1460/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1460/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο πλαίσιο, λοιπόν, του εν λόγω ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας τέτοιας σύμβασης, η κρίση περί του ότι πρόκειται, αληθώς, περί συμβάσεως αορίστου χρόνου δεν συνιστά μετατροπή της ορισμένης διάρκειας της αρχικής συμβάσεως, αλλά ορθή νομική υπαγωγή του πραγματικού, που εξ αρχής είχε συντελεσθεί, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1460 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1460/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ψ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Ασημακοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Νάξο και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την χρονολογούμενη από 21-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε την 22-1-2013 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν η 36/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 31/2016 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../27-7-2016 έκθεση επιδόσεως του Δ. Μ., δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αιγαίου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ’ αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ’ αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται, ιδίως, στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε μία, ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Οι διατάξεις αυτές, αν και ρητώς προστατεύουν τα δικαιώματα των εργαζομένων μόνο σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, συνδυάσθηκαν διαχρονικά με τις μεταγενέστερες διατάξεις των άρθρων 281 και 671 ΑΚ και 25 παρ.1 και παρ.3 του Συντάγματος και χρησιμοποιήθηκαν σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ανέκυπτε ανάγκη ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας σχέσεως εργασίας, η οποία αν και εμφανιζόταν ως σύμβαση ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα, ανανεούμενη ή επαναλαμβανόμενη, απέβλεπε στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του εργοδότη και γι’ αυτό έπρεπε να χαρακτηρισθεί, ορθώς, ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Στο πλαίσιο, λοιπόν, του εν λόγω ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας τέτοιας σύμβασης, η κρίση περί του ότι πρόκειται, αληθώς, περί συμβάσεως αορίστου χρόνου δεν συνιστά μετατροπή της ορισμένης διάρκειας της αρχικής συμβάσεως, αλλά ορθή νομική υπαγωγή του πραγματικού, που εξ αρχής είχε συντελεσθεί, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
Η εν λόγω ερμηνευτική προσέγγιση θεωρήθηκε ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο για την εφαρμογή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, για την αποφυγή καταχρήσεων από την χωρίς αντικειμενικό λόγο κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ.1 και 2 του ν. 2190/1994, "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" και "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες".
Για την αποφυγή αποκλίσεων από τις διατάξεις αυτές, στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ’ άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/ 1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ).
4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" και "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, (...) γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, στο ίδιο άρθρο 103 προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".
5. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, εν όψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε για την κάλυψη οργανικών θέσεων πέραν των προβλεπομένων είτε για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.
Στόχος του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, μάλιστα, όχι μόνο εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που, πράγματι, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Γι’ αυτό και πρόσθεσε την πιο πάνω διάταξη του εδ.
γ’ της παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την οποία, πλέον, απαγορεύεται χωρίς διάκριση ακόμη και η με νόμο μονιμοποίηση τού κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Η απαγόρευση αυτή, δηλαδή, καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες (και κατά μείζονα λόγο αν πρόκειται για πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες).
Ούτε, πλέον, καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης από τα δικαστήρια, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, πρβλ. άλλως ΟλΑΠ 7 και 8/2011 για ειδική περίπτωση, πριν από την ως άνω αναθεώρηση του Συντάγματος).
6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι, την 3-7-2000, ο τότε ..., στη θέση του οποίου, κατόπιν συνενώσεως με άλλους δήμους, υπεισήλθε ήδη ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ΟΤΑ πρώτου βαθμού, προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας οκτάμηνης διάρκειας, προκειμένου να απασχοληθεί ως εργάτης στην υπηρεσία καθαριότητας.
Ότι μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής και την πάροδο χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου από τέσσερις μήνες, την 1-8-2001, ο ίδιος δήμος κατάρτισε με τον ενάγοντα νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου, με το ίδιο αντικείμενο, η οποία έληξε την 1-4-2002. Ότι κατά τα έτη που επακολούθησαν, το έργο της καθαριότητας και της αποκομιδής των απορριμμάτων στην περιοχή ευθύνης του ...
ανατέθηκε διαδοχικά στους εργολάβους Ι. Π. (2003 έως 2006) και "..." (2007 έως 2010). Ότι οι εν λόγω εργολάβοι συνέχισαν να προσλαμβάνουν τον ενάγοντα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, για όσο χρονικό διάστημα ο καθένας από αυτούς ήταν ανάδοχος του έργου που αναφέρθηκε. Ότι οι συμβάσεις εργασίας του χρονικού διαστήματος των ετών 2003 έως 2010 ήσαν αληθείς και όχι εικονικές, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο ενάγων, διότι κατά το ως άνω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα αυτός, ως εργαζόμενος, είχε αναφορά μόνο προς τους εργολάβους καθαριότητας, ως δικούς του εργοδότες, με τους οποίους υπέγραφε τις συμβάσεις εργασίας, στην εποπτεία των οποίων υπέκειτο και από τους οποίους εισέπραττε τις νόμιμες αποδοχές.
Ότι, την 23-6-2010, ο ... κατάρτισε εκ νέου σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας οκτάμηνης διάρκειας με τον ενάγοντα, προκειμένου και πάλι αυτός να απασχοληθεί ως εργάτης στην υπηρεσία καθαριότητας. Ότι, μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης (22-2-2011), ο ενάγων συνέχισε να απασχολείται στην υπηρεσία του εναγομένου, μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, με την οποία, υπό το ως άνω ιστορικό και υπό την επίκληση του ότι [δήθεν] κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως 2010 αληθής εργοδότης αυτού ήταν και πάλι ο ..., ο ενάγων ζητεί να αναγνωρισθεί ότι εξ αρχής, ήτοι από την πρώτη σύμβαση ορισμένου χρόνου, συνδέεται με τον εναγόμενο ΟΤΑ με μία, ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το μονομελές εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη, οπότε εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 36/2013 απόφαση του Πρωτοδικείου Νάξου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή και, δικάζοντας εκ νέου κατ’ ουσίαν, την απέρριψε για το λόγο αυτό. Με την κρίση αυτή, το μονομελές εφετείο ερμήνευσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραπάνω σκέψεις της παρούσας και προσηκόντως υπήγαγε αποφατικώς σ’ αυτές τις ουσιαστικές του παραδοχές.
Πράγματι, πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 (που άρχισε να ισχύει από 18-4-2001) ο εναγόμενος είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα μόνο μία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που άρχισε κατά τη θερινή περίοδο του έτους 2000 και έληξε στην 3-3-2001, η οποία καθ’ εαυτήν, ως μεμονωμένη, ακόμη και αν απέβλεπε στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών, δεν επιδεχόταν διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που προϋποθέτουν την κατάρτιση αλλεπάλληλων συμβάσεων.
Η επόμενη σύμβαση καταρτίσθηκε μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, κατά το θέρος του επομένου έτους 2001 και, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ως διαδοχική της πρώτης, έληξε την 1-4-2002, χωρίς να ανανεωθεί. Ως εκ τούτου, μετά την παραδοχή ότι κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε μέχρι το έτος 2010 ο ενάγων δεν είχε ούτε συμβατική ούτε πραγματική σχέση εργασίας με τον εναγόμενο ΟΤΑ, αλλά με τρίτα πρόσωπα, ούτε στις μεταβατικής ισχύος διατάξεις του π.δ. 164/2004, με το οποίο επήλθε η εναρμόνιση της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις κατευθυντήριες αρχές της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, μπορεί να υπαχθεί, διότι οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε συμβάσεις ενεργές κατά την έναρξη της ισχύος τους.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας (ΚΠολΔ 559 αρ.19) ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του ενάγοντος περί εικονικότητας των συμβάσεών του με τους εργολάβους καθαριότητας ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσίβλητου, διότι, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, δεν είχε συμμετοχή στη αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 31/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Ιουνίου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ