Legislator Case Law & Legislation
1460/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal, remands appeal case to Court of Appeal for substantive review.

Case Number 1460/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, ruling that no grounds for retrial existed. The Court found that the First Instance Court correctly applied substantive law regarding data processing consent and liability. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal to retry the appeal filed against the District Court's original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(a), 577(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment is admissible only if substantive law is violated, and if the appellate court's decision is remanded, the case must be retried on the merits by the appellate court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation remand for retrial data processing consent personal data liability Court of Appeal jurisdiction legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 534 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 25/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1460 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1460/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαδογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Δ., 2) Δ. Σ. του Β., 3) Α. συζύγου Δ. Σ., το γένος Α. Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μηλιαράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21/2/2017 (2) αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 910/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12061/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/10/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 29-10-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών υπ' αριθμ. 12061/2018 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 19-10-2017 έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 910/2017 εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε τις από 21-2-2017 δύο συνεκδικασθείσες αγωγές εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμες υποχρεώνοντας την εναγόμενη, νυν αναιρεσείουσα, να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη 'προσβολή της προσωπικότητάς τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. παρ. 3, 566 παρ. ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων, που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1).

Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ. 2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1).

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του (παρ. 1).

Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ... (παρ. 3).

Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)".

Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1).

Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3).

Με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους, β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του, δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού, ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.

Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει, ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων:

α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.

Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.

Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βούλησης του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.

ια' του ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.

Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.

Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ' του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.

Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων, που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.

Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.

Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.

Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1140/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών , που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 8-2-2008 η ενάγουσα της πρώτης αγωγής και ήδη πρώτη εκκαλούσα συνήψε με την εναγομένη αμφοτέρων των αγωγών και ήδη εφεσίβλητη την υπ' αριθμ. 4209954900 σύμβαση επισκευαστικού τοκοχρεολυτικού δανείου ποσού 45.000 ευρώ με προσημείωση υποθήκης ακινήτου, με εγγυητές τους ενάγοντες της δεύτερης αγωγής και ήδη δεύτερο και τρίτη των εκκαλούντων (όλοι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι) και με διάρκεια αποπληρωμής του 15 έτη από τη σύναψη.

Κατά την κατάρτιση της σύμβασης η εναγόμενη συνέλεξε τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά δεδομένα τόσο της ενάγουσας της πρώτης αγωγής ως πρωτοφειλέτριας (και δη το επώνυμο, το όνομα, το όνομα πατρός, τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, τη διεύθυνση κατοικίας, τον αριθμό του σταθερού τηλεφώνου και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου), όσο και εκείνα των εναγόντων της δεύτερης αγωγής ως εγγυητών (και δη από καθένα εξ αυτών το επώνυμο, το όνομα, το όνομα πατρός, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, τη διεύθυνση κατοικίας και τον αριθμό σταθερού τηλεφώνου).

Σύμφωνα με τον όρο 18 της σύμβασης των διαδίκων "Ο οφειλέτης και ο εγγυητής ενημερώθηκαν από τον Υπεύθυνο Επεξεργασίας Ε. Τ. Α.Ε. και συγκατατίθενται ειδικώς και ελευθέρως στην εκ μέρους της Τράπεζας συλλογή, τήρηση σε αρχείο και επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Νόμου 2472/97, όπως ισχύει σήμερα, και για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης δανείου, των οποίων αποδέκτες θα είναι η ...Τράπεζα και οι θυγατρικές της εταιρίες...Ο οφειλέτης και ο εγγυητής συναινούν επίσης ρητά στη διαβίβαση προς επεξεργασία κατά την έννοια του Ν. 2472/97 των προσωπικών του δεδομένων της παρούσας σύμβασης, όπως και αυτών που αφορούν στην κίνηση του λογαριασμού του δανείου που αιτείται και λαμβάνει ο οφειλέτης, όπως και τυχόν προηγούμενων δανειακών λογαριασμών του οφειλέτη, σε διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και δεδομένων συγκέντρωσης κινδύνων για την προστασία της πίστης και την εξυγίανση τών συναλλαγών.

Αποδέκτες των δεδομένων αυτών είναι μόνο πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοοικονομικά ιδρύματα. Υπεύθυνος επεξεργασίας είναι η "Τ. Α.Ε."... Το 2016 η ενάγουσα της πρώτης αγωγής άρχισε να καταβάλλει τις μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις του δανείου με μικρή καθυστέρηση. Λόγω της καθυστέρησης πληρωμής κάποιων δόσεων η εναγομένη ανέθεσε παράνομα και αντισυμβατικά την είσπραξη της οφειλής και την ενημέρωση μέσω τηλεφώνου των οφειλετών της (της ενάγουσας της πρώτης αγωγής ως πρωτοφειλέτριας και των εναγόντων της δεύτερης αγωγής γονέων της ως εγγυητών) για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών στις ανώνυμες εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις (ν. 3758/2009) με τις επωνυμίες "F.

Α.Ε." και "Μ. Α. Ε. Ε. Ο.", στις οποίες διαβίβασε τόσο τα ως άνω προσωπικά τους δεδομένα, όσο και το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής (τα μεν δεδομένα της ενάγουσας τής πρώτης αγωγής σε αμφότερες τις εταιρείες ενημέρωσης, τα δε δεδομένα των εναγόντων της δεύτερης αγωγής μόνο στην πρώτη ως άνω εταιρεία με την επωνυμία "F.

Α.Ε."), χωρίς προηγουμένως να τους έχει ενημερώσει για αυτή τη διαβίβαση στις ως άνω συγκεκριμένες εταιρείες και οι οποίες όχλησαν επανειλημμένως τηλεφωνικά τους ενάγοντες αφμοτέρων των αγωγών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών της ενάγουσας της πρώτης αγωγής από το δάνειο (28 τηλεφωνικές κλήσεις προστηθέντων υπαλλήλων της "F.

Α.Ε." στο κινητό τηλέφωνο της ενάγουσας της πρώτης αγωγής, 23 κλήσεις προστηθέντων υπαλλήλων της "Μ. Α. Ε. Ε. Ο." στο κινητό τηλέφωνο της ενάγουσας της πρώτης αγωγής και 3 κλήσεις των προστηθέντων υπαλλήλων της "F. Α.Ε." στο σταθερό τηλέφωνο των εναγόντων της δεύτερης αγωγής). Ειδικότερα, η εν λόγω διαβίβαση των απλών προσωπικών δεδομένων και του δυσμενούς οικονομικού στοιχείου ήταν παράνομη, καθόσον σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 18 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αποδέκτες αυτών των δεδομένων θα ήταν μόνο η εναγομένη, θυγατρικές της εταιρείες, καθώς και η "Τ.

Α.Ε." και όχι τρίτες εταιρείες, όπως οι ανωτέρω Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις (ν. 3758/2009). Εξάλλου, στο ίδιο άρθρο της σύμβασης δεν αναφέρεται με σαφή τρόπο τόσο ο σκοπός της επεξεργασίας, όσο και τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας ή οι κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων (άρθρο 11 παρ. 1β;

γ ν. 2472/1997), με αποτέλεσμα τα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών να κινδυνεύουν να καταστούν αντικείμενο συνεχούς οικονομικής εκμετάλλευσης όχι μόνο για τους σκοπούς μίας και μόνο σύμβασης (της επίδικης) από την εναγομένη, αλλά για ευρύτερους σκοπούς από άλλες (άγνωστες) εταιρείες, προβλέποντας αόριστο και ευρύ κύκλο αποδεκτών, χωρίς να εξασφαλίζεται το απόρρητο και η ασφάλεια επεξεργασίας των προσωπικών τους δεδομένων.

Σε κάθε δε περίπτωση, δεν τηρήθηκε εν προκειμένω η διαδικασία του άρθρου 11 παρ. 3 ν. 2472/1997, ήτοι δεν υπήρξε, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε μεταγενέστερο της συλλογής των προσωπικών τους δεδομένων στάδιο προηγούμενη ενημέρωσή τους για τη μέλλουσα ανακοίνωση των προσωπικών τους δεδομένων στις ως άνω δύο συγκεκριμένες εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, με τις οποίες συνεργαζόταν η εναγομένη, το είδος των δεδομένων που θα διαβίβαζε και τον σκοπό της επεξεργασίας τους, μη αρκούσης της γενικής και αόριστης προδιατυπωμένης αναφοράς στα μηνιαία ειδοποιητήρια που τους απέστελνε ότι "Η Τράπεζα δύναται να αναθέσει σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών την ενημέρωση του οφειλέτη ή/και του εγγυητή για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους (σύμφωνα με το Ν. 3759/2009), γνωστοποιώντας στις εταιρείες αυτές μόνο όσα προσωπικά στοιχεία τους απαιτούνται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία", πολλώ δε μάλλον δεν αποδείχθηκε ότι τηρήθηκε το άρθρο 10 του ιδίου νόμου για το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας των προσωπικών τους δεδομένων.

Η δε ανωτέρω παράνομη και αντισυμβατική διαβίβαση προσωπικών δεδομένων των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών και του δυσμενούς οικονομικού στοιχείου από την εναγομένη αμφοτέρων των αγωγών τράπεζα διά των προστηθέντων υπαλλήλων της στις ως άνω εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών έγινε από υπαιτιότητα της ίδιας της τράπεζας, καθώς η τελευταία όφειλε να γνωρίζει ως τράπεζα με οργανωμένο νομικό τμήμα την πιθανότητα να επέλθει βλάβη στους ενάγοντες αμφοτέρων των αγωγών και δη ότι η αιφνίδια όχλησή τους από τις εταιρείες αυτές χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή τους θα τους προκαλούσε αιφνιδιασμό, ψυχική αναστάτωση, θυμό και αγανάκτηση, όπως και πράγματι έγινε, εν προκειμένω (άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2479/1997).

Επομένως, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης αμφοτέρων των αγωγών προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών και προκλήθηκε σε αυτούς ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικασθεί το ποσό των 6.000 ευρώ σε καθένα εξ αυτών, ποσό που κρίνεται εύλογο και δίκαιο με βάση της περιστάσεις (άρθρα 932 ΑΚ, 23 παρ. 1 και 2 ν. 2472/1997).

Συνεπώς, πρέπει αμφότερες οι αγωγές να γίνουν δεκτές ως και ουσία βάσιμες". Με τις σκέψεις του αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει τις ένδικες συνεκδικαζόμενες αγωγές των εναγόντων κατ'ουσία, και αφού κράτησε και δίκασε αυτή, τις δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το ποσό των 6.000 ευρώ, νομιμοτόκως.

Συμπερασματικά, κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) η αναιρεσείουσα δανείστρια Τράπεζα, κατά την κατάρτιση της μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσίβλητης δανειολήπτη σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, την εκτέλεση της οποίας εγγυήθηκαν οι ενάγοντες της άλλης συνεκδικασθείσας αγωγής συνέλεξε από τους ίδιους, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν, όπως τα στοιχεία του ονόματός του και τον αριθμό τηλεφώνου της οικίας του, καθώς, ακολούθως, και της εξέλιξης του ύψους της εκ του δανείου οφειλής, καθόσον το δάνειο δεν είχε ομαλή εξέλιξη και είχε καθυστερήσει η πληρωμή ορισμένων ληξιπρόθεσμων δόσεων αυτού, β) η αναιρεσείουσα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν την δανειολήπτρια και τους εγγυητές του δανείου αναιρεσίβλητους, διαβίβασε τα ως άνω προσωπικά δεδομένα των τελευταίων, και την επεξεργασία τους, στις ως άνω εταιρείες ...

για να χρησιμοποιήσουν αυτά στην ενημέρωση του αναιρεσιβλήτων για την οφειλή τους και την υπενθύμιση της υποχρέωσης καταβολής αυτής στην αναιρεσείουσα, γ) η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσιβλήτων στις ανωτέρω εταιρείες, έγινε χωρίς η αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας αυτών, να ενημερώσει αυτούς ως υποκείμενα των δεδομένων, ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες θα είναι αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων, δ) στη σχετική δανειακή σύμβαση, που η πρώτη αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε και υπέγραψε ως δανειλήπτρια και οι λοιποί ενάγοντες ως εγγυητές, αναγράφεται, εκτός των άλλων, στον όρο 18 της σύμβασης των διαδίκων "Ο οφειλέτης και ο εγγυητής ενημερώθηκαν από τον Υπεύθυνο Επεξεργασίας Ε.

Τ. Α.Ε. και συγκατατίθενται ειδικώς και ελευθέρως στην εκ μέρους της Τράπεζας συλλογή, τήρηση σε αρχείο και επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Νόμου 2472/97, όπως ισχύει σήμερα, και για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης δανείου, των οποίων αποδέκτες θα είναι η ...

Τράπεζα και οι θυγατρικές της εταιρίες...Ο οφειλέτης και ο εγγυητής συναινούν επίσης ρητά στη διαβίβαση προς επεξεργασία κατά την έννοια του Ν. 2472/97 των προσωπικών του δεδομένων της παρούσας σύμβασης, όπως και αυτών που αφορούν στην κίνηση του λογαριασμού του δανείου που αιτείται και λαμβάνει ο οφειλέτης, όπως και τυχόν προηγούμενων δανειακών λογαριασμών του οφειλέτη, σε διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και δεδομένων συγκέντρωσης κινδύνων για την προστασία της πίστης και την εξυγίανση των συναλλαγών.

Αποδέκτες των δεδομένων αυτών είναι μόνο πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοοικονομικά ιδρύματα. Υπεύθυνος επεξεργασίας είναι η "Τ. Α.Ε...". Υπό τα δεδομένα αυτά, η ενημέρωση των υποκειμένων προσωπικών δεδομένων στην κρινόμενη υπόθεση αναιρεσιβλήτων, από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων αναιρεσείουσα, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη σχετική αναγραφή στην προαναφερθείσα έντυπη σύμβαση του δανείου, αλλά και στις αποσταλείσες μηνιαίες ειδοποιήσεις καταβολής των επί μέρους οφειλών τους, ότι αποδέκτες των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των αναιρεσιβλήτων δανειολήπτη και εγγυητών, τα οποία αφορούν την είσπραξη των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με τη σύμβαση δανείου, είναι, εκτός των άλλων, και συνεργαζόμενα με την Τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως οι προαναφερθείσες εταιρείες, πληροί την απαιτούμενη, κατά τα γενόμενα δεκτά, ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για τους αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων και συνεπώς η ενέργεια αυτή της αναιρεσείουσας δεν συνιστούσε παραβίαση των ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 1 περ.

γ' ν. 2472/1997. Και τούτο διότι, λαμβανομένου υπόψη ότι, οι ανωτέρω εταιρείες, στις οποίες διαβιβάστηκαν τα προσωπικά δεδομένα των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων θεσπίσθηκαν το πρώτον με το ν. 3758/2009, δηλαδή μετά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να αναγραφεί στην επίμαχη δανειακή σύμβαση ότι τα ως άνω δεδομένα θα διαβιβασθούν και σ' αυτές, εμπίπτουν στην έννοια των "συνεργαζομένων", με την αναιρεσείουσα, εναγομένη, τράπεζα νομικών προσώπων, αφού είχε αναθέσει, σ' αυτές, να εισπράττουν, για λογαριασμό της, από τους δανειολήπτες, οφειλέτες της, τις κατ' αυτών απαιτήσεις της.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και έκρινε ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα, όφειλε, εκτός από την πραγματοποιηθείσα κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσίβλητων, να προβεί σε ενημέρωση αυτών για τη διαβίβαση των προσωπικών τους δεδομένων, κατά το χρόνο διαβίβασης αυτών στις ως άνω εταιρείες και με την παράλειψή της αυτή και την εν συνεχεία χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού, από τις ως άνω εταιρείες, προκάλεσε σ' αυτούς ηθική βλάβη και θεμελίωσε την αξίωσή τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη υπαγωγή, σ' αυτούς, των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μόνος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 1 εδ. α' άρθρου 560 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, με το οποίο, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, δέχθηκε τις ένδικες αγωγές των αναιρεσιβλήτων και τους επιδίκασε το παραπάνω χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου (Στέφανος Πανταζόπουλος) η υπό τα δεδομένα αυτά, η ενημέρωση του υποκειμένου προσωπικών δεδομένων, στην κρινόμενη υπόθεση των αναιρεσιβλήτων, από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων αναιρεσείουσα, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη γενική και αόριστα προδιατυπωμένη αναφορά στα μηνιαία ειδοποιητήρια που τους απέστελνε ότι "Η Τράπεζα δύναται να αναθέσει σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών την ενημέρωση του οφειλέτη ή/και του εγγυητή για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους (σύμφωνα με το Ν. 3759/2009), γνωστοποιώντας στις εταιρείες αυτές μόνο όσα προσωπικά στοιχεία τους απαιτούνται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία", δίχως να αναφέρεται εκεί ο σκοπός της επεξεργασίας και δίχως συγκεκριμένο προσδιορισμό τους και μάλιστα στις προαναφερθείσες εισπρακτικές εταιρείες, οι οποίες δεν εντάσσονται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στην "Τ.

ΑΕ", όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, (προφανώς με βάση την τελολογία της σύμβασης για την ενημέρωσή τους ως προς την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών αναιρεσιβλήτων), αλλά ασχολούνται με την είσπραξη των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με τη σύμβαση δανείου, και δίχως να υπάρχει ρητή και με πλήρη επίγνωση δήλωση βούλησης (συγκατάθεση) του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων στη διαβίβασή τους στις ως άνω εταιρείες, δεν πληροί την απαιτούμενη ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων για την ως άνω διαβίβασή τους στις ως άνω εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, οι οποίες επί πλέον δεν υπάγονταν στα αναφερόμενα στην υπογραφείσα σύμβαση δανείου νομικά πρόσωπα και στην "Τ.

ΑΕ". Άλλωστε, κατά τον επικαλούμενο χρόνο πραγματοποίησης της ενημέρωσης των αναιρεσιβλήτων για τους αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων, δεν ίσχυε ο ν. 3758/2009, με τον οποίο προβλέφθηκε και ρυθμίστηκε η λειτουργία των εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών, και συνεπώς, δεν υπήρχε αυτή η κατηγορία αποδεκτών, στην οποία εντάσσεται η ως άνω εταιρεία και στην οποία η αναιρεσείουσα κοινοποίησε τα προσωπικά δεδομένα των αναιρεσιβλήτων, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπήρξε η απαιτούμενη ενημέρωση.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και έκρινε ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα, όφειλε, εκτός από την πραγματοποιηθείσα κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσιβλήτων, να προβεί σε ενημέρωση αυτών για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, κατά το χρόνο διαβίβασης αυτών στις ως άνω εταιρείες και με την παράλειψή της αυτή και την εν συνεχεία χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτών, από τις ως άνω εταιρείες, προκάλεσε σ' αυτούς ηθική βλάβη και θεμελίωσε την αξίωσή τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, δεν παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη υπαγωγή, σ' αυτούς, των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, κατά την άποψη της μειοψηφίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μόνος αναιρετικός λόγος, που κατά το περιεχόμενό του εκτιμάται ως εντασσόμενος στον αριθμό 1 εδ. α' άρθρου 560 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Συνακόλουθα τούτων και μετά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επανεκδίκαση της υπόθεσης από το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 910/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι επίδικες αγωγές απορρίφθηκαν, με την αιτιολογία ότι δεν απαιτείται συγκατάθεση των εναγόντων-υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων για τη διαβίβαση των δεδομένων τους στις προαναφερθείσες εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, διότι οι τελευταίες εκτελούν την επεξεργασία τους για λογαριασμό της υπεύθυνης της επεξεργασίας εφεσίβλητης-εναγομένης (νυν αναιρεσείουσας) και συνεπώς δεν υπήρξε παραβίαση αυτής αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των αναιρεσιβλήτων και επί πλέον η ίδια δεν ενήργησε με υπαιτιότητα, διότι η διαβίβαση των δεδομένων έγινε με σκοπό την είσπραξη των απαιτήσεων και όχι για την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων.

Μετά την αναίρεση της υπ' αριθμ. 12601/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε αντίθετα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα αυτή απόφαση και συνεπώς, αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ήτοι η έφεση, αφού η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Συνεπώς, στο Εφετείο, στην προκείμενη περίπτωση, δεσμευόμενο από την παρούσα απόφαση, αναφορικά με το γενόμενο δεκτό λόγο αναίρεσης, υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασής του, με βάση την έκταση της αναίρεσης, ως προς την απόρριψη της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε ορθά και απέρριψε τις αγωγές των εναγόντων και δεν υπάρχει έδαφος για εξέταση άλλων λόγων έφεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, προκειμένου να δικαστεί η από 19-10-2017 έφεση των εναγόντων, να απορριφθεί δε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού αντικατασταθεί η ως άνω αιτιολογία με την αναφερόμενη στην ως άνω αναιρετική απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης και της επί της έφεσης δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 12061/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 19-10-2017 έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 910/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ