Legislator Case Law & Legislation
1460/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against bankruptcy law application due to erroneous interpretation of fraud elements.

Case Number 1460/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding bankruptcy proceedings. The lower court incorrectly required proof of direct fraud by the debtor, whereas the law only mandates proof of possible fraud. Consequently, the Supreme Court found the first-instance reasoning flawed and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 Law 3869/2010; Art. 330 Civil Code: The Supreme Court established that the lower court erred by demanding direct fraud from the debtor when the law only requires possible fraud, necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings fraudulent concealment direct fraud possible fraud remand for retrial appellate review Civil Code interpretation

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 Law 3869/2010
Art. 330 Civil Code
Art. 560 para. 1 KPolD
Art. 580 para. 3 lit. b KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 8 para. 6 Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1460 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1460/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2012 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κερκύρας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 414/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1203/2014 μη οριστική και 1236/2015 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. .../11-12-2018 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή περιφερείας του Εφετείου Κερκύρας με έδρα το Πρωτοδικείο Κερκύρας Μ. Ν. Μ. και τις υπ' αριθμ. .../9-11-2018 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Α. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 26-2-2018 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-3-2019), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες: α) Σ. Π. του Κ., β) "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και γ) "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Κατά συνέπεια, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη.

Επίσης, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάσημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του ως άνω νόμου, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/ 2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, "...οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", σύμφωνα δε με τον αριθμό 6 του άρθρου αυτού, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 1236/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης σαράντα έξι ετών, είναι διαζευγμένη και μητέρα ενός ενηλίκου τέκνου, της Μ.-Ά.

Κ., ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, είκοσι ετών. Σε χρόνο προγενέστερο από την κατάθεση της αίτησης είχε αναλάβει έναντι των καθών η αίτηση τα κάτωθι αναφερόμενα χρέη και οι οφειλές της ανέρχονταν, ως προς την πρώτη των καθών την 16-1-2011 στο συνολικό ποσό των 9.014,89 ευρώ, ως προς τη δεύτερη των καθών την 13-5-2011 στο συνολικό ποσό των 23.448,42 ευρώ, ενώ η οφειλή της προς την τρίτη των καθών ανερχόταν την 30-11-2012 στο συνολικό ποσό των 262.910,03 ευρώ, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται, με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα...

Οι ανωτέρω υπό στοιχεία 1 και 2 απαιτήσεις της τρίτης των καθών-πιστώτριας είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημειώσεις υποθήκης, πρώτης και δεύτερης τάξης αντίστοιχα, συνολικού ποσού 341.555,54 CHF, οι οποίες ενεγράφησαν επί του υπό στοιχείου Α2 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου μίας πολυώροφης οικοδομής κειμένης στη θέση "..." ..., εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 87,19, καθώς και επί της υπό στοιχείο ...

αποθήκης του υπογείου ορόφου της ίδιας ως άνω πολυώροφης οικοδομής, η οποία αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 26,04, συνολικής αντικειμενικής αξίας 96.637,27 ευρώ. Οι εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες είχαν περιέλθει στην αιτούσα, κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...16-7-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κερκύρας Ανδρονίκης Μπάκολη-Σπανού, νομίμως καταχωρισθέντος στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Κερκύρας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα εργαζόταν ως υπάλληλος (πωλήτρια) σε πολυεθνική εταιρεία, αποκερδαίνοντας από την εργασία της το ποσό των 1.600,00 ευρώ μηνιαίως, από το έτος 2003 έως το έτος 2009, οπότε και απολύθηκε, έκτοτε δε εργαζόταν περιστασιακά, παραμένοντας ουσιαστικά άνεργη μέχρι το έτος 2011, ενώ από το έτος 2012 εργάζεται ως υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο γαλακτοκομικών προϊόντων, με μηνιαίο καθαρό μισθό ύψους 669,41 ευρώ. Η ενήλικη θυγατέρα της αιτούσας είναι σπουδάστρια από το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2011-2012 στο ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης ΙΕΚ ... στην Αθήνα με διάρκεια σπουδών τέσσερα εξάμηνα.

Καθώς, λόγω των σπουδών της, δεν απασχολείται σε κάποια εργασία έναντι αμοιβής, τα έξοδα διαβίωσής της (δίδακτρα, διατροφή, δαπάνες συντήρησης κατοικίας, ένδυσης και μετακινήσεων), ύψους περίπου 250,00 ευρώ μηνιαίως, βαρύνουν αποκλειστικά την αιτούσα μητέρα της. Η τελευταία κατοικεί στο προαναφερθέν διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής κειμένης στη θέση "..." ..., εμβαδού 87,19 τ.μ., το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της, ενώ έχει επίσης στην κυριότητά της ένα οικόπεδο έκτασης 1.373,22 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." του οικισμού ..., μετά της εντός αυτού ημιτελούς ισόγειας οικοδομής εμβαδού 105,57 τ.μ.

και του δικαιώματος αέρος και υψούν ύπερθεν αυτής απεριορίστως, το οποίο δεν της αποφέρει εισόδημα και περιήλθε στην κυριότητά της λόγω γονικής παροχής, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../31-3-1997 πράξης του συμβολαιογράφου Κερκύρας Μιχαήλ Βραδή, νομίμως μεταγραφείσας. Επίσης, εκτιμάται, λαμβανομένων υπόψη της κοινής λογικής και πείρας, ότι το ποσό που απαιτείται ως αναγκαία μηνιαία δαπάνη για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της ενήλικης θυγατέρας της (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λογαριασμοί, δαπάνες συντήρησης τέκνου) ανέρχεται σε 500,00 ευρώ, συνυπολογιζομένου και του γεγονότος ότι ο οφειλέτης, ο οποίος ζητά να υπαχθεί στις ευεργετικές γι' αυτόν διατάξεις του οικείου νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απόλυτα απαραίτητες, για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα των μηνιαίων καταβολών στους δανειστές.

Δεδομένου δε ότι η αιτούσα δεν έχει άλλο εισόδημα πλην του μισθού της, αναγκάζεται, εκ των πραγμάτων, να υποβληθεί σε στερήσεις και να ζητήσει τη βοήθεια των γονέων της, όπως προέκυψε από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Εξάλλου, από τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή του το παρόν δικαστήριο προκύπτει ότι οι δανειακές συμβάσεις με το υψηλότερο ποσό δανειοδότησης, ήτοι οι υπ' αριθμ. ...

συμβάσεις στεγαστικού δανείου, καθώς και η υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής πίστωσης μέσω έκδοσης πιστωτικής κάρτας και οι υπ' αριθμ. ... συμβάσεις καταναλωτικού δανείου που σύναψε η αιτούσα με την τρίτη καθής-πιστώτρια, καταρτίσθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από την 8-6-2005 έως την 9-9-2008, ήτοι κατά χρόνο κατά το οποίο η αιτούσα είχε ικανοποιητικό εισόδημα της τάξης των 1.600,00 ευρώ μηνιαίως, όπως προαναφέρθηκε, που της επέτρεπε να εξυπηρετεί τις έως τότε αναληφθείσες δανειακές της υποχρεώσεις.

Ωστόσο, η απώλεια της εργασίας της κατά το έτος 2009, η αδυναμία εξεύρεσης νέας σταθερής εργασίας έως το 2012, ο αισθητά μειωμένος, σε σχέση με το παρελθόν, μηνιαίος μισθός της, σε συνδυασμό με την αύξηση των δαπανών της λόγω των σπουδών της θυγατέρας της στην Αθήνα αλλά και λόγω της αύξησης των άμεσων και έμμεσων φόρων, η οποία επιβλήθηκε εξαιτίας της γενικής οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα, είχαν ως αποτέλεσμα να μην επαρκεί πλέον το εισόδημά της για την κάλυψη των στοιχειωδών ανελαστικών της εξόδων και συνακόλουθα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στις προαναφερθείσες δανειακές της υποχρεώσεις, αναγκαζόμενη αρχικά να καταφύγει στη λύση του εκ νέου δανεισμού από τις καθών-πιστώτριες, με την ελπίδα ότι σύντομα η οικονομική της κατάσταση θα βελτιωνόταν και θα μπορούσε να εξυπηρετεί και αυτές, και κατόπιν στην οριστική παύση καταβολής οποιουδήποτε ποσού προς εξυπηρέτηση των ένδικων δανείων της.

Ενόψει των ως άνω εκτιθέμενων, η αιτούσα έχει περιέλθει σε πραγματική μόνιμη αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της, η οποία οφείλεται στη συρρίκνωση των εισοδημάτων της, αρχικά εξαιτίας της περιέλευσής της σε κατάσταση ανεργίας και ακολούθως, λόγω της εύρεσης εργασίας, μετά την πάροδο σχεδόν τριών ετών, με χαμηλό μισθό και αύξησης των οικογενειακών της δαπανών, σε συνδυασμό με το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των ένδικων δανείων της, οι οποίες έχουν περιορίσει σε σημαντικό βαθμό το εισόδημά της, με αποτέλεσμα να μην επαρκεί για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών διαβίωσής της, δηλαδή σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει.

Η κρίση αυτή συνάγεται από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών της, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα η υπολειπόμενη ρευστότητά της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους, οι οποίες πρέπει να σημειωθεί ότι συνεχώς αυξάνονται, εξαιτίας της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, προκειμένου να ρυθμιστούν οι οφειλές της και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων η κύρια κατοικία της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την υπ' αριθμό καταθέσεως 26/10-7-2013 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 414/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κερκύρας, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη από 28-9-2012 (με αριθμό κατάθεσης 93/2-10-2012) αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Κρίνοντας έτσι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης των χρηματικών της οφειλών.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εργάζεται ως υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", στην οποία θα συνεχίζει να εργάζεται, με μηνιαίο καθαρό μισθό 669,41 ευρώ, που είναι το μοναδικό της εισόδημα, ότι οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες αυτής, που είναι διαζευγμένη, και της ενήλικης θυγατέρας της (σπουδάστριας), ανέρχονται στο ποσό των 500 ευρώ, ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς τις καθών η αίτηση τράπεζες ανέρχονται στο ποσό των 9.014,89 ευρώ προς την "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", στο ποσό των 23.448,42 ευρώ προς την "EUROBANK ERGASIAS AE" και στο ποσό των 262.910,03 ευρώ προς την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ότι οι δανειακές συμβάσεις με το υψηλότερο ποσό δανειοδότησης καταρτίσθηκαν κατά τα έτη 2005 έως 2008, όταν τα εισοδήματα της αιτούσας από την εργασία της ανέρχονταν στο ποσό των 1.600,00 ευρώ μηνιαίως που τις επέτρεπαν να εξυπηρετεί τις έως τότε δανειακές της υποχρεώσεις, ότι εξαιτίας, αφενός μεν της απώλειας της εργασίας της κατά το έτος 2009, της αδυναμίας ευρέσεως σταθερής εργασίας έως το 2012 και του αισθητά μειωμένου, σε σχέση με το παρελθόν, μισθού της κατά τη μετά το 2012 χρονική περίοδο, αφετέρου δε του ύψους των βιοτικών αναγκών της και της αύξησης των οικογενειακών της δαπανών, σε συνδυασμό με το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των ένδικων δανείων της, την έχουν οδηγήσει σε αδυναμία να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της και έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.

Η αδυναμία της δε να εξοφλήσει τους πιστωτές της και να καλύψει τις βιοτικές της ανάγκες, δεν αναιρείται από το ότι αυτή έχει στην ιδιοκτησία της το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.373,22 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." του οικισμού ..., μετά την επ' αυτού ημιτελή ισόγεια οικοδομή, που δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Επομένως, οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) οι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ληξιπρόθεσμες οφειλές της αιτούσας, καθώς και τα ποσά που υποχρεούταν κατά τον ίδιο χρόνο να καταβάλει κάθε μήνα, έναντι των αναφερόμενων συνολικών οφειλών της, β) τα κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης εισοδήματα της αιτούσας, ούτε οι αναγκαίες δαπάνες για τη διαβίωσή της τον ίδιο χρόνο, γ) προβλέψεις για τα μελλοντικά της εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσής της, όπως αναμένονταν να διαμορφωθούν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και δ) η εκτιμώμενη εμπορική αξία του οικοπέδου της αιτούσας με την ημιτελή οικοδομή και ο λόγος που δεν το είχε ρευστοποιήσει μέχρι την κατάθεση της αίτησης, ώστε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές της δυσχέρειες, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το σαφές αποδεικτικό πόρισμά του, σχετικά με το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.

Ενόψει τούτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδαφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων (π.χ. εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος κλπ).

Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ 162 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/ 2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2013, ΑΠ 104/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας, με το να κρίνει απορριπτέα ως αόριστη την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο έφεσης ένσταση της αναιρεσείουσας από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και συγκεκριμένα περιστατικά περί εξαπάτησης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων από την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά τη λήψη των δανείων, ενώ για την παραδοχή της ως άνω ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της έφεσης που άσκησε κατά της πρωτόδικής απόφασης, επανέφερε την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως άνω ένστασή της, παραπονούμενη για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο της έφεσής της η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι "η προσβαλλόμενη εσφαλμένως απέρριψε την ένστασή μου ότι η αιτούσα εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής, διότι απέκρυπτε από τους δανειστές την κακή της οικονομική κατάσταση και την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις και εξακολουθούσε να κάνει χρήση της ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που της επέτρεπε το εισόδημά της".

Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε απορριπτέα την ως άνω ένσταση, ως αόριστη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης, η εκκαλούσα προέβαλε, επαναφέροντας τον ήδη προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτοτελή ισχυρισμό ότι η αιτούσα περιήλθε δόλια σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, διότι απέκρυπτε από τους δανειστές της την κακή οικονομική της κατάσταση, ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων και, συνακόλουθα, την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, εξακολουθούσε δε να κάνει χρήση της ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που επέτρεπε το εισόδημά της.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, κρίνεται, ωστόσο, απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφορών αποκλειστικά και μόνο το δόλο της αιτούσας κατά το χρόνο σύναψης των ένδικων δανειακών συμβάσεων (και όχι κατά το μετά την ανάληψη των χρεών τους χρόνο), όπως με ενάργεια προκύπτει από το περιεχόμενο τόσο του οικείου λόγου έφεσης, ως άνω εκτίθεται, όσο και του προβληθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμού και ήδη επανυποβαλλόμενου και εκτιμώμενου ως τρίτου πρόσθετου λόγου έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο η αιτούσα προχώρησε σε υπέρογκο δανεισμό, γνωρίζοντας, ωστόσο, και αποδεχόμενη ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις με μοναδικό εισόδημα το μισθό της, η εκκαλούσα δεν παραθέτει, ως όφειλε, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ως άνω στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού, επιπρόσθετα περιστατικά που συνιστούν πρόκληση, εκ μέρους της αιτούσας-οφειλέτριας, κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών, παραπλάνησης της πιστώτριας τράπεζας ως προς την οικονομική της κατάσταση.

Ενόψει των ως άνω εκτιθέμενων, πρέπει, επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο και ειδικότερα με το να απαιτήσει για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης της υπερχρεωμένης οφειλέτριας σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο αυτής και ειδικότερα εξαπάτηση εκ μέρους της των υπαλλήλων της πιστώτριας τράπεζας, από την οποία δανειοδοτήθηκε, ως προς την οικονομική της κατάσταση, αποκλείοντας τη συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών με ενδεχόμενο δόλο, παραβίασε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, που προσδιορίζει την αόριστη νομική έννοια του δόλου και διακρίνει αυτόν σε άμεσο και ενδεχόμενο, καθόσον αξίωσε πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αφορά στην ένσταση της δεύτερης των καθών η αίτηση - αναιρεσείουσας περί δολίας περιέλευσης της αιτούσας-α' αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1299/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1236/2015 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε. Και Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ