Legislator Case Law & Legislation
145/2022 AI generated

145/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 145/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

145/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη από 30-12-2020 αίτηση αναίρεσης (αριθ. έκθ. κατάθ. 21/2020, αριθ. δικ. 125/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 7/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 1-10-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 145 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 145/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στα Γρεβενά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Γακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ" που εδρεύει στα Γρεβενά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μελέτιο Παυλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών.

Εκδόθηκε η 70/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ' ύλην αρμόδιο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας.

Εκδόθηκε η 7/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/12/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-12-2020 αίτηση αναίρεσης (αριθ. έκθ. κατάθ. 21/2020, αριθ. δικ. 125/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 7/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 1-10-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1).

Στο άρθρο 7 του Ν. 1418/1984 ορίζεται ότι "ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου...", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης δηλαδή μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 3212/2003 (ήδη διατάξεις άρθρου 57 παρ. 1 έως 8 του Ν. 3669/2008 με ίδιο περιεχόμενο), ορίζονται τα εξής: "1.

Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Αν προκύπτει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν, κατά την εκτέλεση του έργου, αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ` της παραγρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 334/2000 (ΦΕΚ Α` 279), συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου.

Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α`), όπως κάθε φορά ισχύουν. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.

Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης. Στο ως άνω ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή συντάξεως τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου. Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης. 2. ...

Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος συγκριτικός πίνακας αντικαθίσταται με τον όρο ανακεφαλαιωτικός πίνακας εργασιών...". Περαιτέρω, στο άρθρο 34 παρ. 2 του Π.Δ/τος 609/1985 ορίζεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφο διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, σε επείγουσες δε περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίνεται προφορικά στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο.

Εξάλλου, στο άρθρο 43 του ίδιου ως άνω προεδρικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα εξής: "1. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α`23), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996 (ΦΕΚ Α`29)...

Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών" που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων, τις δαπάνες του αρχικά ανατεθέντος έργου, του προϋπολογισμού της αμέσως προηγούμενης σύμβασης και του προϋπολογισμού της προς κατάρτιση καινούργιας σύμβασης ... (όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 402/1996). 3.

Αν στο συγκριτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας, ο συγκριτικός πίνακας συνοδεύεται από πρωτόκολλο που κανονίζει τις τιμές για τις εργασίες αυτές... 5. Οι ανακεφαλαιωτικοί πίνακες και τα πρωτόκολλα κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών που τους συνοδεύουν συντάσσονται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και υπογράφονται από τον ανάδοχο ανεπιφύλακτα ή με επιφύλαξη.

Αν ο ανάδοχος αρνηθεί την υπογραφή, του κοινοποιείται ο ανακεφαλαιωτικός πίνακας και το πρωτόκολλο... Στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση που ο ανάδοχος υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα με επιφύλαξη, δικαιούται να υποβάλει ένσταση. Ο ανακεφαλαιωτικός πίνακας εργασιών (Α.Π.Ε.) και τα πρωτόκολλα νέων τιμών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) εγκρίνονται από την Προϊσταμένη Αρχή, στην οποία διαβιβάζονται, μαζί με την τυχόν ένσταση του αναδόχου, αιτιολογική έκθεση για την ανάγκη των τροποποιήσεων, τον τρόπο κανονισμού των τιμών και κάθε σχετική πληροφορία...

Μετά την έγκριση του ανακεφαλαιωτικού πίνακα ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις σχετικές εργασίες, χωρίς αυτό να θίγει τα δικαιώματά του για επίλυση της τυχόν διαφοράς". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι, οσάκις παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής, συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου.

Της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας.

Ακολουθεί η υπογραφή συμβάσεως για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής συμβάσεως, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο (ΣτΕ 121/2018, 2638/2016, 1258/2013).

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται, ούτε υποχρεούται, κατ` αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιότητα και το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, κατ` απόκλιση από τη σύμβαση έργου, και επίσης, ότι δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, χωρίς προφορική εντολή της υπηρεσίας στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού και χωρίς προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Α.Π.Ε., αν δε συντρέχει περίπτωση, και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. (ΣτΕ 2243/2017, ΑΠ 178/2015).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή ο ανάδοχος εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, χωρίς τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της υπηρεσίας που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο του έργου, δεν δικαιούται ούτε αποδόσεως της ωφέλειας του λήπτη με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 860/2020, ΑΠ 828/2019, ΑΠ 711/2018, ΣτΕ 45/2016, Στε 749/2016, ΑΠ 178/2015). Κατ` εξαίρεση από τον ανωτέρω κανόνα, και ανεξάρτητα από τη σύναψη τελικά συμπληρωματικής σύμβασης, ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, αποδεχόμενος σχετική έγγραφη εντολή του εργοδότη ή και μόνο προφορική εντολή καταχωρημένη στο ημερολόγιο του έργου, αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, έχει δε η αμοιβή αυτή συμβατικό χαρακτήρα, αφού η εντολή του εργοδότη και η αποδοχή της από τον ανάδοχο δημιουργούν το αναγκαίο συμβατικό πλαίσιο.

Μάλιστα στην περίπτωση αυτή δικαιούται αμοιβής ακόμη και αν η δαπάνη των πρόσθετων εργασιών υπερέβη το 50% του αρχικού συμβατικού κόστους, την οποία, αντίθετα, δεν δικαιούται ούτε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν ενήργησε χωρίς εντολή του εργοδότη (ΑΠ 860/2020, ΑΠ 828/2019, ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΣΤΕ 5117/2012).

Πάντως, και στην περίπτωση αυτή, η συμβατική σχέση ολοκληρώνεται και οριστικοποιείται, κατά κανόνα, με τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και γνώμη του τεχνικού συμβουλίου του εργοδότη, στο πλαίσιο είτε του εγκεκριμένου Α.Π.Ε. είτε και αποκλίνοντας από αυτόν (ΑΠ 1726/2014).

Περαιτέρω, όμως, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εκτελέστηκαν χωρίς να τηρηθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, χωρίς, δηλαδή, την κατάρτιση συμπληρωματικής συμβάσεως και χωρίς έγγραφη ή προφορική, εντολή του κυρίου του έργου, να κριθούν, στη συνέχεια, από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο εφετείο, ως αναγκαίες, δηλαδή ως εργασίες, οι οποίες επιβάλλονταν για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με τη σύνταξη Α.Π.Ε.

και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής σύμβασης, οπότε το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα οφείλεται με βάση τη νέα σύμβαση μετά την σύναψή της. Επομένως, δεν αρκεί απλώς η κρίση ότι οι χωρίς εντολή πρόσθετες εργασίες υπήρξαν αναγκαίες και ότι, συνεπώς, η δαπάνη τους βαρύνει τον εργοδότη, προκειμένου ο ανάδοχος να ζητήσει με αγωγή την επιδίκασή τους, αλλά απαιτείται για τον καθορισμό του οφειλόμενου σε αυτόν ανταλλάγματος η τήρηση, ακολούθως, της διαδικασίας κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης με βάση Α.Π.Ε.

ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε, για δε την πληρωμή του η τήρηση της διαδικασίας κατάρτισης και έγκρισης της σχετικής επιμέτρησης, καθώς και σύνταξης της έγκρισης του λογαριασμού, που θα περιέχει την αμοιβή για τις συγκεκριμένες εργασίες, που αποτελεί την προς τούτο κατά το νόμο απαιτούμενη πιστοποίηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 9 και 10 του Ν. 1418/1984, 38 και 40 του π.

δ/γματος 609/1985, ήδη δε κατά τα άρθρα 52 και 53 του Ν. 3669/2008 (ΑΠ 860/2020, ΑΠ 828/2019, ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΑΠ 902/2011, ΣΤΕ 2253/2017, ΣτΕ 2638/2016).

Συνεπώς, η κατάρτιση και έγκριση του Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.) αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση στη συνέχεια των εργασιών που πράγματι εκτέλεσε ο ανάδοχος και τη σύνταξη απ' αυτόν του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής του (ΟλΑΠ 15/2015). Αν υπάρξει άρνηση του εργοδότη να τηρήσει συνολικά την ως άνω διαδικασία, πρέπει πρώτα να ζητηθεί η συμμόρφωσή του με τις σχετικές υποχρεώσεις του, δηλαδή ο ανάδοχος πρέπει να ζητήσει από τον κύριο του έργου να προβεί, τηρώντας την νόμιμη διαδικασία, στις απαραίτητες ενέργειες προς καθορισμό και πληρωμή του ανταλλάγματος για τις προαναφερόμενες συμπληρωματικές εργασίες, όπως στη σύνταξη Α.Π.Ε.

ή, αν αυτός έχει συνταχθεί χωρίς τις ανωτέρω εργασίες, στην ανασύνταξή του, ώστε να περιλαμβάνει και τις ως άνω ποσότητες των συμπληρωματικών εργασιών, καθώς επίσης και στην κατάρτιση και έγκριση των επιμετρήσεων κλπ. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος υπογράψει τον Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών και το Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών χωρίς επιφύλαξη, θεωρείται ότι αποδέχεται την εκτέλεση αυτών με βάση τις καθορισθείσες από την υπηρεσία τιμές.

Αντίθετα, αν διαφωνεί με τις καθορισθείσες νέες εργασίες ή τις τιμές αυτών, πολύ περισσότερο δε, αν στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα δεν συμπεριελήφθησαν οι συμπληρωματικές εργασίες, μπορεί να υπογράψει τις ως άνω πράξεις με επιφύλαξη και να ασκήσει κατ` αυτών ένσταση και, ακολούθως, αίτηση θεραπείας, ακολουθώντας τη διαγραφόμενη από τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1418/1984 διοικητική διαδικασία, και, τελικώς να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου, προκειμένου να επιλυθεί δικαστικώς η διαφορά, αφού, κατά το άρθρο 43 του π.δ. 609/1985, ο ανάδοχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει την παράλειψη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να εντάξει σε Α.Π.Ε.

και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. τις νέες εργασίες, εφόσον υπογράψει με επιφύλαξη τις πράξεις αυτές (ΣτΕ 1613/2018). Το αίτημα της προσφυγής συνίσταται στην αναγνώριση της αναγκαιότητας εκτέλεσης των πρόσθετων εργασιών που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν στη σύμβαση, στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και στην υποχρέωση της αρμόδιας υπηρεσίας να τηρήσει την νόμιμη διαδικασία για την πληρωμή του αναδόχου και όχι στην καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος.

Βεβαίως, η δικαστική απόφαση, με την οποία αναγνωρίζονται, ως πραγματοποιηθείσες, οι περικοπείσες από την Διευθύνουσα Υπηρεσία εργασίες, εμπεριέχει, αναγκαίως, και την αναγνώριση της αξιώσεως του αναδόχου να πληρωθεί γι` αυτές, το ύψος όμως της αξιώσεως αυτής και η καταψήφισή της επέρχεται, όπως αναφέρθηκε, στο μεταγενέστερο στάδιο της εγκρίσεως του λογαριασμού, κατά της πράξεως δε, με την οποία διορθώνεται λογαριασμός, είναι δυνατή η άσκηση από τον ανάδοχο προσφυγής με καταψηφιστικό αίτημα, οπότε, σε περίπτωση αποδοχής της, θα χωρήσει καταψήφιση του ποσού που απετέλεσε αντικείμενο της διαφοράς (ΑΠ 860/2020, ΑΠ 828/2019, ΣΤΕ 1459/2017, ΣτΕ 746/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 1-10-2014 αγωγής (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. ΜΤ 97/2014), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορούνται σε αυτήν τα ακόλουθα: Ότι μετά την 37/2007 μελέτη της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Γρεβενών "περί Οικιστικής Αναβάθμισης Δ.Δ.

Βορείου Τμήματος Δ. Γρεβενών έτους 2007", την 352/2007 απόφαση του ΔΣ του Δήμου Γρεβενών, με την οποία εγκρίθηκε η εκτέλεση του παραπάνω έργου, την 256/2007 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής περί καθορισμού των όρων διενέργειας του διαγωνισμού, την 18377/25-9-2007 περίληψη διακήρυξης του ανωτέρω έργου, το από 16-10-2007 1ο πρακτικό της Επιτροπής διενέργειας του διαγωνισμού και το από 23-10-2007 2ο πρακτικό (οριστικό) της Επιτροπής διενέργειας δημοπρασίας, από το οποίο προκύπτει ότι (η ενάγουσα) αναδείχθηκε πρώτος μειοδότης, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το από 13-12-2007 συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε την εκτέλεση του ανωτέρω έργου σε διάφορα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Γρεβενών.

Ότι εκτέλεσε το έργο σύμφωνα με τους όρους του ως άνω συμφωνητικού και τη σχετική μελέτη και το παρέδωσε στον εναγόμενο εντός της συμβατικής προθεσμίας, ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα και οριστικά δυνάμει της 525/2012 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου. Ότι κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου στα διάφορα δημοτικά διαμερίσματα παρέστη ανάγκη να εκτελεστούν υπερσυμβατικές εργασίες, τις οποίες ενάγουσα εκτέλεσε κατόπιν προφορικής εντολής της επιβλέπουσας υπηρεσίας του εναγόμενου Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και τις παρέδωσε στον εναγόμενο εντός της συμβατικής προθεσμίας, ο οποίος τις παρέλαβε.

Ότι σύμφωνα με την συναπτόμενη αναλυτική επιμέτρηση των εργασιών υπέρβασης η συνολική δαπάνη τους ανέρχεται στο ποσό των 74.200,62 ευρώ. Ότι η εκτέλεση των υπερσυμβατικών εργασιών έγινε χωρίς έγγραφη σύμβαση έργου και συνεπώς βάσει άκυρης σύμβασης έργου και ότι ο εναγόμενος, παρότι παρέλαβε το έργο, μαζί με τις πρόσθετες αυτές εργασίες, τις οποίες λεπτομερώς εκθέτει στην αγωγή κατά είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας, αρνείται να της καταβάλει την πρόσθετη αμοιβή γι' αυτές, ανερχόμενη στο προαναφερόμενο ποσό.

Ότι με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της και ότι ο πλουτισμός του σώζεται μέχρι σήμερα, συνιστάμενος στην ισόποση δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν για να πληρώσει το ανωτέρω εργολαβικό αντάλλαγμα σε άλλα πρόσωπα, στα οποία θα ανέθετε την εκτέλεση των συγκεκριμένων πρόσθετων εργασιών.

Με βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το προαναφερόμενο ποσό των 74.200,62 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας (στο οποίο συζητήθηκε η αγωγή, μετά παραπομπή από τον Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών με την 70/2017 απόφασή του) με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την εξής αιτιολογία "...

η αγωγή, η οποία έχει ως βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτή εάν τηρήθηκε, δεδομένου ότι πρόκειται για εκτέλεση υπερσυμβατικών εργασιών εκτελούμενου δημόσιου έργου, η διαδικασία η οποία αναφέρεται στην εκτιθέμενη ανωτέρω με στοιχ. ΙΙΙ νομική σκέψη, ήτοι ότι συντρέχουν οι οριζόμενες από τις αναφερόμενες ανωτέρω ειδικές διατάξεις προϋποθέσεις βάσει των οποίων μπορεί να ζητηθεί η καταβολή αμοιβής για τις εργασίες αυτές (υπερσυμβατικές) και συγκεκριμένα, ενώ εκτίθεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα εκτέλεσε τις αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) νέες εργασίες κατόπιν προφορικής εντολής του εναγομένου, δεν εκτίθεται εάν η εντολή αυτή που ήταν προφορική καταχωρήθηκε στο ημερολόγιο του έργου, εάν συντάχθηκε οικείος ΑΠΕ και το οικείο ΠΚΤΜΝΕ, όπου περιλαμβάνονταν οι εργασίες αυτές και οι τιμές αυτών, εάν οχλήθηκε το εναγόμενο για τις εργασίες αυτές και εάν στην περίπτωση που το τελευταίο παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας αρνήθηκε να τηρήσει συνολικά την ως άνω διαδικασία, καθώς, στην περίπτωση που το εναγόμενο αρνούνταν την έγκριση των εργασιών αυτών η ενάγουσα μπορούσε με προσφυγή της στο δικαστήριο (Εφετείο) να ζητήσει να κριθούν ως αναγκαίες οι πρόσθετες αυτές εργασίες και στην συνέχεια προκειμένου να νομιμοποιηθούν εκ των υστέρων απαιτούνταν σύνταξη ΑΠΕ ή και ΠΚΤΜΝΕ, καθώς και σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης, στο πλαίσιο της οποίας οφείλεται πλέον και το εργολαβικό αντάλλαγμα, με βάση τη σύμβαση έργου.

Επομένως, εφόσον δεν τηρήθηκε η ανωτέρω διαδικασία, αμοιβή για τις ανωτέρω πρόσθετες εργασίες δεν μπορεί να ζητηθεί ούτε με βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχ. ΙΙΙ νομική σκέψη της παρούσας ο ανάδοχος δεν δικαιούται ούτε της απόδοσης της ωφέλειας του λήπτη, βάση των διατάξεων των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, για νέες και πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε χωρίς να συντρέχουν, όπως ιστορείται στην αγωγή, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 του Ν. 1418/1984 και 34 παρ. 2 π.δ. 609/1985. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 του Ν. 1418/1984 και 34 παρ. 1 και 2, 43 παρ. 1 - 3 και 5 και 44 του π.

δ. 609/1985, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Ειδικότερα, η ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται η κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού καταβολή αμοιβής για την εκτέλεση πρόσθετων (υπερσυμβατικών) εργασιών σε δημόσιο έργο, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο είναι μη νόμιμη, διότι η ενάγουσα δεν εκθέτει σ' αυτήν ότι τηρήθηκε η διαδικασία κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης και στη συνέχεια η διενέργεια επιμέτρησης και η έγκριση του σχετικού λογαριασμού.

Συγκεκριμένα, ενώ εκτίθεται ότι οι πρόσθετες εργασίες εκτελέστηκαν κατόπιν προφορικής εντολής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του εναγόμενου Δήμου, δεν αναφέρεται ότι αυτή η προφορική εντολή καταχωρίστηκε στο ημερολόγιο του έργου, ότι πριν από την εκτέλεση των εργασιών αυτών προηγήθηκε η εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών σύνταξη του προαναφερόμενου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.), ή και Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.), στην περίπτωση, που μεταξύ των αναφερόμενων στον Α.Π.Ε.

νέων εργασιών, περιλαμβάνονταν και εργασίες, για τις οποίες δεν υπήρχαν τιμές μονάδας και ότι για την πληρωμή της αμοιβής τηρήθηκε η διαδικασία καταρτίσεως και εγκρίσεως της σχετικής επιμέτρησης, καθώς και της σύνταξης και έγκρισης του λογαριασμού, που περιείχε την αμοιβή για τις συγκεκριμένες εργασίες, καθόσον η κατάρτιση και έγκριση του Α.Π.Ε αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση των εργασιών που πράγματι εκτέλεσε ο ανάδοχος.

Περαιτέρω, δεν εκτίθεται ότι, παρότι δεν τηρήθηκε η ανωτέρω διαδικασία κατάρτισης της συμπληρωματικής σύμβασης, οι πρόσθετες αυτές εργασίες εγκρίθηκαν, στη συνέχεια, ως αναγκαίες από τα αρμόδια όργανα του εναγόμενου Δήμου ή, σε περίπτωση διαφωνίας του Δήμου και άσκησης εκ μέρους της ενάγουσας προσφυγής, ότι οι εργασίες αυτές κρίθηκαν αναγκαίες από το Εφετείο, με συνέπεια την εκ των υστέρων νομιμοποίησή τους με τη σύνταξη Α.Π.Ε ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής σύμβασης, δυνάμει της οποίας θα οφειλόταν στην ενάγουσα το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα.

Συνεπώς, εφόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία, σύμφωνα και με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, δεν θεμελιώνεται νόμιμη απαίτηση της ενάγουσας και αντίστοιχη υποχρέωση του εναγόμενου Δήμου προς καταβολή του αιτούμενου εργολαβικού ανταλλάγματος για την εκτέλεση των επίδικων πρόσθετων εργασιών ούτε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Κατά συνέπεια, αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 1308/2018, ΑΠ 538/2018). Με τους ίδιους παραπάνω, πρώτο και δεύτερο, λόγους αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 Ν. 1418/1984 και 34 παρ. 1 και 2, 43 παρ. 1 - 3 και 5 και 44 του π.δ 609/1985, καθώς και του άρθρου 904 ΑΚ.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν. 3852/2010, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2020 αίτηση (αριθ. έκθ. καταθ. 21/2020, αριθ. δικ. 125/2021) για αναίρεση της 7/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ