Legislator Case Law & Legislation
1460/2009 AI generated

Appeal dismissed; appeal based on common sense misapplication regarding evidence evaluation in traffic accident case rejected.

Case Number 1460/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's finding of exclusive liability for a traffic accident. The appellant argued the lower court erred in applying common sense principles to evaluate evidence regarding the other driver's speed and overtaking maneuvers. The court held that the appeal was inadmissible because the alleged error concerned the evaluation of evidence rather than the correct application of legal rules or common sense principles.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a), (b) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the erroneous application of common sense principles is admissible only when it concerns the interpretation of legal rules or the subsumption of facts, not the evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense principles evaluation of evidence traffic accident liability exclusive fault Code of Civil Procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 19(4) of the Road Traffic Law
Art. 17(2) of the Road Traffic Law

Cited Case Law

AI generated
AP 120/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1460 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1460/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Θάνο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Τσούτσο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 10/8/2001 αγωγή του πρώτου των ως άνω ανιρεσιβλήτων και την από 24/10/2001 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 486/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 561/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/4/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 16/2/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρίθμ. 1 εδ. α Κ,Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσαιστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται με ψευδή ερμηνεία ή με εσφαλμένη εφαρμογή. Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' της ίδιας διάταξης η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι ότανπαραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004).

Στην προκείμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Στις 31-3-2000 και περί ώρα 08.15 συγκρούστηκαν το με αρίθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "AVIS I και Ι. ΘΕΟΦΑΝΙΔΗΣ Α.Ε που οδηγούσε ο αναιρεσείων με το ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη αναιρεσίβλητη και οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Η σύγκρουση αυτή έγινε υπό τις εξής περιστάσεις.

Ο αναιρεσείων οδηγώντας το ως άνω αυτοκίνητο του εκινείτο στην Εθνική οδό ... κατευθυνόμενος από τη ... προς την ..., όταν όμωςαυτός πλησίασε στην 354η χιλιομετρική θέση της ως άνω οδού, και σε τμήμα αυτής που διέρχεται από τις παρυφές της πόλης της ..., όπου αυτή αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, ταυτιζομενες με τα δύο αντιθέτως βαίνοντα ρεύματα πορείας αυτής, πλάτους 3,80μ.

για το ρεύμα που οδηγεί προς ... και 3,40μ. για το ρεύμα που οδηγεί προς ... καθώς και από ασφάλτινα ερείσματα πλάτους 2,40μ. το καθένα (συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12 μέτρων), στον άξονα της οποίας υπήρχε συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή, και ενώ προ αυτού εκινείτο άλλο όχημα και δη το υπ' αριθμόν κυκλ. ... Ι.Χ.Φ, αυτοκίνητο κατευθυνόμενο επίσης από ...προς ...οδηγούμενο από τον Ψ1 ο οποίος εκινείτο με μικρή ταχύτητα και στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, χωρίς να εισέρχεται στο δεξιά κατά την πορεία του ευρισκόμενο ασφάλτινο έρεισμα, από αμέλεια του και ανεπιτηδειότητά του να οδηγεί δεν ανέκοψε την ταχύτητα του υπ' αυτού οδηγούμενου αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο οπωσδήποτε με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα την ώρα, που επετρέπετο στην συγκεκριμένη χιλιομετρική θέση βάσει πινακίδας κάθετης σήμανσης, προ του κατά την πορεία του εμφανισθένος εμποδίου, ήτοι του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ψ1 και αφού δεν μπόρεσε να προσπεράσει το προπορευόμενο αυτού ως άνω αυτοκίνητο από τα αριστερά, δια της εισόδου του υπ' αυτού οδηγούμενου αυτοκινήτου εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα πορείας της εν λόγω οδού, προδήλως ως εκ του ότι αντιθέτως εκινούντο άλλα οχήματα, επιχείρησεν, χωρίς να τροχοπεδήσει, να προσπεράσει το ως άνω αυτοκίνητο ανεπιτρέπτως από τα δεξιά, πλην ανεπιτυχώς καθ' όσον κατά την τοιαύτην προσπάθεια του το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του υπ' αυτού οδηγούμενου αυτοκινήτου προσέκρουσε στο πίσω δεξιό μέρος (δεξιό μέρος οπίσθιας πλευράς) και στο πίσω μέρος της δεξιάς πλευράς (υπεράνω του πίσω δεξιού τροχού) του προπορευόμενου αυτοκινήτου.

Μετά την παραπάνω σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ψ1 κινηθέν κατ' ευθείαν εμπρός εμπραγματοποίησεν αριστερόστροφη, ως εκ των ευρημάτων της Τροχαίας καταμαρτυρείται, αναστροφή και ακινητοποιήθηκε εντός του ρεύματος πορείας του έχοντας όμως αντίθετη κατεύθυνση με εκείνη που είχε προηγουμένως (έλαβε κατεύθυνση προς ...).

Είσοδος του αυτοκινήτου αυτού στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν προκύπτει, αφού όλα τα ευρήματα (υγρά, θραύσματα γυαλιών και πλαστικών) καταμαρτυρούν ότι τούτο κινήθηκε προς τα εμπρός και εντός του ρεύματος πορείας του μεθ' ο και ανεστράφη. Μετά την ως άνω σύγκρουση το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ1 εξετράπη της πορείας του και αφού εισήλθε σε παρακείμενο χωμάτινο έρεισμα της παραπάνω οδού, ευρισκόμενο δεξιά κατά την πορεία του, και αφού διήνυσε, σε κατάσταση εκτροπής, απόσταση 20 περίπου μέτρα από το πιθανόν σημείο σύγκρουσης, ακινητοποιήθηκε αφού και αυτόπραγματοποίησε αναστροφήν, λαμβάνοντας και αυτό κατεύθυνση προς ....

Ο ισχυρισμός του οδηγού του επερχομένου αυτοκινήτου Χ1 ότι ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου Ψ1 ετηχείρησεν να πραγματοποιήσει αφνιδίως στροφήν προς τα αριστερά προκειμένου, πραγματοποιώντας ανεπίτρεπτη αναστροφή, να εισέλθει και κινηθεί στο ρεύμα της ως άνω οδού που οδηγεί προς ..., δεν μπορεί να γίνει πιστευτός αφού σε μια τέτοια περίπτωση το προπορευόμενο αυτοκίνητο και αφού θα είχε λάβει κατεύθυνση προς τα αριστερά, μετά την σύγκρουση, θα εκτινασσόταν στο αντίθετο ρεύμα πορείας, το δε επερχόμενο αυτοκίνητο θα ήταν αδύνατο να έχει έλθει σε επαφή με την δεξιά πλευρά αυτού, ως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. (Τα ξέσματα στη δεξιά πλευρά του προπορευόμενου αυτοκινήτου καταμαρτυρούν ότι αυτό εκινείτο απ' ευθείας και έτσι το επερχόμενο αυτοκίνητο μετά την πρόσκρουση του στο πίσω δεξιό μέρος του προπορευόμενου αυτοκινήτου έξυσε αυτό στον υπεράνω του πίσω δεξιού τροχού χώρο της δεξιάς πλευράς αυτού κατά την εκτός οδοστρώματος εκτροπή του).

Οι εναγόμενοι Χ1 και η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΥΙS-Ι. και Ι. ΘΕΟΦΑΝΙΔΗΣ Α.Ε", δεν προέβαλαν με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του Ψ1 εγκειμένης στο ότι αυτός εκινείτο ενδεχομένως με ασυνήθη βραδύτητα, χωρίς αποχρώντα λόγο, παρεμποδίζοντας έτσι την ομαλή πορεία άλλων οχημάτων, (βλ σχετικώς άρθρο 19 παρ. 4 Κ.

Ο. Κ). Υπό τα ως άνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά καθίσταται φανερό ότι η σύγκρουση των ως άνω αυτοκινήτων ωφείλετο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του επερχομένου οδηγού Χ1 ο οποίος παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 2 και 17 παρ. 2 εδα Κ. Ο. Κ/(Ν. 2696/1999) αντιθέτως δε ουδεμία συνέβαλε σ' αυτή αμελής συμπεριφορά του οδηγού του προπορευόμενου οχήματος Ψ1 και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον Χ1 και Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "AVIS.1 και ΘΕΟΦΑΝΗΣ Α.Ε", είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ ουσίαν.

Από την παραπάνω σύγκρουση τραυματίστηκε ελαφρώς ο Ψ1 ως υποστάς κάκωση δεξιού ώμου και θλάση θώρακος προς δε υπέστη το ως άνω αυτοκίνητο του υλικές ζημίες, λόγω φθοράς του οισθίου προφυλακτήρα οπίσθιας πόρτας , οπισθίου δεξιού φτερού ως και του μηχανισμού παραφυλακής του εφεδρικού τροχού. Με βάση δε τα ανωτέρω περιστατικά έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ως άνω τροχαίου ατυχήματος ήταν ο αναιρεσείων και δέχτηκε κατά ένα μέρος της την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως των κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ, για ευθεία παράβαση των άρθρων 17 παρ. 2 εδ. α και 19 παρ. 2 του ΚΟΚ, τα οποία εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο καθώς και για παραβίαση του διδάγματος της κοινής πείρας κατά των εφαρμογή των διατάξεων αυτών με αποτέλεσμα να κρίνει τον αναιρεσείοντα αποκλειστικά υπαίτιο του τροχαίου ατυχήματος που αναφέρεται στην αγωγή.

Ο λόγος αυτός καθόσον αφορά την πρώτη αιτίαση είναι βάσιμος διότι με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο ορθά εφήρμοσε τις επίμαχες ουσιαστικές διατάξεις καθόσον αφορά τη δεύτερη πλημμέλεια. Με αυτή προβάλλεται, ότι ενώ δεν αποδείχτηκε από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι ότι η ταχύτητα του ήταν υπερβολική λαμβανομένων υπόψη και των ειδικών συνθηκών κυκλοφορίας και ότι δεν επιχείρησε προσπέραση από δεξιά, το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά τον έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο.

Όλες όμως οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το ως άνω μέρος του είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2007 αίτηση αναίρεσης της 561/2005 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ