Supreme Court dismisses lawyer's appeal for fees, ruling the lower court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ordering him to pay the opposing party's legal costs. The appellant sought a fee of nearly 4 million drachmas for submitting late proposals during a trial, arguing the appellate court ignored his submitted documents and arguments. The court found the appeal baseless because the appellate court had explicitly considered all evidence, including the appellant's own submissions, and rejected his claims as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 46 and 91(1) of Law 3026/1954; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A lawyer is not entitled to fees for actions outside the mandate or unnecessary unless agreed upon, and an appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it examined all submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1460 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1460/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α.Ε. "ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκορδαλό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19880/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1851/2004 μη οριστική και 215/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/5/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 4/3/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 και 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει και της φύσης της σχέσης αυτού με τον εντολέα του, ως κατ΄ εξοχήν σχέσης εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες οι οποίες α) δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ΄ αυτόν εντολή ή ρητά εξαιρέθηκαν από τον εντολέα και β) δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή του τελευταίου, ή έγιναν αποδεκτές ή εγκρίθηκαν εκ των υστέρων απ΄ αυτόν.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του ζήτησε πλην άλλων, να του επιδικαστεί το ποσό των 3.941.940 δρχ., ως νόμιμη αμοιβή αυτού για τη σύνταξη και κατάθεση την 25.5.2001 προτάσεων της αναιρεσίβλητης στη μετ΄ απόδειξη συζήτηση αγωγής της κατά τρίτων, χρηματικού αντικειμένου 394.194.000 δρχ.
Η αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβαλε ισχυρισμό ενσωματωθέντα στα πρακτικά συζητήσεως ότι οι παραπάνω προτάσεις κατατέθηκαν άκαιρα από τον αναιρεσείοντα, διότι δεν είχαν ολοκληρωθεί οι μαρτυρικές αποδείξεις και για το λόγο αυτό η μετ΄ απόδειξη συζήτηση αναβλήθηκε.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 19880/2003 απόφασή του εκτίμησε τον παραπάνω ισχυρισμό ως ένσταση περιορισμού της αιτούμενης αμοιβής κατ΄ εφαρμογή της διορθωτικής ρήτρας από το άρθρο 288 ΑΚ και στη συνέχεια, αφού έκρινε ότι όταν ο αναιρεσείων υπέβαλε τις παραπάνω προτάσεις γνώριζε ότι είχε ήδη παραταθεί η προθεσμία διεξαγωγής αποδείξεων κατόπιν αιτήσεως των αντιδίκων προς τον Εισηγητή δικαστή και ως εκ τούτου αναγκαίως αναβλήθηκε η μετ΄απόδειξη συζήτηση, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα για τη σύνταξη των παραπάνω προτάσεων ποσό 300.000 δρχ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων παραπονούμενος πλην άλλων και για την εν μέρει απόρριψη του άνω κονδυλίου της αγωγής του. Το Εφετείο σε σχέση με το εν λόγω κονδύλιο (και παράπονο) του αναιρεσείοντος δέχθηκε τα εξής: "Ενώ διεξαγόταν η εξέταση μαρτύρων της επίδικης αγωγής και οι εναγόμενοι σ΄ αυτήν (τρίτοι) είχαν με αίτησή τους πετύχει παράταση της προθεσμίας διεξαγωγής των μαρτυρικών αποδείξεων μέχρι την 12.6.2001, ο ενάγων κατέθεσε τις επίδικες προτάσεις την 25.5.2001 και όρισε δικάσιμο την 29.5.2001.
Συνεπώς η υπόθεση αυτή δεν ήταν δυνατό να συζητηθεί και ήταν βέβαιη η αναβολή της, γεγονός που βέβαια γνώριζε ο ενάγων χωρίς να το γνωστοποιήσει στην εναγομένη. Επειδή όμως ο ενάγων προέβη πράγματι στην αντίστοιχη επιστημονική εργασία, το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει αντίφαση από την πλευρά της εναγομένης, ότι η εύλογη αμοιβή του ενάγοντος κατ΄ άρθρο 288 ΑΚ, είναι το ποσό που καθόρισε η εκκαλουμένη απόφαση δηλ. 300.000 δραχμές, ποσό που ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Στη συνέχεια των παραπάνω παραδοχών του το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος ως αβασίμους. Είναι προφανές εκ των εν λόγω παραδοχών ότι το Εφετείο απέρριψε το άνω κονδύλιο της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε σ΄ αυτό με την έφεση επειδή ο αναιρεσείων δεν δικαιούταν οιασδήποτε αμοιβής για τη σύνταξη των παραπάνω προτάσεων ως μη ενδεδειγμένης ενέργειας αυτού, και όχι κατ΄ εφαρμογή της πράγματι μη εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, την οποία το Εφετείο χωρίς ανάγκη και εκ περισσού ανέφερε σε σχέση με το ποσό της αμοιβής που επιδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την άνω αιτία, ως προς το οποίο δεν είχε εξουσία να απορρίψει την ένδικη αγωγή, ελλείψει αντίθετης έφεσης της αναιρεσίβλητης, για να μη καταστεί χειρότερη η θέση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος (536 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκείνες των άρθρων 92, 107, 173 του Κώδικα των Δικηγόρων και 288, 648 και 681 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διαλαμβάνοντας σ΄ αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό της και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, όγδοος, ένατος, ενδέκατος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος λόγοι αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, οι πέμπτος και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης κατά τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ αντίστοιχα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι γιατί στηρίζονται στην αναληθή προϋπόθεση ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή (και έφεση) του αναιρεσείοντος αναφορικά με το παραπάνω κονδύλιο αμοιβής, έλαβε υπόψη μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη και απαράδεκτο ισχυρισμό αυτής εκ του άρθρου 288 ΑΚ.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ή δεν συνάγεται αδίστακτα ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τους έβδομο και δέκατο τρίτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ της ως άνω διάταξης πλημμέλεια επειδή δεν έλαβε υπόψη ή δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του στο Εφετείο, προς απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο γιατί από την αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για τη συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος, έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ΄ επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με τις εν γένει παραδοχές αυτής, προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Είναι δε πράγματα κατά την έννοια της άνω διάταξης οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένσταση ή αντένσταση, ή ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 25/2003). Ωστόσο ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απέρριψε για λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τους έκτο, δέκατο και δέκατο τέταρτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τους με αρ. 5, 3δ και 3β αντίστοιχα λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι δεδομένου ότι το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμους τους παραπάνω λόγους έφεσης, δεχόμενο ως αποδειχθέντα τα πραγματικά περιστατικά που και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.5.2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 215/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ