Supreme Court dismisses appeal on co-ownership rights, upholding lower court's finding of lawful entry.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two co-owners against a First Instance Court decision regarding their vertical ownership rights. The appellants argued that the respondent's entry through a specific road violated their privacy and constituted an abuse of rights, claiming the lower court failed to consider these factors. The court rejected these claims, ruling that the respondent's entry was lawful and did not infringe upon the appellants' rights as the road was not part of their common property and no specific agreement prohibited the entry.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 3741/1929, άρθρα 1, 1002, 1117 ΑΚ: The court established that a co-owner's entry through a road outside the common property does not constitute an abuse of rights or violate the privacy of other co-owners when no specific agreement prohibits such access.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1461 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1461/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. - J. (Μ. - Γ.) L. (Λ.) του P. (Π.) και 2) R. (Ρ.) P. (Π.) L. (Λ.) του P. (Π.), κατοίκων ... και προσωρινά διαμενόντων στον ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δομίνικο Αρβανίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: M. - E. (Μ. - Ε.) R. (Ρ.) του G. (Γ.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Χερουβείμ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κάθετη ιδιοκτησία, η οποία προβλέπεται από τον Ν. 1024/ 1971, δηλαδή η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας επί περισσοτέρων οικοδομημάτων τα οποία ανεγείρονται σε ενιαίο οικόπεδο αλλά σε ορισμένο για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα του κοινού οικοπέδου διέπεται, κατά τα λοιπά, από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 3741/1929 περί οριζόντιας ιδιοκτησίας και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 2 § 1, 3 § 1, 4 § 1, 5 και 13 Ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι επί της οροφοκτησίας, η οποία αποτελεί σύνθετο αλλά ενιαίο εμπράγματο δικαίωμα, ιδρύεται, κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το οικόπεδο, οι ακάλυπτοι χώροι (αυλές, κήπος), οι μεσότοιχοι κλπ, έστω και αν μερικοί δεν εξυπηρετούνται από αυτούς τους χώρους.
Ο ειδικότερος προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, που καταρτίζονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζονται στα βιβλία μεταγραφών κατά τα άρθρα 4 § 1, 5 και 13 του άνω Ν. 3741/1929.
Έτσι, δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί από τα μέρη η συγκεκριμένη χρήση ορισμένου από τα εν λόγω κοινά πράγματα ή η αποκλειστική χρήση του κοινού από τον ένα εξ αυτών, δεδομένου ότι, με την συμφωνία αυτή, δεν αναιρείται η συγκυριότητα αλλά η χρήση. Οι συμφωνίες αυτές καταρτίζονται μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και δεσμεύουν όχι μόνον τους συμβληθέντες ή τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους αλλά και όσους προσχωρούν στον κανονισμό μεταγενέστερα.
Συνεπώς και στην περίπτωση της κάθετης ιδιοκτησίας ισχύουν, οι ίδιες, όπως και στην οριζόντια ιδιοκτησία, προαναφερθείσες ρυθμίσεις, καθώς και οι υποχρεώσεις και οι περιορισμοί που αναφέρθηκαν ανωτέρω (ΟλομΑΠ 12/2016). Έτσι και επί κάθετης συνιδιοκτησίας, καθώς και επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων, αρκεί να μη βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει το συνήθη προορισμό των μερών αυτών (ΑΚ 785, 787, 1113), σε περίπτωση δε που προσβάλλεται στη χρήση αυτή, δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον.
Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση (δηλαδή τη συστατική πράξη, τον κανονισμό ή ιδιαίτερη συμφωνία) ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΑΠ 92/2017, ΑΠ 144/2013).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 9/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 15/2006, ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει αφενός μεν να μη λάβει υπόψη ανεπίτρεπτα από το νόμο ή μη νομοτύπως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και αφετέρου να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, χωρίς να απαιτείται για τον εν λόγω προσδιορισμό η αναφορά της ημεροχρονολογίας του εγγράφου ή του τυχόν αριθμού πρωτοκόλλου καθώς και άλλου μερικότερου για τον προσδιορισμό του στοιχείου, αρκεί να μη γεννιέται αμφιβολία για το έγγραφο που προσκομίστηκε, αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, που το πρώτον προσάγεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 527 ΚΠολΔ), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλομΑΠ 23/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, που για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 696/2017).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 137/2017 απόφασής του, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου δικάζοντας επί της εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων την από 25-7-2014 αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσίβλητου επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη 71/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, κατά τη διαδικασία των διαφορών ανάμεσα στους ιδιοκτήτες οριζοντίων ή καθέτων ιδιοκτησιών από τη σχέση της ιδιοκτησίας (μισθωτικών διαφορών βλ.
ΚΠολΔ 17 αρ. 3, 614 § 3) δέχτηκε, επί των κρίσιμων ζητημάτων, τα εξής: "...Οι εκκαλούντες (ενάγοντες) είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχείο Β' αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος - κατοικίας), που βρίσκεται σε οικόπεδο ονομαζόμενο ... στη θέση ... της τοπικής κοινότητος ...
του Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων... Ο εφεσίβλητος (εναγόμενος) είναι κύριος της υπό στοιχείο Δ' όμορης αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος - κατοικίας) επί του ίδιου ως άνω οικοπέδου... οι ως άνω οικοδομές έχουν υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του ν. 3741/1929 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών της συμβολαιογράφου Νάξου Ε.
Α., που έχει μεταγραφεί νόμιμα... Έτσι οι σχέσεις των ιδιοκτητών των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών ρυθμίζονται σύμφωνα με το περιεχόμενο του ως άνω κανονισμού. Με τον εν λόγω κανονισμό ορίστηκε μεταξύ άλλων (φύλλο 6 αυτού) ότι "κοινόχρηστα και κοινόκτητα της ενιαίας οικοδομής θα είναι όσα χαρακτηρίζει ως τέτοια ο νόμος, δηλαδή το οικόπεδο, οι ακάλυπτοι χώροι, οι μεσότοιχοι και συγκεκριμένα τα τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα που συνδέουν ως άνω τα αυτοτελή διαμερίσματα της οικοδομής, το γενικό σύστημα αποχέτευσης, οι τυχόν γενικές εγκαταστάσεις για το ηλεκτρικό ρεύμα και κάθε άλλο πράγμα ή εγκατάσταση που είναι από τη φύση του ή τη θέση του στην όλη οικοδομή αδιαίρετο, κοινόχρηστο και κοινόκτητο".
Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδέχθηκε ότι με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των διαδίκων - συνιδιοκτητών, που έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, παραχωρήθηκε η χρήση ενός από τα ως άνω κοινόχρηστα πράγματα σε ορισμένους μόνον από τους συνιδιοκτήτες και συνεπώς όλοι οι συνιδιοκτήτες δικαιούνται σε απόλυτη χρήση αυτών...
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι την περίοδο που κτίζονταν οι οικοδομές στο κοινό οικόπεδο (με την υπ' αριθμ. ...1994 οικοδομική άδεια) για διευκόλυνση της ρίψης του σκυροδέματος, ο ιδιοκτήτης του προς Νότον οικοπέδου Μ. Σ., είχε επιτρέψει στους διαδίκους και στους λοιπούς κυρίους των οριζοντίων ιδιοκτησιών τη διάνοιξη δρόμων, προκειμένου να διέρχονται οι μπετονιέρες και να ρίχνουν το μπετόν κατά την ανέγερση των οικοδομών τους.
Ο εφεσίβλητος, πριν την κατάρτιση του μεταξύ των διαδίκων συμβολαίου, είχε υποσχεθεί ότι οι δρόμοι αυτοί θα κλείσουν με την ολοκλήρωση της οικοδομής και θα πάψουν να χρησιμοποιούνται. Πλην όμως, αν και οι δρόμοι προς τις οριζόντιες ιδιοκτησίες Α, Β, και Γ πράγματι έκλεισαν, ο δρόμος προς την οριζόντια ιδιοκτησία Δ του εφεσίβλητου διά μέσω του οικοπέδου Σ.
δεν έκλεισε αλλά συνέχισε να χρησιμοποιείται από αυτόν. Οι διάδικοι ήλθαν σε επαφή και διαπραγματεύσεις για το ζήτημα αυτό και μάλιστα έφθασαν σε προχωρημένο σημείο και είχαν καταρτίσει σχέδιο συμφωνίας με ημερομηνία 27.4.1995, σύμφωνα με το οποίο προβλεπόταν ότι στο δυτικό μέρος του οικοπέδου θα υπάρχει ανοιχτός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων και κλειστό γκαράζ και ότι η πρόσβαση με αυτοκίνητο των εκάστοτε ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών θα πραγματοποιείται μόνο από τη βόρεια πλευρά.
Η νότια πλευρά επομένως που έχει και τη θέα προς τη θάλασσα προβλέφθηκε να παραμείνει ελεύθερη από αυτοκίνητα, να κλειστεί με...και οι ακάλυπτοι χώροι έμπροσθεν της νότιας πλευράς κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας να επιτελούν το ρόλο κήπου που θα προστατεύει την ιδιωτικότητα όσων διαμένουν εντός των κατοικιών.
Όμως οι διαπραγματεύσεις αυτές των διαδίκων δεν κατέληξαν σε σύμβαση ώστε να δεσμεύουν τους υπογράφοντες αυτή. Έκτοτε οι εκκαλούντες γνωρίζοντας την ύπαρξη του επίδικου δρόμου ανέχθηκαν την χρήση του από τον εφεσίβλητο και μάλιστα και οι ίδιοι κατά το παρελθόν έκαναν πολλές φορές χρήση του δρόμου αυτού.
Η διέλευση του εφεσίβλητου από τον δρόμο αυτό, καμία ενόχληση δεν προκαλούσε στους εκκαλούντες, δεν παρεμπόδιζε την ιδιωτικότητά τους και δεν προσβάλλει η παρακωλύει οποιοδήποτε δικαίωμά τους, άλλωστε στο άνοιγμα των 3,50 μέτρων και ακριβώς στο σύνορο με την ιδιοκτησία Σ., υπήρχε ξύλινη πόρτα, η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα και ανοίγει μόνο για να εισέλθει στο κοινό οικόπεδο και καθ' όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης ημέρας παραμένει κλειστή.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιεί τον κοινόχρηστο αυτό χώρο για στάθμευση του οχήματος του, ούτε ότι με κάποιο άλλον τρόπο αποκλείει τη σύγχρηση αυτού από τους εκκαλούντες (ενάγοντες). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ιδιοκτήτης του όμορου προς νότο ακινήτου Μ. Σ. έχει επιτρέψει στον εναγόμενο, ήδη από το έτος 1994, να χρησιμοποιεί τον δρόμο που διέρχεται εξ ολοκλήρου μέσα από το ακίνητό του, προκειμένου να εισέρχεται στο οικόπεδο εντός του οποίου είναι ανεγερθείσες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Ως εκ τούτου, είναι επίσης απορριπτέο το αίτημα των εναγόντων να απαγορευθεί στον εναγόμενο και τους επισκέπτες του να χρησιμοποιούν τον ανωτέρω δρόμο, δεδομένου ότι αυτός βρίσκεται εκτός του κοινού οικοπέδου τους. Συναφώς, σε κανένα σημείο του κανονισμού ή σε κάποια άλλη συμφωνία που να δεσμεύει τους διαδίκους δεν αναφέρεται ρητά ότι η πρόσβαση με ή χωρίς αυτοκίνητο των εκάστοτε ιδιοκτητών των τεσσάρων συνολικά ανεγερθεισών οριζόντιων ιδιοκτησιών θα πραγματοποιείται αποκλειστικά από τη βόρεια πλευρά του ενιαίου οικοπέδου.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ιδιοκτήτης της υπό Α' ιδιοκτησίας J. P. S. δηλώνει με την από 8.6.2015 υπεύθυνη δήλωση ότι ούτε τον ενοχλεί ούτε βλάπτει οποιοδήποτε δικαίωμά του η διέλευση του εναγομένου από την παραπάνω είσοδο. Εντεύθεν συνάγεται ότι υφίσταται ισοψηφία μεταξύ των του οικοπέδου ως προς το ζήτημα αυτό, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η υπό Α' οριζόντια ιδιοκτησία βρίσκεται πιο κοντά στον παραπάνω δρόμο σε σχέση με την έτερη υπό Γ' οριζόντια ιδιοκτησία.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο αυτών των δεδομένων πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι πρόσφορος και συμφέρων για του διαδίκους τρόπος χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης του επικοίνου ακινήτου να επιτρέπεται στον εφεσίβλητο η χρήση του επίδικου χώρου (δρόμου) προκειμένου να μπορεί να κινείται με το αυτοκίνητό του ανεμπόδιστα και να το σταθμεύει προσωρινά σ' αυτό το χώρο, στο μέρος αυτού που συνάπτεται με την κατοικία του, προκειμένου να φορτοεκφορτώνει τα απαραίτητα για αυτόν πράγματα ή για να μεταβαίνει στην οικία του, αν παρίσταται ανάγκη...
Κατά συνέπεια, ο εφεσίβλητος δικαιούνταν να αφήσει άνοιγμα πλάτους 3,5 μέτρων στη νότια πλευρά του οικοπέδου, προκειμένου να εισέρχεται στην οριζόντια ιδιοκτησία του μέσω του προαναφερόμενου δρόμου, χωρίς η ενέργειά του αυτή να προσλαμβάνει παράνομο ή καταχρηστικό χαρακτήρα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες (εκκαλούντες)...".
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η απόφαση έχει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αυθαίρετης μεταβολής του επίδικου κοινόχρηστου χώρου από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο, από κήπο σε χώρο διέλευσης και στάθμευσης του αυτοκινήτου του, με συνέπεια να μην καλύπτεται το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου.
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων α) ότι ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος μετέβαλε αυθαίρετα τη νόμιμη χρήση του επίδικου κοινόχρηστου χώρου, τον οποίο παρά τα συμφωνημένα με το από 27-4-1995 σχέδιο συμφωνίας που φέρει την υπογραφή του, αντί να φράξει με φράχτη και να το χρησιμοποιεί ως κοινόχρηστο κήπο, μετέβαλε τη χρήση του από κήπο σε χώρο διέλευσης και στάθμευσης του αυτοκινήτου του, β) ότι το Εφετείο σίγησε σχετικά με το υφιστάμενο και δεσμεύον άπαντες τους συνιδιοκτήτες δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικότητας όσων διαμένουν εντός των κατοικιών, που για τους ίδιους παραβιάζεται με τη μεταβολή αυτή της χρήσης του κοινόχρηστου χώρου και γ) ότι εσφαλμένα βασίστηκε για την έκδοση του αποδεικτικού του πορίσματος στην από 8-6-2015 υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη της Α' συνιδιοκτησίας διότι δεν πρόκειται για διαφορά μεταξύ αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, εφόσον με σαφή και πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο δέχεται ότι σε κανένα σημείο του κανονισμού ή σε κάποια άλλη συμφωνία που να δεσμεύει τους διαδίκους (μεταγραφέν συμβ/κό έγγραφο) δεν αναφέρεται ότι η πρόσβαση με ή χωρίς αυτοκίνητο των εκάστοτε ιδιοκτητών των τεσσάρων συνολικά ανεγερθεισών κάθετων ιδιοκτησιών δεν θα πραγματοποιείται από τη νότια πλευρά αλλά αποκλειστικά από τη βόρεια πλευρά του ενιαίου οικοπέδου και ότι η ακάλυπτη νότια πλευρά θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως κήπος, ότι το από 27-4-1995 σχέδιο συμφωνίας δεν κατέληξε σε σύμβαση ώστε να δεσμεύει τους υπογράφοντες αυτή, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος χρησιμοποιεί τον κοινόχρηστο αυτό χώρο για στάθμευση του οχήματός του, ούτε ότι με κάποιο άλλο τρόπο αποκλείει ή δυσχεραίνει υπέρμετρα τη σύγχρηση αυτού από τους αναιρεσείοντες, ότι η ξύλινη πόρτα που υπάρχει στο σύνορο της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου με την ιδιοκτησία Μ.
Σ. ανοίγει μόνο για να εισέλθει στο κοινό οικόπεδο και καθ' όλο τον υπόλοιπο χρόνο παραμένει κλειστή, ότι η χρήση αυτή του αναιρεσίβλητου δεν έχει παράνομο ή καταχρηστικό χαρακτήρα και επομένως δεν παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιωτικότητας των αναιρεσειόντων και τέλος η από 8-6-2015 υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη της Α' συνιδιοκτησίας αναφέρεται ως επάλληλη αιτιολογία επί της ως άνω κρίσεως του Εφετείου, η οποία προέκυψε από τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα του αντιδίκου, παρά τη μη κατά νόμο επίκλησή τους, το μεν με τη γενόμενη ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεών του στις ενώπιον του Εφετείου τοιαύτες, το δε με γενικόλογες αναφορές σε έγγραφα και φωτογραφίες που δεν μπορούν να προσδώσουν την ταυτότητα αυτών.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, στην κατ' έφεση δίκη, περιέλαβε στο κείμενο των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου και αυτό των προτάσεών του στην πρώτη συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου διαλαμβανόταν η επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων του και οι εν γένει ισχυρισμοί του, ως ενιαίο κατά περιεχόμενο κείμενο, με την εν συνεχεία ανάπτυξη της άμυνάς του κατά της εφέσεως, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου του.
Στις προτάσεις του δε αυτές ενώπιον του Εφετείου, επικαλείται τα έγγραφα που προσκομίζει προσδιορίζοντας το είδος, τον ισχυρισμό που αποδεικνύουν, σύντομη περιγραφή αυτού και τον αριθμό σχετικού (όπως στις σελ. 10-11 των προτάσεων (που αναφέρονται στο αναιρετήριο), "εις επίρρωση του ισχυρισμού μου (τον οποίο αναπτύσσει) προσκομίζω νόμιμα και επικαλούμαι φωτογραφικό υλικό του επίδικου δρόμου (σχετ. 10, 11)...
και υπογεγραμμένη βεβαίωση του Μ. Σ. (σχετ. 12)". Η επίκληση αυτή των αποδεικτικών εγγράφων με την ενσωμάτωση στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης των πρωτόδικων προτάσεων, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης είναι νόμιμη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες, είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση αυτών, εφόσον από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά τους, χωρίς να απαιτείται για τον εν λόγω προσδιορισμό άλλο μερικότερο στοιχείο, αφού δεν γεννιέται αμφιβολία για το έγγραφο που προσκομίστηκε.
Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι (το Εφετείο), κατ' ευθεία παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 787, 1113 και 281 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά τις οποίες πρωταρχικός περιορισμός του δικαιώματος χρήσης είναι η μη παρακώληση της σύγχρησης των λοιπών κοινωνών, κρίνοντας ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούνταν να αφήσει άνοιγμα 3,5 μέτρων στη νότια πλευρά του κοινού οικοπέδου, προκειμένου να εισέρχεται στην κάθετη ιδιοκτησία του μέσω του προαναφερόμενου δρόμου, χωρίς η ενέργειά του αυτή να προσλαμβάνει παράνομο ή καταχρηστικό χαρακτήρα, δεν έλαβε υπόψη καίτοι αποδείχθηκε, ότι η χρήση της επίμαχης οδού από τον αναιρεσίβλητο αχρηστεύει de facto λόγω προσβολής της ιδιωτικότητάς τους τη χρήση της βεράντας τους.
Όπως όμως έκρινε κατά τα παραπάνω το Εφετείο, η ξύλινη πόρτα που υπάρχει στο σύνορο της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου με την ιδιοκτησία Μ. Σ. ανοίγει μόνο για να εισέλθει στο κοινό οικόπεδο και καθ' όλο τον υπόλοιπο χρόνο παραμένει κλειστή και εκ τούτου η χρήση αυτή του αναιρεσίβλητου δεν έχει παράνομο ή καταχρηστικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν παραβιάζεται η ιδιωτικότητα της χρήσης της βεράντας των αναιρεσειόντων.
Εξάλλου, η υπό την επίκληση της προσβολής της ιδιωτικότητάς τους απαγόρευση της παρουσίας του αναιρεσίβλητου στο κοινόχρηστο αυτό τμήμα ως συνιδιοκτήτης, μη προβλεπόμενη ούτε στον κανονισμό, ούτε με ιδιαίτερη συμφωνία είναι μη νόμιμη αλλά και καταχρηστική. Περαιτέρω, η οδός την οποία αναφέρουν οι αναιρεσείοντες βρίσκεται εκτός του κοινού οικοπέδου τους, στην όμορη από νότο ιδιοκτησία Μ.
Σ. και δεν μπορεί να απαγορευθεί στον αναιρεσίβλητο η χρήση της ως μη κοινόχρηστος χώρος. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και συγκεκριμένα τις ως άνω διατάξεις, των οποίων το πραγματικό καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης (3ος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2018 και με αριθμό καταθέσεως …2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 137/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ