Legislator Case Law & Legislation
145/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the lower court did not err in rejecting the appellant's claim of a judicial admission.

Case Number 145/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Piraeus, which had rejected the appellant's lawsuit. The appellant argued that the lower court failed to consider a document containing an alleged admission by the respondent regarding the management of a ship. The court determined that the document constituted an evidentiary assessment rather than a binding judicial admission under Greek law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 569(2) of the Code of Civil Procedure; A document containing a statement favorable to the opposing party does not constitute a judicial admission unless it explicitly accepts facts detrimental to the signer, and the court is not bound to consider such statements as admissions if they merely reflect an evidentiary evaluation.

Keywords

AI generated
judicial admission cassation appeal Code of Civil Procedure evidentiary assessment legal costs procedural defect admissibility of evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 352/2023
Supreme Court annuls appeal judgment for failure to consider lawyer's admission regarding contract scope.
AP 403/2017
Supreme Court allows appeal on rent adjustment, ruling initial refusal of statutory increase was erroneous.
AP 1003/2017
Supreme Court dismisses appeal for vague appeal reasons and insufficient reasoning regarding labor suspension claim.
AP 1711/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: και ήδη κρατουμένου στη δικαστική Φυλακή Χαλκίδας του Νομού Ευβοίας, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Εδρεύουσας στον Πειραιά ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΪΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (πρώην "ΕΛΛΑΣ ΦΛΑΪΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ Α.Ν.Ε", πρώην "ΜΙΝΩΑΝ ΦΛΑΪΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ Α.Ν.Ε." (ΜΙΝΩΑΝ FLYING DOLPHINS ANE), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας, του άνω πλοίου "GOLDEN VERGINA" από τις 23/12/1999 που μετονομάστηκε σε "ΕΞΠΡΕΣΣ ΣΑΜΙΝΑ" στις 20.1.2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.
AP 325/2007
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for alleged misinterpretation of contract terms.
OLAP 10/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 145 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 145/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαουλιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ν. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κακαντώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4167/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 717/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-3-2016 αίτησή του και τους από 31-1-2022 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 31/3/2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 717/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 4176/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την από 6/8/2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της, την 1/4/2016, στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας πριν την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 10/2018).

Κατά το άρθρο 569 § 2 εδ.α'και β' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, το οποίο κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 281 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 569 ΚΠολΔ προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους, (ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 179/2022), αποτέλεσμα το οποίο επιφέρει και η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 476/2022, ΑΠ 158/2020, ΑΠ 476/2019).

Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 154/2022 ΑΠ 506/2021, ΑΠ 824/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε η δικάσιμος της 28-2-2022, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (23-10-2023).

Ο αναιρεσείων άσκησε προσθέτους λόγους αναιρέσεως με το από 31/1/2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 31/3//2022 (βλ. σχετική πράξη κατάθεσης), ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, πλην όμως δεν προκύπτει ότι αυτό επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο εντός της ίδιας προθεσμίας, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει (αλλά ούτε και επικαλείται) την αποδεικνύουσα εμπρόθεσμη επίδοση αυτού σχετική έκθεση.

Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν, κατ' άρθρο 577 ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 46/2022).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1381/2022)..

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023), ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 133/2022).

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 55/2023, 41/2023, ΑΠ 385/2022).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 385/2022). Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1005/2022).

Από την ιδία ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη.

Είναι, έτσι, αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία της πλάνης, ενώ δεν αποκλείει τον μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο το γεγονός ότι σ` αυτή συνέβαλε και η αμέλεια ή η ελαφρότητα του εξαπατηθέντος, με την έννοια ότι η πλάνη δεν θα δημιουργείτο σε ένα προσεκτικότερο άτομο (ΑΠ 832/2022). Δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 832/2022, ΑΠ 141/2021).

Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις (914, 147, 149 ΑΚ) συνάγεται ότι η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία γεννά εις βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 του ΑΚ.

Ειδικότερα η απάτη, ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση, αποκτά σημασία μόνο στα πλαίσια της δικαιοπραξίας, αφού αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του κύρους της και θεμελιώνει, ανάλογα προς το εάν ο απατηθείς επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας ή εάν, παρά το ελάττωμα της, την αποδέχεται, παράλληλες αξιώσεις αποζημίωσης ως εξής:

εάν ο απατηθείς ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας μπορεί, να ζητήσει να αποζημιωθεί, για το αρνητικό διαφέρον, δηλαδή δικαιούται σε ανόρθωση κάθε ζημίας που θα απεφεύγετο αν δεν είχε εσφαλμένα πιστεύσει, ότι συνάπτει έγκυρη σύμβαση, όπως είναι οι δαπάνες για τη σύναψη της σύμβασης ή το διαφυγόν κέρδος που θα πετύχαινε εκείνος από άλλη σύμβαση που θα συνήπτε, αν δεν απασχολούνταν με τη σύναψη της ακυρώσιμης σύμβασης, ενώ εάν παρά το ελάττωμα της δικαιοπραξίας δεν ζητήσει την ακύρωσή και την αποδεχθεί, δικαιούται να αποζημιωθεί για το διαφέρον εκπληρώσεως (θετικό διαφέρον), δηλαδή δικαιούται σε ανόρθωση κάθε ζημίας, που θα αποφευγόταν, αν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ήταν όχι ψευδή, αλλά αληθή και η σύμβαση εκπληρωνόταν (ΑΠ 373/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσιβλητος, με την από 6/8/2013 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (και ενός ακόμα συνεναγομένου - μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), ισχυρίστηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, τα εξής:

Ότι οι εναγόμενοι από κοινού του παρέστησαν ψευδώς, ότι η εταιρεία που είχαν συστήσει μεταξύ τους, με έδρα τον ... και αντικείμενο δραστηριοτήτων της, την διαχείριση εμπορικών πλοίων ήταν οικονομικά εύρωστη, ότι είχε πλήρη οικονομική δραστηριότητα στον τομέα γης ναυτιλίας με εξαιρετικές προοπτικές ανάπτυξης, ότι είχε ήδη στη διαχείρισή της το υπό κυπριακή σημαία πλοίο "..." της γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας "..., ότι βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την αγορά πλοίων με χρηματοδότηση κινεζικών τραπεζών και επενδυτών ώστε να καταστεί πλοιοκτήτρια, ότι η αξία του μετοχικού κεφαλαίου της ανερχόταν σε πολλά εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, λόγω της ανάληψης της διαχείρισης του προαναφερόμενου πλοίου, της επικείμενης διαχείρισης και άλλων πλοίων και της αγοράς πλοίων με χρηματοδότηση κινεζικών τραπεζών, και ότι για τους παραπάνω λόγους έπρεπε να υλοποιηθεί άμεσα η συμφωνία για την συμμετοχή του στην εταιρεία αυτή, η οποία (συμμετοχή) ήταν μία ασφαλής και σίγουρη επένδυση.

Ότι, πεισθείς από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις των εναγομένων, κατέβαλε σε αυτούς 150.000 ευρώ που αντιστοιχούσε, όπως του δήλωσαν, στην πραγματική αξία 10 μετοχών του κεφαλαίου της παραπάνω εταιρείας τους. Ότι πάντα τα ανωτέρω ήταν αναληθή καθόσον, εκ των υστέρων, διαπίστωσε ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είχε ασκήσει ποτέ διαχείριση πλοίων, ούτε είχε αναπτύξει οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα, απεναντίας δε ήταν ανενεργός και υποκείμενη σε βαριά πρόστιμα και ποινές ενώπιον των ελληνικών Αρχών, γεγονότα που οι εναγόμενοι δολίως του απέκρυψαν, ώστε να τον πείσουν να τους καταβάλει το παραπάνω ποσό, προκαλώντας έτσι σ' αυτόν αντιστοίχου ποσού ζημία καθώς και ηθική βλάβη.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ως αποζημίωσή του, το ποσό των 150.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ, μετ' αφαίρεση ποσού 40 ευρώ που επιφυλάχθηκε για να διεκδικήσει στο ποινικό δικαστήριο. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, με την οποία διώκεται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (914 ΑΚ) και όχι η εκ του άρθρου 149 ΑΚ, παράλληλη με την ακύρωση ή μη της δικαιοπραξίας, αξίωση αποζημίωσης, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298, 299 και 932 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα διαλαμβάνει με επάρκεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά του εναγομένου-αναιρεσείοντος, την πρόκληση σε αυτόν από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας και ηθικής βλάβης, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και της ζημιογόνου συμπεριφοράς, η οποία ήταν ικανή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει την εν λόγω ζημία, έτσι ώστε να θεμελιώνονται οι ένδικες από αδικοπραξία αξιώσεις του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή, εκτιμώντας κυριαρχικώς τα εκτιθέμενα σ' αυτή ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος αποζημιώσεως του ενάγοντος, ούτε έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, γεγονότα που δεν εκτίθενται στην αγωγή, ούτε και παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.

Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 περίπτ.γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 2034/2022).

Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019). Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου απαιτείται να έχει επικαλεστεί ο αναιρεσείων νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, επίκληση που είναι αναγκαία ακόμα και αν το αποδεικτικό μέσο έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως (π.χ ομολογία) (ΟλΑΠ 498/1978, ΑΠ 352/2023, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 845/2022), ενώ για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού πρέπει ο αναιρεσείων να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020).

Ειδικά επί δικαστικής ομολογίας, ο αναιρεσείων πρέπει να ισχυριστεί ότι επικαλέστηκε κατά νόμιμο τρόπο τη δικαστική ομολογία στην οποία προέβη ο αναιρεσίβλητος και να αποδεικνύει τούτο, προσκομίζοντας το δικόγραφο στο οποίο η ομολογία καταχωρίστηκε (πρακτικά δικαστηρίου, προτάσεις αντιδικου του κ.λπ) καθώς και τις δικές του προτάσεις, με τις οποίες την επικαλέστηκε (ΑΠ 53/2022, 675/2019, ΑΠ 894/2008, 661/2009).

Η παράλειψη δε, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία, ώστε να ιδρυθεί ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 403/2017 ΑΠ 1652/ 2009), το αναγνωριζόμενο δηλαδή από τον διάδικο με την ομολογία επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός, να αναφέρεται αμέσως στο αμφισβητηθέν αντικείμενο της διαφοράς (ΑΠ 352/2023, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 1003/2017), υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 2047/2014, ΑΠ 325/2007).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (ΑΠ 1711/2008, ΑΠ 325/2007). Σε κάθε δε περίπτωση αναγκαία είναι η έρευνα των περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η ομολογία και σκοπός στον οποίο απέβλεπε αυτή.

Δεν θεωρούνται ομολογούμενα περιστατικά αυτά που, όταν έγινε η ομολογία ήταν επωφελή ή αδιάφορα για αυτόν που τα εκθέτει ή τα αναγνωρίζει, έστω κι αν μεταγενέστερα ή σε άλλη δίκη μεταπίπτουν σε επιβλαβή γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, αναιρετικό λόγο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσίβλητου ομολογία αυτού, ότι "...εάν είχα λάβει γνώση του εγγράφου, δεν θα μου δημιουργούσαν οι αντίδικοι την πεποίθηση ότι είχε ήδη ανατεθεί η διαχείριση του πλοίου στην εταιρείας τους, όπως ρητά με διαβεβαίωναν και έτσι δεν θα προέβαινα στην καταβολή σ'αυτούς του ποσού των 150.000".

Ωστόσο, από τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν συνάγεται δικαστική ομολογία του ενάγοντος, υπό την έννοια που προεκτέθηκε, ότι δηλαδή αυτός δεν εξαπατήθηκε και, συνακόλουθα, ότι δεν υπήρξε αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά του εναγομένου - αναιρεσείοντος, που αποτελεί το αμέσως αντικείμενο της δίκης και το κρίσιμο και αμφισβητούμενο αυτής γεγονός, αλλά πρόκειται για αξιολόγηση αποδεικτικού στοιχείου και διατύπωση κρίσης και συμπεράσματος προς άντληση επιχειρήματος για τη βασιμότητα της αγωγής του.

Μη προκειμένης, επομένως, δικαστικής ομολογίας, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη απόδειξης που προσκομίστηκε και, κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31/3/2016 αίτηση του Ν. Μ. και τους από 31/1/2022 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 717/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ