Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling appealable decisions require full evidence rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision to evict a tenant based on a land planning application. The appellants argued the lower court erred by accepting only a preponderance of evidence rather than applying full evidentiary rules. The court held that since the eviction order was a final resolution of the dispute, it was appealable and required the full application of evidence laws.
Legislator headnote
AI generatedArt. 511, 522, 552, 559, 690, 699 K.Pol.D.; When a court issues a final eviction order pursuant to a land planning application, the decision is appealable and the appellate court must apply full evidentiary rules, not merely a preponderance of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1460 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1460/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρο ο οποίος ανακάλεσε την από 11-5-2010 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ... και 2. Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Γεροκωνσταντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 326/24-1-2007 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2265/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-7-2009 αίτηση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 22-4-2010 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 στοιχ. β' του ν. 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως και αποτέλεσε το άρθρο 48 παρ. 7 στοιχ. β' του Π.Δ. της 14/27-7-1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας", αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα νπδδ, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς ...
Σε περίπτωση που ο κάτοχος ή νομέας αρνείται να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από την έγγραφη πρόσκληση προς αυτόν, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, μετά από αίτηση των παραπάνω ενδιαφερομένων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Τέλος, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ η αγωγή εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του. Ενόψει των ανωτέρω για το ορισμένο της ως άνω αίτησης περί αποβολής του κατόχου από το ακίνητο, που δημιουργήθηκε με την πράξη εφαρμογής, απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του.
Δεν απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης, να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου και να κατονομάζονται όλοι οι γείτονες ιδιοκτήτες. Η περιγραφή του ακινήτου, από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του, μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωση του με τοπογραφικό διάγραμμα από κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, των πλευρών του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αίτησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 5.1.2007 (με αριθ. εκθ. Καταθ. 326/2007) ένδικης αίτησης των αναιρεσιβλήτων κατά των αντιδίκων τους, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, οι αναιρεσίβλητες ανέφεραν ότι με την 2/1993 πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης του ρυμοτομικού σχεδίου ..., περιοχής ...- ..., που κυρώθηκε (διορθωμένη) με την 382/17.3.1993 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, προσκυρώθηκαν στο οικόπεδο τους, εμβαδού 1.969,91 τ.μ, που βρίσκεται στη συνοικία ...
του Δήμου ... επί των οδών ... και ..., τμήματα ακινήτων, που αναφέρονται στον πίνακα πράξης εφαρμογής με αριθμούς ... και ..., που ανήκαν στις ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων και ότι οι τελευταίοι, αν και προσκλήθηκαν γι' αυτό εγγράφως, αρνήθηκαν να τους αποδώσουν τα επίδικα δύο οικοδομικά τμήματα, εμβαδού 8,72 και 3,18 τ.
μ., τα οποία ειδικότερα αποτυπώνονται στο ενσωματωμένο σ' αυτήν (αίτηση) από του μηνός Μαϊου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ (ιδιοκτησίας ...) το πρώτο, (εμβαδού 8,72 τ.μ) και ΔΗΘΕΔ (ιδιοκτησίας ...), το δεύτερο (εμβαδού 3,18 τ. μ.). Από την ως άνω περιγραφή των ακινήτων, με την αποτύπωση τους στο πιο πάνω διάγραμμα, εις τρόπον ώστε να μην γεννάται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα τους, η ένδικη αίτηση είναι πλήρως ορισμένη κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα για την ακριβή περιγραφή των επιδίκων τούτων τμημάτων στοιχεία, ενώ δεν απαιτείται η περιγραφή των ιδιοκτησιών των διαδίκων, αφού δεν πρόκειται για επίδικα ακίνητα.
Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την αίτηση των αναιρεσιβλήτων, ως όφειλε, κατά τους αναιρεσείοντες, κατ' αποδοχή του περί αοριστίας της σχετικού λογού εφέσεως των τελευταίων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
2.- Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση όμως με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για τη μη τήρηση τους. Αντιθέτως, η παραβίαση των δικονομικών κανόνων, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται, περιοριστικώς, στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ .
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 388 του ΚΠολΔ, απορρίπτοντας με ανεπαρκείς αιτιολογίες το αίτημα τους για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της ταυτότητας των επίδικων ακινήτων, Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το άρθρο 388 ΚΠολΔ περιέχει οικονομικό κανόνα, που προβλέπει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, πραγματογνωμοσύνη.
3.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται-όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά και συγκεκριμένα (δέχτηκε) την εκ μέρους τους κατάληψη των επίδικων ακινήτων χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι πιθανολογήθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφαση του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
4.- Όπως προαναφέρθηκε σε περίπτωση που ο κάτοχος ή νομέας αρνείται να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από την έγγραφη πρόσκληση προς αυτόν, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης, εφόσον ο νόμος, χωρίς σχετική επιφύλαξη, παραπέμπει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αρκεί, κατά το άρθρο 690 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η πιθανολόγηση των ισχυρισμών και, σύμφωνα με το άρθρο 347 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματισθεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών.
Η πιθανολόγηση είναι η ελάχιστη αποδεικτική διαβάθμιση που απαιτεί ο νόμος για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών των διαδίκων. Εξάλλου, με τη σχετική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου επιλύεται οριστικά η διαφορά ως προς το ζήτημα της απόδοσης του ακινήτου που αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης και δεν διατάσσεται απλώς η λήψη ασφαλιστικού μέτρου ή μέτρου ρυθμιστικού της κατάστασης, η δε παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων γίνεται για την ταχύτερη εκδίκαση της υπόθεσης.
Συνέπεια τούτου είναι ότι η εκδιδόμενη απόφαση υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης (άρθρο 511 ΚΠολΔ) και της αναίρεσης (άρθρο 552 ΚΠολΔ) και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, η οποία αποκλείει την άσκηση των ένδικων μέσων μόνο κατά των αποφάσεων που αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 754/1986).
Εάν γίνει πρωτοδίκως δεκτή η αίτηση αποβολής του κατόχου ή νομέα, το εφετείο, ερευνώντας, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού, σύμφωνα με το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, αποτελέσματος της έφεσης, τους σχετικούς με την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης λόγους αυτής, μπορεί επίσης ν' αρκεστεί σε πιθανολόγηση των ισχυρισμών.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι, δεχόμενο την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αίτησης, αρκέστηκε σε πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων, ενώ ήταν υποχρεωμένο να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους.
Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ1 κ.α. για αναίρεση της 187/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναίρεσειοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ