Supreme Court dismisses appeal on employer termination of indefinite contract, ruling no abuse of right exists.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the employer's termination of an indefinite-term employment contract. The employer argued the termination was not motivated by revenge or ill-will but by the employee's poor performance and inappropriate conduct, which the court found credible. Consequently, the court held that the employer did not abuse the statutory right to terminate, as the action remained within the bounds of good faith and social purpose.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955: The right to terminate an indefinite-term employment contract is unilateral and voidable, but its exercise must not exceed the limits of good faith, social, or economic purpose; termination is abusive and void if motivated by revenge or ill-will rather than legitimate reasons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1461 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1461/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 2α Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευγενίας Μαζαράκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευανθίας Κατσίγιαννη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την χρονολογούμενη από 7-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 11-3-2013.
Εκδόθηκαν η 1154/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2651/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να τη δικαιολογήσει.
Αντίθετα, ο εργαζόμενος, προβάλλοντας ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και βέβαια, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως εργασίας.
Αλλά και όταν ακόμη αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι την 1-6-2001, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Εταιρεία", η οποία μετονομάσθηκε σε "... ΑΕ" και της οποίας η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είναι καθολική διάδοχος, προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ως υπάλληλο γραφείου, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που αργότερα κατέστη αορίστου χρόνου.
Ότι η εργασία της ενάγουσας συνίστατο στον έλεγχο των δικαιολογητικών των υποψηφίων πελατών για την κατάρτιση συμβάσεων χρονομίσθωσης αυτοκινήτων και στη διατύπωση εισήγησης ως προς την αποδοχή ή την απόρριψη των σχετικών αιτήσεων. Ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στη θέση αυτή μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2007, αλλά έκτοτε και μέχρι την 31-12-2009 απουσίασε δικαιολογημένα από την εργασία της, λαμβάνοντας αλληλοδιαδόχως άδεια κυήσεως, τοκετού, προστασίας μητρότητας, κανονική και, τέλος, άδεια άνευ αποδοχών.
Ότι κατά την επάνοδό της στην εργασία, στις αρχές Ιανουαρίου 2010, η ενάγουσα τοποθετήθηκε στο κοινό τμήμα καταγγελιών των συμβάσεων "...", λόγω του ότι στο μεταξύ η δραστηριότητα στις συμβάσεις χρονομίσθωσης είχε υποστεί μείωση κατά 70%, με συνέπεια να μην υπάρχει δυνατότητα αξιοποίησής της στην προηγούμενη θέση.
Ότι το νέο αντικείμενο εργασίας της ενάγουσας συνίστατο στη σύνταξη καταγγελιών με βάση σχετικό υπόδειγμα και στην ανεύρεση των παραστατικών, που ζητούσε ο τομέας καθυστερήσεων. Ότι η ενάγουσα θεωρούσε το νέο αντικείμενο υποδεέστερο του προηγούμενου, πραγματοποιούσε την εργασία της μηχανικά, μη έχοντας ικανοποιητική απόδοση, διατύπωνε συνεχώς παράπονα και απασχολούσε τους συναδέλφους της μ’ αυτά, ενώ, γενικώς, δυσχέραινε την εύρυθμη λειτουργία του τμήματος.
Ότι για το λόγο αυτό της προτάθηκε να εργασθεί σε άλλη εταιρία του ομίλου της ..., με τους ίδιους όρους, αλλά αυτή αρνήθηκε. Ότι περί το τέλος Απριλίου 2010 τοποθετήθηκε στο γραφείο διοικητικής υποστήριξης της δικηγόρου της εταιρίας που ήταν αρμόδια για τα θέματα "Leasing", αλλά η ενάγουσα "έκλαιγε και διαμαρτυρόταν συνεχώς", με συνέπεια να παραμείνει μόνο δύο ημέρες.
Ότι την 29-4-2010 τοποθετήθηκε στη διεύθυνση προβληματικών πελατών, όπου το αντικείμενο όλων των υπαλλήλων ήταν να έρχονται σε επικοινωνία με τους οφειλέτες για να επιτύχουν ρύθμιση των χρεών τους, να προβαίνουν σε διαδικαστικές ενέργειες σε σχέση με την καταγγελία των συμβάσεων και να διαβιβάζουν τους σχετικούς φακέλους στον τομέα εμπλοκών.
Ότι και στη θέση αυτή η ενάγουσα είχε μη ικανοποιητική απόδοση, παραπονιόταν ότι το αντικείμενο δεν ήταν ανάλογο προς τα προσόντα της και με τον τρόπο αυτό ενοχλούσε τους συναδέλφους της κατά τη διάρκεια της εργασίας τους. Ότι αυτή η συμπεριφορά της ενάγουσας, σε συνδυασμό με τη μειωμένη απόδοσή της, οδήγησε την εναγομένη στην απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.
Ότι η καταγγελία έγινε την 18-7-2011 με τήρηση των νομίμων διατυπώσεων και ουδόλως υπαγορεύτηκε από λόγους εκδίκησης ή εχθρότητας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα. Ότι δεν διαπιστώνεται ότι η εναγομένη αντέδρασε με τον τρόπο αυτό (δήθεν), διότι η ενάγουσα αρνήθηκε να παραιτηθεί και να συνάψει νέα σύμβαση με επαχθέστερους όρους.
Ότι, επίσης, δεν διαπιστώνεται ότι η καταγγελία συνδέεται με την από 18-7-2011 προσφυγή της ενάγουσας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αφού για την προσφυγή αυτή η εναγομένη ενημερώθηκε μετά τη διενέργεια της καταγγελίας, που έγινε αποκλειστικά για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το μονομελές εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση δεν έχει γίνει καταχρηστικά και, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, που είχε κρίνει διαφορετικά, και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία ως μοναδικός συντελεστής καταχρήσεως και ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αναφέρεται μόνο η (μη αποδειχθείσα) εμπάθεια των προϊσταμένων της ενάγουσας.
Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας με επαρκή και χωρίς κενά ή αντιφάσεις αιτιολογία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν διαπιστώνεται προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη (ΑΚ 281).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ειδικότερος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί του ότι το εφετείο δεν αιτιολόγησε την έλλειψη βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας, είναι απαράδεκτος, αφού η αγωγή είχε ως βάση μόνο την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-9-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 2651/ 2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Ιουνίου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ