1461/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 830/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3438/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/4/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-4-2005 αίτησης της Χ1 για αναίρεση της 3438/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1461/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από 31-5-2001 ισχύει για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Ε.Κ.) ο 1348/2000 Κανονισμός αυτής περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, του οποίου στο Κεφ. 1, αρθρ. 1, 4, 7 και 10 προβλέπεται η διαδικασία διαβίβασης και επίδοσης δικαστικών πράξεων.
Full text
Απόφαση 1461 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1461/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γαλλικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται στην Ελλάδα από τον Πρέσβη της Γαλλικής Δημοκρατίας, κάτοικο Αθηνών, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 830/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3438/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/4/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-4-2005 αίτησης της Χ1 για αναίρεση της 3438/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδομένη απόφαση. Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί και μετά την κύρωση της από 15-11-1965 διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το νόμο 1334/1983.
Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της σύμβασης τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία σύμφωνα με την από 3/17-8-1983 ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεων στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό.
Εξάλλου, από 31-5-2001 ισχύει για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Ε.Κ.) ο 1348/2000 Κανονισμός αυτής περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, του οποίου στο Κεφ. 1, αρθρ. 1, 4, 7 και 10 προβλέπεται η διαδικασία διαβίβασης και επίδοσης δικαστικών πράξεων.
Με την από 25-9-2001 απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίστηκε για τη Γαλλία ως υπηρεσία παραλαβής η Chambre Natiole des Huissiers de Justice (Εθνικό Επιμελητήριο των δικαστικών επιμελητών). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο Γαλλικό Δημόσιο, το οποίο εδρεύει στο Παρίσι, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη ιερά του οικείου πινακίου στη σημειουμένη από την αρχή της αποφάσεως δικάσιμο.
Από την ....... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12-4-2006 βεβαίωσης του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της από 26-4-2006 αίτησης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου για αναίρεση της 3438/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε προσδιορισθεί να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 11-4-2006, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27-3-2007 και με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στο αναιρεσίβλητο Γαλλικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών που έχει έδρα το Παρίσι.
Εξάλλου, από τα λοιπά έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα και ιδίως τη μεταξύ του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των αρμοδίων αρχών της Γαλλίας αλληλογραφία, προκύπτει ότι το παραπάνω έγγραφο (με τη συνημμένη επίσημη μετάφραση στη γαλλική γλώσσα) επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσίβλητο, με παράδοσή τους το νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών την 31-10-2006, όπως βεβαιώνεται από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Παρισίου ......., ο οποίος προέβη στην επίδοση.
΄Ετσι η κλήτευση του αναιρεσίβλητου έγινε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ώστε η απουσία του δεν κωλύει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που πρέπει να γίνει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ παρά την απουσία του.
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (άρθρο 93 παρ. 8 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν εμπίπτει στον πιο πάνω ή σε άλλο αναιρετικό λόγο.
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη που καθιστά αναγκαία την μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας, και την άσκηση αυτής καθ΄ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε την 1-10-1993 από τον Εμπορικό Σύμβουλο επικεφαλής των Υπηρεσιών Οικονομικής Ανάπτυξης της Γαλλικής Πρεσβείας στην Αθήνα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και δη τριετούς διάρκειας, ως βοηθός τμήματος καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών στην υπηρεσία Οικονομικής Ανάπτυξης στην Αθήνα.
Η σύμβαση αυτή, όπως συνομολογείται από το αναιρεσίβλητο, διέπεται από την Ελληνική νομοθεσία, γι΄ αυτό ανανεωθείσα μετά τη λήξη της κατέστη αορίστους διαρκείας. Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως η αναιρεσείουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως γραμματέας του Οικονομικού Εμπορικού Συμβούλου, υπεύθυνη για τις δημόσιες σχέσεις του Εμπορικού τμήματος, σε μεταφράσεις και την επικοινωνία στα Ελληνικά, έχοντας επίσης ως αντικείμενο τη σύνταξη του ημερησίου δελτίου τύπου, κατόπιν επιλογής της οικονομικής επικαιρότητας, λόγω του επαγγέλματός της ως δημοσιογράφου και της προϋπηρεσίας της στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων στην Αθήνα.
Στα καθήκοντά της αυτά η αναιρεσείουσα ανταποκρίθηκε με απόλυτη επιτυχία, γεγονός που αναγνωρίστηκε από τους προϊσταμένους της και είχε σαν αποτέλεσμα και την κατά τα άνω ανανέωση της συμβάσεως εργασίας της. Όμως από την άνοιξη του έτους 1999 η εποπτεύουσα Αρχή, ήτοι η Δ/νση Εξωτερικών Εμπορικών Σχέσεων του Γαλλικού Υπουργείου Οικονομικών και Βιομηχανίας, που ως Κεντρική Υπηρεσία αποφασίζει και δίδει τις γενικές κατευθύνσεις για τη λειτουργία των Εμπορικών τμημάτων των Πρεσβειών, αποφάσισε την αναδιάρθρωση του Εμπορικού τμήματος της Γαλλικής Πρεσβείας στην Αθήνα και ειδικότερα αποφασίστηκε η κατάργηση δύο θέσεων γραμματείας, καθώς επίσης και η κατάργηση της σύνταξης του ημερήσιου οικονομικού δελτίου, την οποία ανέλαβε το Πολιτικό τμήμα της Πρεσβείας παράλληλα με την σύνταξη του πολιτικού ημερησίου δελτίου.
Αντίθετα αποφασίστηκε η ενίσχυση σε τομείς που το Γαλλικό Δημόσιο ήθελε να προωθήσει στην Ελλάδα, όπως νέα τεχνολογία, μεγάλα έργα, θέματα υγείας, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και Ολυμπιακοί Αγώνες. Εν όψει των τελευταίων έπρεπε να προσληφθεί προσωπικό εξειδικευμένο στην παρακολούθηση των συμβάσεων Ολυμπιακών Έργων.
Μετά ταύτα και αφού καταργήθηκε η θέση της γραμματέως, την οποία κατείχε η αναιρεσείουσα, το εναγόμενο προέβη στην έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της από 30-9-1999 καταβάλλοντας σ΄ αυτή τη νόμιμη αποζημίωση από 2.038.136 δραχμές. Η καταγγελία αυτή που υπογράφεται από τον Οικονομικό και Εμπορικό Σύμβουλο, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Οικονομικής Ανάπτυξης του Εμπορικού τμήματος της Γαλλικής Πρεσβείας .....
δεν έγινε από λόγους εμπάθειας του εν λόγω συμβούλου προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας, ο οποίος σύμβουλος ανέλαβε τα καθήκοντά του από 1-9-1999, ούτε βέβαια του προκατόχου του ......., ο οποίος ήταν Προϊστάμενος της ενάγουσας κατά το χρόνο που ασκούσε τα καθήκοντά της. Με τον τελευταίο, όπως και η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται είχε άριστη συνεργασία, για την οποία αυτός επανειλημμένως της είχε εκφράσει την ευγνωμοσύνη του.
Όσον αφορά τον αναπληρωτή του .......δεν προέκυψε ότι αυτός εισηγήθηκε την απόλυσή της εξ αιτίας των λόγων υγείας που αντιμετώπιζε (η αναιρεσείουσα), οι οποίοι λόγοι την εξανάγκασαν να απουσιάσει από την εργασία της (εγχειρίστηκε στον εγκέφαλο, σε νοσοκομείο των Η.Π.Α. τον Δεκέμβριο 1997) και εν συνεχεία να εργάζεται με μειωμένο ωράριο.
Το γεγονός ότι ο ως άνω αναπληρωτής Σύμβουλος της ζήτησε βεβαίωση από το ΙΚΑ, από την οποία να δικαιολογείται η μειωμένη απασχόλησή της, μη αρκεσθείς στην προσκομισθείσα βεβαίωση της ιατρού της Γαλλικής Πρεσβείας, δεν μαρτυρεί εμπάθεια αυτού προς το πρόσωπό της, αλλά την τήρηση της νομιμότητας, εν όψει του ότι το ΙΚΑ ήταν η αρμόδια υπηρεσία για τη χορήγηση του σχετικού πιστοποιητικού και όχι η ιατρός της Γαλλικής Πρεσβείας, αφού η σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας διεπόταν από την Ελληνική νομοθεσία.
Εξ άλλου η αναδιάρθρωση των Υπηρεσιών του τμήματος Οικονομικής Ανάπτυξης της Γαλλικής Πρεσβείας στην Αθήνα, δεν εφευρέθηκε ως πρόσχημα για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, διότι πράγματι έλαβε χώρα η αναδιάρθρωση αυτή με την κατάργηση των δύο θέσεων γραμματειακής υποστήριξης, γι΄ αυτό συγχρόνως με την αναιρεσείουσα απολύθηκε και η επίσης ασκούσα καθήκοντα γραμματέως .......
και τούτο, όπως προαναφέρθηκε, καθ΄ υπόδειξη της Προϊσταμένης Κεντρικής Αρχής στη Γαλλία και προκειμένου να ενισχυθούν οι τομείς της νέας τεχνολογίας και των μεγάλων έργων, εν όψει και των Ολυμπιακών Αγώνων 2004. Έτσι μετά την καταγγελία των συμβάσεων των ως άνω γραμματέων (αναιρεσείουσας και.......) προσελήφθησαν δύο νέοι υπάλληλοι για την εκτέλεση καθηκόντων σε εντελώς εξειδικευμένους τομείς, η Γαλλίδα υπήκοος ......., που τοποθετήθηκε στον κλάδο της βιοτεχνολογίας ιατρικού και νοσοκομειακού υλικού και ο ......, χημικός μηχανικός, που τοποθετήθηκε στον κλάδο των αγροτικών προϊόντων ως υπεύθυνος των εξοπλισμών για βιομηχανίες τροφίμων των αγροτικών προϊόντων.
Στο τμήμα καταναλωτικών αγαθών προσλήφθηκε την 1-1-2000 στην ειδικότητα του βοηθού ταμεία η ........ Γαλλικής και Ελληνικής υπηκοότητας, η οποία, όπως καταθέτει ο ως άνω Εμπορικός και Οικονομικός Σύμβουλος ......., βοηθάει αυτόν και τον αναπληρωτή του στα θέματα των Ολυμπιακών Αγώνων. Είναι γεγονός ότι στα καθήκοντα της ίδιας θέσης μπορούσε να ανταποκριθεί και η ενάγουσα, λόγω των ως άνω προσόντων της και της εμπειρίας της στις δημόσιες σχέσεις και επαφές με διεθνείς Οργανισμούς.
Άλλωστε για τις ικανότητές της αυτές ο προκάτοχος του ως άνω συμβούλου, ο .......με τις από 18-8-1999 επιστολές του προς τον Γενικό Διευθυντή και το Διευθυντή της Οργανωτικής Επιτροπής Ο.Α. αντίστοιχα, συνέστησε και υπέδειξε την αναιρεσείουσα για συνεργάτιδα. Όμως η πρόσληψη της ....... δεν είχε προγραμματιστεί κατά το χρόνο που αποφασίστηκε η απόλυση της αναιρεσείουσας ήτοι την 28-6-1999, όπως η τελευταία αναφέρει στην αγωγή της, ούτε κατά την 30-9-1999, όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας και επομένως η καταγγελία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη ως οφειλόμενη σε προσωπικούς λόγους ή σε άλλα επιλήψιμα κίνητρα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Ως προς τις λοιπές προσλήψεις κατά τα έτη 2000 και 2001 στις οποίες αναφέρεται και η εκκαλουμένη, αυτές αφορούσαν ειδικότητες διαφορετικές εκείνης της αναιρεσείουσας και έγιναν για να αντικαταστήσουν υπαλλήλους που αποχώρησαν από την υπηρεσία οικειοθελώς ή λόγω συνταξιοδότησης. Τέλος όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το αναιρεσίβλητο θα μπορούσε να επιλέξει το ολιγότερο επαχθές μέτρο για την επίτευξη της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών του και δη να την μεταφέρει στην θέση του συναδέλφου της ......, που επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί, αντί να την απολύσει, ισχυρισμό που δέχθηκε η εκκαλούμενη και έκανε δεκτή την αγωγή, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προαναφερόμενος υπάλληλος κατέστησε γνωστή την πρόθεσή του να συνταξιοδοτηθεί (δεδομένου ότι δεν είχε συμπληρώσει το νόμιμο όριο ηλικίας για συνταξιοδότηση) μετά την απόλυση της αναιρεσείουσας (βλ.
την 1-2-2000 επιστολή του προς τον Οικονομικό και Εμπορικό Σύμβουλο) και εν πάσει περιπτώσει, αυτός δεν μπορούσε να αντικατασταθεί από την αναιρεσείουσα, διότι το αντικείμενό του ήταν εξειδικευμένο στον κλάδο της εμπορίας γαλλικών αυτοκινήτων στην Ελλάδα και ουδεμία σχέση είχε με το αντικείμενο εργασίας της αναιρεσείουσας.
Κατέληξε δε το Εφετείο ότι από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας δεν έρχεται σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς δεν είναι καταχρηστική. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ευθέως ή εκ πλαγίου διαλαμβάνοντας πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας στη διαδικασία των εργατικών διαφορών αποτελεί η λήψη τους μετά προηγούμενη πριν από 24 τουλάχιστον ώρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, οπότε καλύπτεται η τυχόν έλλειψη της κλητεύσεως αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών έλαβε υπόψη την 558/2002 ένορκη βεβαίωση του ......, που δόθηκε ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Μαρίας Νικ.
Δερτούζου την 1.3.2002, χωρίς κλήτευση της αναιρεσείουσας αφού αυτή είχε κλητευθεί με δήλωση στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης για την 28.2.2002. Ο λόγος αυτός κατά το άνω μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο γιατί πέραν του ότι δεν προσκομίζονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης για να διαπιστωθεί αν η κλήτευση της αναιρεσείουσας έγινε για την ημερομηνία 28.2.2002, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα παρέστη δια πληρεξουσίας δικηγόρου κατά τη λήψη ενώπιον της παραπάνω συμ/φου της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης.
Ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο μέρος του δια του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ....... της λήψης υπόψη της άνω ένορκης βεβαίωσης, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος καθόσον ο ενόρκως βεβαιώσας ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος του αναιρεσίβλητου, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο γιατί από το περιεχόμενο της άνω ένορκης βεβαίωσης προκύπτει ότι ο εμφανισθείς εξετάσθηκε με την ιδιότητα του οικονομικού και εμπορικού συμβούλου, προϊσταμένου της Υπηρεσίας οικονομικής ανάπτυξης του Εμπορικού Τμήματος της Πρεσβείας της Γαλλίας στην Αθήνα και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου Γαλλικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.4.2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 3438/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ