώ μηνιαίως, είναι μη νόμιμη, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, αφενός δεν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος, δεδομένου ότι ο επικαλούμενος λόγος περί δραματικής μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου υπέρ του τελευταίου, ανήκει στο πλαίσιο κινδύνου που ανέλαβαν οι αναιρεσείοντες με τις δανειακές συμβάσεις και με βάση την αρχή της καλής πίστης, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον ένα συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση, αφετέρου δε η αιτούμενη δια της αγωγής διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου, με βάση την ΑΚ 288, δια του υπολογισμού του υπολοίπου της οφειλής με βάση την ισοτιμία που υπήρχε κατά την εκταμίευση εκάστου ποσού δανείου, η οποία να ισχύει για όλη τη διάρκεια εξυπηρέτησης του δανείου, λαμβάνει υπόψη μονομερώς μόνο τα θεμιτά, σε κάθε περίπτωση, συμφέροντα των αναιρεσειόντων, αποκλείοντας όμως τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της αναιρεσίβλητης τράπεζας, κατ' αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης, η οποία αφενός απαιτεί την τήρηση των συμφωνηθέντων, αφετέρου έχει αμφιμερή ενέργεια με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από το φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.
Ειδικότερα, η επιβάρυνση των αναιρεσειόντων και ο επαχθής χαρακτήρας της οφειλής τους που προέκυψε μεταγενέστερα κατά την εξέλιξη των δανειακών συμβάσεων, λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ προς ελβετικό φράγκο υπέρ του τελευταίου, που κατά τα ανωτέρω ανήκε στο πλαίσιο κινδύνου που αυτοί συμβατικά ανέλαβαν, δεν μπορεί να οδηγήσει, άνευ ετέρου, στην υποχρέωση της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας να δεχτεί την εξόφληση των οφειλόμενων δόσεων με την ισοτιμία του χρόνου εκταμίευσης των ποσών των δανείων, ήτοι στην πλήρη απαλλαγή τους από τον συναλλακτικό κίνδυνο, αφού έτσι θα κατέληγε σε λύση ότι κρίσιμη είναι η ισοτιμία του χρόνου της εκταμίευσης, χωρίς προηγούμενη στάθμιση των συμφερόντων αμφότερων των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δεδομένου ότι έτσι παραβλέπονται τελείως και τα θεμιτά συμφέροντα της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας, η οποία έχει δανειστεί τα ελβετικά φράγκα για να δανείσει τους ενάγοντες και καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης έχει ανοικτή οφειλή σε ελβετικά φράγκα στη διατραπεζική αγορά, υφιστάμενη και η ίδια το συναλλακτικό κίνδυνο και τη ζημία από τον κίνδυνο της μεταβολής της ισοτιμίας, με αποτέλεσμα την μετακύλιση αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη του κινδύνου μεταβολής της ισοτιμίας, επιβαρυνόμενης της τελευταίας με το χαμηλό επιτόκιο Libor κι συνακόλουθα μειωμένο επιτοκιακό περιθώριο κέρδους (spread), ενώ οι ενάγοντες θα απολαμβάνουν τα οφέλη του χαμηλού επιτοκίου και της χαμηλής τοκοχρεωλυτικής δόσης.
Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας, με την κύρια αιτιολογία, ως μη νόμιμο το παραπάνω αίτημα της αγωγής για την αναπροσαρμογή της παροχής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με βάση την ΑΚ 288, που απορρέει από τις καταρτισθείσες με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτήν, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως η έννοια της αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ανωτέρω εκτιθεμένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, που κυριαρχικά εκτιμήθηκαν από αυτό, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού περί του νόμω αβάσιμου της αγωγής ως προς τη βάση της περί διορθωτικής επέμβασης του δικαστηρίου κατά τον διαλαμβανόμενο ειδικά στην αγωγή και αναφερόμενο παραπάνω τρόπο, δεδομένου ότι, όπως δέχεται και το Εφετείο, βάσει των εκτιθέμενων στην αγωγή περιστατικών δεν μπορούσε να θεμελιωθεί αυτή στην παραπάνω διάταξη ως προς το παραπάνω αίτημά της, λόγω μη συνδρομής εξαιρετικής περίπτωσης και ιδιαίτερα σοβαρού λόγου, αφού η επικαλούμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβαν οι αναιρεσείοντες με τις ένδικες δανειακές συμβάσεις, ενώ η αιτούμενη δια της αγωγής διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου, κατ' αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης, λαμβάνει υπόψη μονομερώς μόνο τα θεμιτά συμφέροντα των εναγόντων, όχι όμως και τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της εναγομένης τράπεζας.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποία μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, με τον οποίο αποδίδονται οι ίδιες από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι με την αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ζητούν να εφαρμοστεί αναδρομικά η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και ότι το πρωτόδικο δικαστήριο με την απόφασή του διατάζει τον επανυπολογισμό των δανείων εξαρχής με τις αρχικές ισοτιμίες, πλήττεται η επάλληλη σκέψη του Εφετείου σχετικά με την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, αφού η προαναφερόμενη κυρία αιτιολογία, βάσει της οποίας κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η βάση της αγωγής περί αναπροσαρμογής της παροχής των εναγόντων με τον διαλαμβανόμενο σ' αυτήν τρόπο και η οποία δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς αναιρετικά, επιστηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1207/2017).
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια περί έλλειψης νόμιμης βάσης. Πλην, όμως ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη της βάση της αγωγής περί αναπροσαρμογής της παροχής των αναιρεσειόντων κατά την ΑΚ 288 και δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.2.2020 αίτηση των 1) Ο. Ε. με την επωνυμία "….", 2) Χ. Π. και 3) Κ. Π. για αναίρεση της 62/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ