Legislator Case Law & Legislation
1461/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court rejection of invalidity claim for judicially approved property sales.

Case Number 1461/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to annul the appellate court's decision dismissing his claim for the invalidity of property sales. The appellant argued that the sales were void due to improper formalities and lack of necessity, but the lower court found the transactions valid under judicial authorization. The court upheld the lower court's ruling, confirming that the sales complied with statutory requirements and the necessity for the mother's support was established.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178 and 179 of the Civil Code; Articles 245, 254, 522, 524, 532, 533, 535 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that sales of immovable property by a judicially assisted parent to their children, conducted with court approval and meeting minimum price requirements, are valid and do not constitute grounds for annulment.

Keywords

AI generated
judicial sale approval property transfer invalidity civil code provisions appellate review necessity of funds court authorization annulment appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 178 and 179 of the Civil Code
Articles 245, 254, 522, 524, 532, 533, 535 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1461 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1461/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Μανανά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ... και 2. Π. Λ. του Ι. συζ. Δ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σακαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-12-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 12-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, εζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερομένων σ' αυτήν αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, δυνάμει των οποίων ο ήδη αποβιώσας πατέρας αυτού και των εναγομένων, ως δικαστικός συμπαραστάτης της επίσης αποβιωσάσης συζύγου του και μητρός των διαδίκων, μετεβίβασε στους εναγομένους, αιτία πωλήσεως, τα περιγραφόμενα σ' αυτά ακίνητα της τελευταίας. Ως λόγους δε ακυρότητος επικαλέσθηκε κυρίως μεν την μη τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, αφού είχε εκλείψει, κατά τον χρόνο επιχειρήσεώς των, ο λόγος για τον οποίο είχε δοθεί η σχετική δικαστική άδεια, επικουρικώς δε την εικονικότητα των εν λόγω μεταβιβάσεων και επικουρικότερα την αντίθεσή των στα χρηστά ήθη (άρθρ. 178 και 179 Α.Κ). Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, μετά δε από έφεση του ενάγοντος εξεδόθη αρχικώς μεν η υπ' αριθμ.27/2011 μη οριστική απόφαση του Εφετείου, που διέταξε την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνιση και εξέταση των διαδίκων, και εν συνεχεία η προσβαλλομένη οριστική απόφαση αυτού, η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής αιτείται ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την κρινομένη αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και εξετάζονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 245, 254, 522, 524 παρ.1, 532, 533 και 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η υπόθεση ενώπιον του εφετείου, στο οποίο αυτή μεταβιβάζεται με την άσκηση της εφέσεως, κατά τα όρια που καθορίζονται από αυτήν (έφεση) και τους τυχόν προσθέτους λόγους, διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται α) το παραδεκτό της εφέσεως (άρθρο 532 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), β) το παραδεκτό εκάστου λόγου και γ) το βάσιμο (νομικό και ουσιαστικό) των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Το βάσιμο ή μη των λόγων της εφέσεως κρίνεται από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε στο εφετείο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και εκείνο που για πρώτη φορά προσκομίζεται στην κατ' έφεση δίκη κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ. Το εφετείο, όμως, δεν κωλύεται, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται το αντίθετο, για την, κατά την κρίση του, ολοκλήρωση της ερεύνης του, σε σχέση με τη βασιμότητα των λόγων της εφέσεως, και την καλυτέρα διάγνωση της διαφοράς, να διατάξει, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνο της εξετάσεως των διαδίκων (άρθρο 415 Κ.Πολ.Δ.), έτσι ώστε μετά τη συνεκτίμηση των αποδείξεων αυτών που θα διεξαχθούν και εκείνων που η εκκαλουμένη εξετίμησε, να κρίνει αν είναι εσφαλμένη η απόφαση που προσβλήθηκε με την έφεση και σε καταφατική περίπτωση να αποφανθεί για τη βασιμότητα του λόγου εφέσεως και εκ τούτου, κατά την επιταγή πλέον του νόμου (άρθρο 535 παρ.1), να εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον, κατά την ορθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση της εξαφανίσεως είναι η προηγουμένη διάγνωση από το εφετείο της βασιμότητος του λόγου εφέσεως, η επίτευξη της οποίας εναπόκειται στην κυριαρχική αυτού κρίση.

Συνεπώς η κρίση του εφετείου για την ανάγκη νέων ή συμπληρωματικών αποδείξεων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π. 1285/82, Α.Π. 2/2006, 87/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.Α.Π. 96/1985, Α.Π. 1699/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προμνησθείσα μη οριστική απόφασή του ανέβαλε την επί της εφέσεως ουσιαστική του κρίση και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να εμφανισθούν ενώπιόν του και να εξετασθούν, επί των θεμάτων που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση, οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 415 Κ.Πολ.Δ..

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προδιαληφθείσες δικονομικές διατάξεις, αφού, με βάση αυτές, είχε την ευχέρεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, να διατάξει την συμπλήρωση των αποδείξεων με την εξέταση των διαδίκων, εφόσον κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, η ενέργεια του αυτή ήταν αναγκαία για πληρεστέρα διαφώτιση και ασφαλεστέρα διάγνωση της διαφοράς, ώστε με την συνεκτίμηση και του αποδεικτικού τούτου μέσου να διαμορφώσει την κρίση του περί του εσφαλμένου ή μη της προσβαλλομένης αποφάσεως και αντιστοίχως περί της βασιμότητος ή μη των λόγων της εφέσεως.

Επομένως το Εφετείο με την εν λόγω απόφασή του δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη σ' αυτό με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. και όσα αντιθέτως υποστηρίζονται σχετικώς από τον αναιρεσείοντα, ότι δηλαδή με την προδιαληφθείσα μη οριστική απόφασή του Εφετείου προεκλήθη απαράδεκτο, διότι της διαταχθείσης αυτοπροσώπου εμφανίσεως των διαδίκων δεν προηγήθη εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, τυγχάνουν αβάσιμα.

Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού λόγου αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη ή μη υπόψιν από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να εκτιμά κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μαρτύρων, εγγράφων κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 100/2007). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος και όχι όταν κρίνει περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (Α.Π 87/2013, ΑΠ 233/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι εκ του περιεχομένου αυτής (αποφάσεως) δημιουργείται έντονη αμφιβολία αν το Εφετείο, κατά το σχηματικό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν την βασιμότητα της ενδίκου αγωγής του, και ειδικότερα:

α) Την από 16/1/2006 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση αυτού προς τους αναιρεσίβλητους, β) Την από 27-1-2006 εξώδικη απάντηση προς αυτόν των τελευταίων, γ) την με αριθμό 39/ΤΜ 54/2006/ 2007 οριστική απόφαση του Μον. Πρωτ. Άμφισσας, δ) τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των γονέων των για τα οικονομικά έτη 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005, ε) την από 21-2-2006 υπεύθυνη δήλωση της Ν.

Σ. (οικιακής βοηθού), στ) τις βεβαιώσεις των Τραπεζών Εθνικής, Αγροτικής και Εμπορικής, ζ) το από 31-12-1996 συμφωνητικό πώλησης φορτηγού, η) την από 31-12-1996 απόδειξη καταβολής από τον ίδιον στον πατέρα του ποσού 3.000.000 δραχμών, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος 8.000.000 δραχμών, θ) το από 24-3-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό εξοφλήσεως φορτηγού με καταβολή στον πατέρα του ...

ποσού 5.000.000 δραχμών, ι) την κάρτα Telebank τραπεζικών συναλλαγών της Εμπορικής Τραπέζης, διαρκείας μέχρι 10/1997 στο όνομα του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογουμένη σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που φέρονται ως αγνοηθέντα.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση για την θεμελίωση της οποίας ισχυρίζεται ότι τα αναφερόμενα στον δεύτερο, ως άνω, λόγο αναιρέσεως αποδεικτικά του μέσα δεν εξετιμήθησαν με την προσήκουσα βαρύτητα, διότι άλλως το Εφετείο θα κατέληγε σε αντίθετα αποτελέσματα.

Κατά λέξιν αναφέρει σχετικώς τα ακόλουθα: "Τα επίδικα ακίνητα της μητέρας μας μεταβιβάστηκαν στους ... αναιρεσίβλητους φαινομενικά ..., γιατί οι συμβαλλόμενοι ήθελαν να καλύψουν σύμβαση δωρεάς, όπως συνομολογούν οι αντίδικοι στην από 27-1-2006 εξώδικη απάντηση τους σε μένα... ότι καλώς τους μεταβιβάστηκε όλη σχεδόν η περιουσία της μητέρας μας, γιατί αυτοί την φρόντιζαν και ξόδευαν ..., καλύπτοντας τις επιπλέον δαπάνες της ..., ότι ο πατέρας μας για να τους ευχαριστήσει τους μεταβίβασε τα ακίνητα πολύ οικονομικά, για να μην τους αδικήσει για την οικονομική βοήθεια που αυτοί του είχαν προσφέρει, συνομολογούν δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι ότι τα επίδικα ακίνητα τους προσφέρθηκαν συμψηφιστικά - ανταποδοτικά, δηλαδή εν όλω ή εν μέρει χαριστικά.

Και ενώ τα παραπάνω υποστήριζαν ... εξωδίκως ... στη δίκη εμφανίστηκαν ισχυριζόμενοι ... ότι δήθεν ο δικ. συμπαραστάτης, πατέρας μας δανειζόταν όλα τα χρόνια χρήματα από τρίτους άγνωστους ανθρώπους, για να καλύψει τις ανάγκες της μητέρας μας, για να ξεχρεωθεί δε ο πατέρας μας του κατέβαλαν ως τίμημα για την αγορά των ακινήτων της μητέρας μας την αντικειμενική τους αξία των 97.500 ευρώ περίπου και ότι είναι αναληθές το αναγραφόμενο στα συμβόλαια τίμημα των 25.311,00 ευρώ ...

Παρά τα ανωτέρω αντιφατικά και αντικρουόμενα μεταξύ τους, από τους αντιδίκους, από τα οποία αποδεικνύεται εμμέσως πλην σαφώς ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις ... ήταν χαριστικές και οι συμβάσεις πώλησης εικονικές, η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση ... δεχόμενη όσα δέχθηκε, παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και είναι αναιρετέα για το λόγο τούτο κατ' άρθρο 559 παρ. 12 Κ.

Πολ. Δ. β) Ως προς τις απαιτούμενες δαπάνες διαβίωσης της μητέρας μας, ... ενώ από τα προσκομισθέντα ... αποδεικτικά μέσα ... ουδέν αποδείχθηκε ως προς το ύψος των δαπανών ... και ως προς το αν ήταν ... δεινή η οικονομική της κατάσταση ώστε να υπάρχει επιτακτική ανάγκη εξευρέσεως χρημάτων και μάλιστα με τις ένδικες συμβάσεις ...

και ενώ εγώ με τα προσκομισθέντα ... αποδεικτικά μέσα ... εβεβαίωσα τόσο τις δαπάνες διαβίωσης της μητέρας μου, οι οποίες ήταν ελάχιστες και εκαλύπτοντο από ... . Και δεν υπήρχε ανάγκη εξευρέσεως χρημάτων, ... (το Εφετείο) ... παράνομα και λανθασμένα δέχθηκε ότι ήταν δεινή η οικονομική κατάσταση της μητέρας μου ...

και κατά συνέπειαν οι ένδικες συμβάσεις πώλησης ήταν αναγκαίες και έγιναν πραγματικά και όχι φαινομενικά, και για το λόγο τούτο και είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη ... απόφαση ... σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 12 Κ.Πολ.Δ. γ) Ως προς την σύναψη δανείων εκ μέρους του πατέρα μας ..., ενώ οι αντίδικοι ουδέν απέδειξαν ...

το Εφετείο ... κατά παράβαση του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και μη λαμβάνοντας υπ' όψιν τα από εμένα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε σαφώς ότι δεν υπήρχε λόγος δανεισμού για τις ανάγκες της μητέρας μας, δέχθηκε ότι ο πατέρας μας όφειλε χρήματα εκ δανείου ..., χωρίς ...

να διαλαμβάνει στην κρίση του αν το υποτιθέμενο αυτό δάνειο είχε σχέση με την αντιμετώπιση των αναγκών της υπό δικαστική συμπαράσταση τελούσας μητέρας μας και για το λόγο τούτο αναιρετέα είναι η προσβαλλόμενη ... σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ.". Ο ανωτέρω λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως μεν λόγω αντιφάσεως του με τον προηγούμενο (δεύτερο) λόγο περί μη λήψεως υπόψη των ιδίων αποδεικτικών μέσων, σε κάθε περίπτωση δε διότι υπό την επίκληση της εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικής πλημμελείας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τον σχηματισμό του σαφώς διατυπωμένου αποδεικτικού του πορίσματος και της επ' αυτού ερειδομένης κρίσεώς του περί της εγκυρότητος των επιδίκων συμβάσεων και του κατ' ουσίαν αβασίμου εντεύθεν της ενδίκου αγωγής.

Ωσαύτως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως αναγομένη σε πράγματα, η κρίση του Εφετείου περί του αν από την από 27-1-2006 εξώδικη απάντηση των αναιρεσιβλήτων προς τον αναιρεσείοντα συνάγεται, όπως αυτός υποστηρίζει, εξώδικη ομολογία τούτων περί της εικονικότητος των επιδίκων συμβάσεων, η οποία (ομολογία) και εκτιμάται ελευθέρως κατ' άρθρο 352 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1462/2012).

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 282/2012, 163/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιαδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα. Η σιωπή του δικαστηρίου περί τοιαύτης αυτοτελούς αιτήσεως, στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, στοιχειοθετεί τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος όμως, για να είναι ορισμένος, πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς την αίτηση που έμεινε αδίκαστη και να αναφέρει το περιεχόμενό της (Α.Π. 156/2012, 115/2011, 135/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεως ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό του, ο οποίος αποτελούσε το περιεχόμενο της κυρίας βάσεως της αγωγής και αντιστοίχου λόγου εφέσεως, ότι δηλαδή οι επίδικες συμβάσεις είναι άκυρες, διότι κατά τον χρόνο συνάψεώς των είχε εκλείψει ο λόγος για τον οποίον είχε χορηγηθεί, στον δικαστικό συμπαραστάτη, πατέρα των διαδίκων, η άδεια εκποιήσεως των ακινήτων της υπό δικαστική συμπαράσταση τελούσης συζύγου αυτού και μητέρας των διαδίκων, που ήταν η ανάγκη αμέσου αντιμετωπίσεως των εξόδων διατροφής, ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως και της εν γένει φροντίδος αυτής, και ότι έτσι υπέπεσε, με την προσβαλλομένη απόφασή του στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., άλλως στην με αριθμό 9 τοιαύτη του ιδίου άρθρου, αφήνοντας αδίκαστη την σχετική αίτησή του.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες, καθόσον αναιρούνται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες κατά το ενδιαφέρον το συγκεκριμένο λόγο μέρος τους έχουν ως εξής: " Η μητέρα των διαδίκων ... από το έτος 1992 παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα υγείας, υποβληθείσα αρχικά σε εγχείριση ολικής υστερεκτομής ...

και εν συνεχεία πάσχουσα, από το έτος 1995 περίπου, από νοητική έκπτωση τύπου ΑΙzheimer και παραπληγία ... Μετά από αίτηση του συζύγου της ... εκδόθηκε η 51/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας με την οποία η πάσχουσα κηρύχθηκε ανίκανη για κάθε δικαιοπραξία, υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση και διορίσθηκε δικαστικός συμπαραστάτης της ο σύζυγός της με εποπτικό συμβούλιο αποτελούμενο από τους τρεις διαδίκους, τέκνα της την αδελφή της Ε.

Λ. και τον γαμβρό της από θυγατέρα Δ. Π. ... Επειδή αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στις δαπάνες που ήταν αυξημένες κατά πολύ λόγω της πρόσληψης βοηθού (πλήρους απασχόλησης) αλλά και των καθημερινών επιπλέον αναγκών περίθαλψης της συζύγου του ..., ζήτησε και έλαβε, με την υπ’ αριθμ. 91/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας άδεια εκποίησης περιουσιακών της στοιχείων, με τίμημα τουλάχιστον το αναγραφόμενο στην απόφαση ...

Αρχικά ο πατέρας των διαδίκων ως δικαστικός συμπαραστάτης της συζύγου του ... μεταβίβασε λόγω πώλησης τον με στοιχ. ε ανωτέρω αγρό, που δεν είναι επίδικος, στην Π. Κ., έναντι αναγραφομένου τιμήματος 240.000 δραχμών, ίσον με την αντικειμενική του αξία ... Το έτος 2004 το ετήσιο εισόδημα του ήταν 6.538 ευρώ ... και δεν επαρκούσε για την κάλυψη των αναγκών τους με συνέπεια να αντιμετωπίζει μεγάλες οικονομικές δυσκολίες στις οποίες δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει και ενώ όφειλε 20.000 ευρώ στον εξάδελφο του Δ.

Α. τα οποία είχε λάβει τμηματικά κατά το προηγούμενο διάστημα. Επιπλέον ο ίδιος από το έτος 2003 προσβλήθηκε από ανίατη ασθένεια και δεν μπορούσε πλέον να βρίσκεται συνεχώς κοντά στη σύζυγο του. Γι' αυτό ζήτησε και έγινε εισαγωγή της στο Γραμματικοπούλειο Μπάλειο-Τρίγκειο θεραπευτήριο χρόνιων παθήσεων Ιτέας ...

Ακολούθως ο Ι. Λ. με το υπ’ αριθμ. .../12-6-2004 συμβόλαιο ... μεταβίβασε λόγω πώλησης στον πρώτο εναγόμενο υιό του α) το ακίνητο στη θέση "Παλιουράκια" έκτασης ... 6.559,11 τ.μ. και το οποίο ..., με τίμημα 19.250 ευρώ και αντικειμενική αξία στρεμμάτων περίπου με τίμημα 1.761 ευρώ και αντικειμενική αξία 1.050 ευρώ. Ο ίδιος με το υπ' αριθμ. .../23-6-2004 συμβόλαιο ...

μεταβίβασε λόγο πώλησης στη δεύτερη εναγόμενη θυγατέρα του το ακίνητο στη θέση "...", έκτασης 1.452,85 τ.μ. ... με τίμημα 4.300 ευρώ και αντικειμενική αξία 17.434,20 ευρώ. Για τα ακίνητα αυτά ο Ι. Λ. είχε λάβει άδεια εκποίησης, με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, για την έκδοση της οποίας είχε προσκομισθεί γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου, όπως αναφέρεται στην απόφαση και είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 1624 ΑΚ.

Επιπλέον τηρήθηκαν και οι όροι περί του κατώτατου τιμήματος πώλησης, που έθετε η ίδια απόφαση, αφού το α' ακίνητο προς τον πρώτο εναγόμενο πωλήθηκε με τίμημα 19.250 ευρώ και το κατώτατο όριο ήταν ... 11.738,80 ευρώ το β' ακίνητο με τίμημα 1.761 ευρώ, όσο και το κατώτατο όριο ... και το ακίνητο προς τη δεύτερη εναγόμενη πωλήθηκε με τίμημα 4.300 ευρώ και το κατώτατο όριο ήταν ... 3.521,64 ευρώ ...

Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι η σύναψη των συμβολαίων έγινε σύμφωνα με τις διατυπώσεις των άρθρων 1682, 1624 ΑΚ δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας αυτών και πρέπει η κύρια βάση της αγωγής να απορριφθεί, ως αβάσιμη ...". Εκ των ουσιαστικών αυτών παραδοχών της αποφάσεως σαφώς συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προειρημένο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που συνιστούσε και την κυρία βάση της αγωγής του, και τον απέρριψε και δη ρητώς ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κρίνοντας ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν σύμφωνα με τις διατυπώσεις των άρθρων 1624 και 1682 του Α.Κ., δηλαδή με άδεια του δικαστηρίου και με τους όρους που η σχετική απόφαση είχε θέσει ως προς το τίμημα, χωρίς να έχει εκλείψει και ο λόγος για τον οποίο χορηγήθηκε η σχετική άδεια, αφού, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου, υπήρχε ανάγκη χρημάτων για αντιμετώπιση των αναγκών διαβιώσεως της υπό δικαστική συμπαράσταση τελούσης μητέρας των διαδίκων και για την εξόφληση δανείων που είχαν ληφθεί για τον ίδιο σκοπό.

Με τα δεδομένα αυτά, ο προαναφερόμενος τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, τόσο κατά την κυρία όσο και κατά την επικουρική αιτίασή του κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τυγχάνει αβάσιμος. Επομένως, η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2012 αίτηση του Α. Λ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 146/2012 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Φεβρουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 25η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ