Legislator Case Law & Legislation
1460/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative debt interest calculation, remanding case for retrial.

Case Number 1460/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding administrative debt interest. The appellant argued that the lower court incorrectly calculated interest periods and rates, violating constitutional and international human rights standards. The Court found the lower court's reasoning flawed regarding the start date of interest accrual and the applicable interest rate, leading to a remand for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata applies to substantive legal relations but not to the factual circumstances that generated them, allowing a retrial when the lower court misapplied substantive law on interest calculation periods and rates.

Keywords

AI generated
res judicata administrative debt interest calculation constitutional rights retrial procedure ECHR standards legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure
Article 4, paragraph 1 of the Constitution
Article 20, paragraph 1 of the Code of Public Administration
Article 21 of the Law on Public Administration
Article 6 of the European Convention on Human Rights
Article 1, paragraph 1 of the First Protocol to the ECHR
Article 2, paragraph 3a and 14, paragraph 1 and 26 of the International Covenant on Civil and Political Rights
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 775/1996 of the Athens Single First Instance Court
Decision 924/2000 of the Athens Court of Appeal
Decision 10-8-1995 of the Athens Single First Instance Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1460 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1460/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2822/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2281/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/4/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος της και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αυτής.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια, ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση και ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Το δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση που εκδίδεται τέμνει τη διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, και η έκταση αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται προς το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 959/1985).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί ν' ασκηθεί και με κύρια αγωγή". Μεταξύ των ενστάσεων οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο, μολονότι δεν προτάθηκαν, αν και μπορούσαν να προταθούν, περιλαμβάνεται και η από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ ένσταση εξόφλησης (ΑΠ 522/2008).

Εξάλλου, συμψηφισμός είναι η απόσβεση αμοιβαίων απαιτήσεων δύo προσώπων που επέρχεται με τον συνυπολογισμό τους. Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν τον συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες" το δε δεύτερο ότι "συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μη τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό και είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ενστάσεως (άρθρο 442 ΑΚ). Πρόταση συμψηφισμού που γίνεται πριν από τη δίκη ή κατά τη διάρκειά της με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο του συμψηφίζοντος επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν.

Mεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ομώνυμης ενστάσεως, αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο δικαστήριο ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεσθεί. Ουσιαστικώς πρόκειται περί ενστάσεως εξοφλήσεως της επίδικης απαιτήσεως που επήλθε με τον συμψηφισμό (ΑΠ 1042/2009).

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 321 και 322 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που η ένσταση συμψηφισμού απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και γίνει δεκτή η αγωγή και ο εναγόμενος ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και μόνο κατά της διάταξης της που δέχθηκε την άνω αγωγή, η μη εκκληθείσα διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης ως προς τη προταθείσα ένσταση συμψηφισμού καθίσταται τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο μη δυνάμενο να αμφισβητηθεί σε νέα δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και για την ίδια έννομη σχέση.

Τέλος, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την αίτηση και την απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων είναι δικηγόρος Αθηνών από το έτος 1976 απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εν συνεχεία απόφοιτος του τμήματος μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου τωv Παρισίων απ' όπου έλαβε το δίπλωμα Ανωτάτων Ευρωπαϊκών Σπουδών.

Ως επιστήμονας με εξειδικευμένες σπουδές στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απασχολήθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία από 28-4-1981 μέχρι 19-8-1993, παρέχοντας ανελλιπώς τις νομικές του υπηρεσίες στο πλαίσιο λειτουργίας του "Γραφείου Νομικής Υποστήριξης" για τις ανάγκες της Γενικής Διεύθυνσης Ευρωπαϊκών Υποθέσεων.

Στις 19-8-1993 απολύθηκε νόμιμα λόγω κατάργησης των 37 θέσεων νομικών συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας με το άρθρο 5 παρ. 8 εδ. α του ν. 2160/1993,αφού καταβλήθηκε η προβλεπόμενη από τον Κώδικα περί δικηγόρων αποζημίωση ύψους 5.313.581 δρχ. (15. 593, 78 ευρώ). Στη συνέχεια σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 20 του ν. 2190/1994 εκδόθηκε η 14734/8-4-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών της Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με την οποία ορίζεται ότι οι δικηγόροι που θα επαναπροσληφθούν με την πιο πάνω διάταξη (παρ.20 άρθρου 25 ν. 2190/1994) υπό τον όρο επιστροφής της αποζημίωσης που τους καταβλήθηκε με βάση το ν. 2160/93.

Στη συνέχεια με την 15491/13-4-1994 απόφαση του Υπουργού ΥΠΕΘΟ προβλέφθηκε η επαναπρόσληψη του ενάγοντος στο ΥΠΕΘΟ, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του ν. 2190/1994, ως απολυθέντος με το άρθρο 5 παρ.8 ν. 2160/1993, υπό τον όρο προσκόμισης του γραμματίου Δημοσίου Ταμείου της παραπάνω καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης το αργότερο εντός προθεσμίας 15ημερών από τη δημοσιεύση της εν λόγω απόφασης.

Ο ενάγων μετά τη δημοσιεύση της επαναπρόσληψής του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ότι έθετε στη διάθεσή του τις υπηρεσίες του μη αποδεχόμενος όμως ως όρο της επαναπρόσληψής του την προκαταβολή της επιστροφής της αποζημίωσης. Το εναγόμενο αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντος αξιώνοντας ως προϋπόθεση της αποδοχής αυτών (υπηρεσιών) την προσκομιδή του σχετικού γραμματίου καταβολής της επιστροφής της αποζημίωσης.

Ύστερα από την άρνηση του ενάγοντος να επιστρέψει την αποζημίωση απόλυσης και μετά παρέλευση περίπου δέκα (10) μηνών με την 5082/1-2-1995 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ανακλήθηκε η ως άνω επαναπρόσληψη του ενάγοντος. Με την 1568/2001απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, που εκδόθηκε ύστερα από προσφυγή του ενάγοντος, ακυρώθηκε α) η 15491/13-4-1994 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, κατά το μέρος που ορίζει ότι η επαναπρόσληψη του ενάγοντος ως δικηγόρου στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ισχύει με τον όρο προσκόμισης του γραμματίου Δημοσίου Ταμείου της υπ'αριθμ.14734/8-4-1994 κοινής υπουργικής απόφασης, εντός δέκα πέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της ακυρουμένης αποφάσεως καθώς και β) η 5082/1-2-1995 ανακλητική της επαναπρόσληψης του ενάγοντος απόφαση του ίδιου ως άνω υπουργού κατά το μέρος που αφορά τον ενάγοντα.

Με την 775/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εργατικών διαφορών), που εκδόθηκε επί της από 10-8-1995 αγωγής του ενάγοντος και επικυρώθηκε με την 924/2000 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να δέχεται τις νομικές υπηρεσίες του ενάγοντος, ως δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία από 19-4-1994 και εφεξής και αναγνωρίσθηκε ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.624.730 δραχμ. (16506,91 ευρώ) ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 19-4-1994 (δημοσίευση της περί αναπρόσληψης απόφασης) έως 19-2-1996 καθώς και αναλογία δώρου Πάσχα 1994, 1995, δώρο Χριστουγέννων 1994, 1995 και επιδόματα αδείας του ως άνω διαστήματος.

Σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων του ΣτΕ και του Εφετείου Αθηνών το εναγόμενο επαναπροσέλαβε τον ενάγοντα στις 4-9-2001 θεωρώντας την παροχή των νομικών υπηρεσιών του ως γενόμενη από 19-4-1994, πλην όμως αρνείται την καταβολή στον ενάγοντα του αναγνωρισθέντος τελεσίδικα ποσού των 5.624.730 δρχ. Μετά από αυτά ο ενάγων άσκησε ως έχων έννομο συμφέρον την κρινόμενη καταψηφιστική αγωγή για την επιδίκαση σ' αυτά του ποσού των 5.624.730 δρχ.

Κατά την εκδίκαση της προγενέστερης από 10-8-1995 αγωγής το εναγόμενο πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επικουρικά τον ισχυρισμό ότι οι απαιτήσεις του ενάγοντος για μισθούς υπερημερίας, δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματα άδειας του χρονικού διαστήματος από 19-4-1994 μέχρι 19-2-1996 πρέπει να συμψηφισθούν με το από 5.313.581 δρχ ποσό της ληφθείσας από τον ενάγοντα αποζημίωσης κατά την απόλυσή του, η οποία (αποζημίωση απόλυσης) μετά την επαναπρόσληψη του είναι επιστρεπτέα κατ' άρθρο 25 παρ. 20 ν. 2190/ 1994 καθώς και με το ποσό των 100.000 δρχ.

που αποτελεί το ελάχιστο των απολαβών του από τη δικηγορία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 775/1996 απόφασή του απέρριψε την προταθείσα από το εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού, κατά το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης ως μη νόμιμη και κατά το ποσό των 100.000 δρχ. ως αόριστη. Με την 924/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της 775/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν επανεξετάσθηκε η απορριφθείσα ένσταση συμψηφισμού, επειδή δεν υπήρχε σχετικό παράπονο του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, εφόσον η δίκη αυτή δεν κατέληξε σε τελεσίδικη απόφαση, κρίνουσα κατ' ουσία και την ένσταση συμψηφισμού ως κύριου ζητήματος δεν περιβάλλεται με ισχύ δεδικασμένου (άρθρα 321, 322 Κ.Πολ.Δ.) η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού από την 924/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ...., απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα.

Περαιτέρω, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την Δ 105502/162779/ 19-4-2002 εξώδικη δήλωση του συμψηφισμού προς τον ενάγοντα που του επιδόθηκε στις 19-4-2002 (βλ. 973 Β /19-4-2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) πρότεινε σε συμψηφισμό προς τον ενάγοντα πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής την ανταπαίτηση του από την προαναφερόμενη αποζημίωση του ενάγοντος από 5.313.581 δραχμές, που ο τελευταίος (ενάγων) υποχρεούται να επιστρέψει στο εναγόμενο κατ' άρθρο 25 παρ.20 του ν. 2190 /1994, πλέον των νομίμων τόκων από 28.139,4 ευρώ, με βάση το ισχύον στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου επιτόκιο υπερημερίας από 4-5-1994 (ημερομηνία επιστροφής της αποζημίωσης απόλυσης) μέχρι 17-4-2002.

Με την εν λόγω δήλωση εξώδικου συμψηφισμού, την οποία επικαλέσθηκε πρωτόδικα το εναγόμενο και η οποία δεν αποτελεί ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού αλλά απλή ένσταση εξόφλησης (άρθρα 440, 441, 416 ΑΚ), η οποία αντιμετωπίζεται, όπως οι κοινές ενστάσεις του δικονομικού δικαίου και δεν απολάβει την ιδιαίτερη δικονομική μεταχείριση της ένστασης συμψηφισμού (βλ ΑΚ 442), ούτε επιφέρει τα άλλα αποτελέσματα (βλ ΚΠολΔ 221παρ.2 κ.λ.π.) που ο νόμος αναγνωρίζει στην τελευταία ..., έχει εξοφληθεί η επίδικη απαίτηση του ενάγοντος για καταβολή ποσού 5.313.581 δραχμών για μισθούς υπερημερίας, δώρα εορτών και επιδόματα άδειας, ως αποσβεσθείσα στο σύνολό της αφού καλύπτεται από την ανταπαίτηση του εναγομένου για επιστροφή της αποζημίωσης (κεφάλαιο και τόκους), η οποία (επιστροφή) προβλέπεται όπως προαναφέρθηκε από την παρ. 20 άρθρο 25 Ν 2190/1994, είναι ληξιπρόθεσμη η απαίτηση και επιτρέπεται η πρόταση της προς συμψηφισμό ... .

Σημειώνεται ότι ο ενάγων δεν αμφισβητεί ότι το ύψος των τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 4- 5-1994 μέχρι 17-4-2000 με βάση το ισχύον επιτόκιο για τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου ανέρχεται σε 28.139,4 ευρώ, εφόσoν όπως προαναφέρθηκε το 6% ως επιτόκιο υπερημερίας ετησίως ισχύει μόνο όταν το Δημόσιο είναι οφειλέτης.

Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτoς και δεύτερος λόγοι της έφεσης με τους οποίους ο εκκαλών - ενάγων παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε την προταθείσα από το εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού αν και αυτή καλύπτονταν από το δεδικασμένο της καταστάσης τελεσίδικης 775/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Aθηνών".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 775/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την 924/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το ζήτημα της ένστασης συμψηφισμού ανταπαίτησης του αναιρεσιβλήτoυ Ελληνικού Δημοσίου, προβληθείσας υπ' αυτού κατά του αναιρεσείοντος, και ανερχομένης 1) σε δραχμές 5.313.149 που αποτελούσε την αποζημίωση που είχε λάβει αυτός κατά την απόλυσή του από την υπηρεσία του αναιρεσιβλήτoυ που απασχολούνταν, και 2) σε δραχμές 100.000 που αποτελούσε το minimum των απολαβών από τη δικηγορία που ασκούσε αυτός(αναιρεσείων) από την απόλυσή του και μετά, η οποία με την ανωτέρω απόφαση του Πρωτοδικείου Aθηνών και ως προς την αποζημίωση απόλυσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ως προς δε το ελάχιστο των απολαβών που αποκόμισε ο αναιρεσείων από την άσκηση της δικηγορίας, απορρίφθηκε ως αόριστη, οι διατάξεις δε αυτές της εκτεθείσας απόφασης (775/1996) δεν πρoσβλήθηκαν με λόγο έφεσης από κανένα από τους τότε και σήμερα διαδίκους, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να προβληθεί η ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού και σε σχέση με το σκέλος αυτής από την ανταπαίτηση του αναιρεσίβλητου από την αποζημίωση απόλυσης, σε oπoιαδήπoτε μεταγενέστερη δίκη, μεταξύ των ίδιων διαδίκων και έχουσα το ίδιο αντικείμενο.

Περαιτέρω, η υπό του αναιρεσιβλήτου Eλληνικoύ Δημοσίου επίδοση της Δ 105502/162779/19-4-2002 εξώδικη δήλωση συμψηφισμού προς τον αναιρεσείοντα, πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, με την οποία πρότεινε το πρώτο σε συμψηφισμό την ως άνω ανταπαίτησή του σε βάρος του δεύτερου, από το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, από 5.313.581 δρχ.

καθώς και από το ποσό των νομίμων τόκων από 28.139,4 ευρώ, η οποία δεν αποτελεί στην πραγματικότητα ένσταση συμψηφισμού αλλά απλή ένσταση εξόφλησης, έχει καλυφθεί και αυτή από το δεδικασμένο της προαναφερθείσας απόφασης (924/2000) του Εφετείου Aθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η 775/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Aθηνών, η οποία υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να δέχεται τις νομικές υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, ως δικηγόρου και αναγνώρισε ότι αυτό (αναιρεσίβλητο) οφείλει στον δεύτερο (αναιρεσείοντα) το ποσό των 5.624.730 δρχ., από μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εoρτών και άδειας από 19-4-1994 έως 19-2-1996, καθόσον, εφόσον η ως άνω ένσταση εξόφλησης δεν προτάθηκε στη δίκη εκείνη, ενώ μπορούσε να προταθεί, καλύφθηκε από το προλεχθέν δεδικασμένο, το οποίο παρά το νόμο δεν δέχθηκε το Εφετείο, εφόσον έκρινε ως βάσιμη την άνω ένσταση που έχει την έννοια της ένστασης εξόφλησης και έτσι απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς όλα τα αιτήματά της.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτoς λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ως βάσιμoς, ενώ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, από τον αριθμό 9 του ως άνω άρθρου, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστα τα αγωγικά αιτήματα (επιδίκαση μισθών υπερημερίας και καταβολή τόκων επί του ποσού των μισθών υπερημερίας), αλλά τα εξέτασε και τα απέρριψε, δεχθέν ότι εξοφλήθηκε ο αναιρεσείων ως προς τις αγωγικές αξιώσεις του.

Με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόµων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύµφωνα µε το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του ΕισΝ του Α.Κ., ορίζονται τα ακόλουθα: ''Ο νόµιµος και ο της υπερηµερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συµβάσεως ή ειδικού νόµου.

Ο ειρηµένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αµφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηµατική παροχή µε την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δηµόσιο από την οποία λαµβάνει αυτό γνώση της αµφισβήτησης.

Εφόσον όµως ο νόµος, (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του Κ.δ. της 26.6./10.7.1994 ), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννοµη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτηµα της αγωγής αλλά µόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτηµα τούτο της καταψηφισηκής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουµένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφισηκό αίτηµα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδοµένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέµνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης µε δύναµη δεδικασµένου.

Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτηµα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισµού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήµατος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011). Επίσης, τα άρθρα 20 του Συντάγµατος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Σύµβασης της Ρώµης της 4-11-1950 που κυρώθηκε µε το ν.δ. 53/197 4 και έχει υπερνοµοθετική ισχύ (άρθρ.28 παρ.1 Συντάγµατος) τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωµα της παροχής έννοµης προστασίας, µε το συνακόλουθο δικαίωµα διασφάλισης ίσων δικαιωµάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη δεν στερούν τον κοινό νοµοθέτη από την εξουσία.να θεσπίζει ειδικές ρυθµίσεις για το Δηµόσιο και ορισµένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή Δημοσίου συµφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονοµική κατάσταση συµβάλλουν οι φορολονούµενοι πολίτες µε την καταβολή φόρων.

Το συµφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόµων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6/ 10.7.1944), µε την οποία ορίζεται ότι ο νόµιµος και της υπερηµερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6 % ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθµιση αυτή, µε την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωµα στο Δηµόσιο να καταβάλλει µε την ιδιότητα του οφειλέτη επί υπερηµερίας ποσοστό τόκου (6%) µικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόµενες συνταγµατικές και υπερνοµοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 14 παρ.1 και 26 του διεθνούς συµφώνου για τα ατοµικά και πολιτικά δικαιώµατα (Ν. 2462/1997), αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόµο προσδιορισµός του µεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.ΑΠ 3/2006, ΑΠ 1127/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαµβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εφαρµόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρµοστέος, ή εφάρµοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρµόσει, ή τον εφάρµοσε εσφαλµένα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιµο τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, µε την οποία είχαν απορριφθεί σιωπηρά τα παρεπόµενα αιτήµατα της ένδικης αγωγής, µε τα οποία ζητούσε αυτός να του επιδικασθούν µισθοί υπερηµερίας καθώς και επιδόµατα εορτών και άδειας από 19-4-1994 έως 19-2-1996, συvολικού ύψους 5.624.730 δρχ., µε τους νοµίµους τόκους από την εποµένη κάθε δήλης ηµέρας καταβολής εκάστου οφειλοµένου µισθού ή επιδόµατος, µέχρι την εξόφληση, υπολογιζοµένους µε το νόµιµο επιτόκιο υπερηµερίας που ισχύει για τις δίκες µεταξύ ιδιωτών και είχε αναγνωρισθεί ότι του οφείλονταν µε την 775/1996 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη µε την 924/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η οποία δέχθηκε εν µέρει την από 10-8-1995 καταψηφιστική αγωγή του, που όµως ετράπη ως προς το ανωτέρω ποσό σε αναγνωριστική µε τις προτάσεις που κατέθεσε αυτός ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, κρίναν (το Εφετείο) ότι η τοκοφορία από οφειλή κατά του Δημοσίου αρχίζει πάντοτε από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής και ότι το επιτόκιο για οφειλές κατά του Δημοσίου ανέρχεται πάντοτε σε ποσοστό 6% και ως εκ τούτου τα σχετικά παρεπόµενα αγωγικά αιτήµατα περί επιδίκασης του άνω ποσού των 5.624.730 δρχ.

µε τους νοµίµους τόκους κατά το ως άνω χρονικό διάστηµα µε υπολογισµό του επιτοκίου µε βάση τα ισχύοντα στις µεταξύ ιδιωτών δίκες, ήσαν µη νόµιµα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 20 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγµατος, 21 του δ/το ς από 26-6-/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόµων περί των δικών του Δημοσίου, 6, 14 της ΕΣΔΑ, 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 2 παρ.3α και β,14 παρ.1 και 26 του Διεθνούς Συµφώνου για τα ατοµικά και πολιτικά δικαιώµατα (ν. 2462/1997), τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερµήνευσε και εφάρµοσε χωρίς να ασκεί έννοµη επιρροή το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλµένως µεν ότι οφείλονται τόκοι υπερηµερίας µόνο από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής και όχι και µετά την τροπή της σε αναγνωριστική, όπως συνέβη µε την κρινόµενη, πλην όµως κατέληξε σε ορθό διατακτικό σύµφωνα µε το άρθρο 578 ΚΠολΔ, καθόσον έκρινε µη νόµιµα τα αγωγικά αιτήµατα της καταβολής τόκων υπερηµερίας, για προγενέστερο της επίδοσης της κρινόµενης αγωγής χρονικό διάστηµα µε βάση τη δήλη ηµέρα καταβολής κάθε επιµέρους οφειλοµένου µισθού υπερηµερίας και επιδόµατος εορτών και άδειας και συγκεκριµένα κατά το χρονικό διάστηµα από 19- 4-1994 έως 28-2-1996, αντί του οριζοµένου από τον Κώδικα των νόµων περί δικών του Δημοσίου διαστήµατος από την επίδοση ακόµη και της τραπείσης από καταψηφιστική σε αναγνωριστική αγωγή.

Εποµένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο και τρίτο µέρος αυτού, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 Κ ΠολΔ ως αβάσιµος. Επίσης πρέπει να απορριφθεί και ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά τα ίδια µέρη του, από τον αριθµό 9 του ως άνω άρθρου, ως αβάσιµος ενόψει του ότι το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστα τα ως άνω παρεπόµενα αγωγικά αιτήµατα, αλλά τα έκρινε µη νόµιµα, απορρίπτοντας τον σχετικό µε αυτά λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος ως αβάσιµο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2281/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ