Legislator Case Law & Legislation
145/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague and misapplied civil procedure arguments.

Case Number 145/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court's reasoning was contradictory and improperly distorted evidence, but the court found these claims legally inadmissible. The court ruled that the arguments failed to demonstrate a specific violation of substantive law or a clear error within the judgment's reasoning itself.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and (20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that vague arguments regarding contradictory reasoning or distortion of evidence do not constitute grounds for cassation unless they point to a specific violation of substantive law or a clear error in the judgment's reasoning.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible arguments contradictory reasoning distortion of evidence Code of Civil Procedure substantive law violation judgment review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 390 of the Code of Civil Procedure
Article 442 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 145 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 145/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαγεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 25/9/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227ΤΜ/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 17-5-2012 αγωγής του αναιρεσιβλήτου Ι. Β. κατά της αναιρεσείουσας Σ. Κ. με αντικείμενο την καταβολή αμοιβής του από σύμβαση έργου και της από 25-9-2013 αντίθετης αγωγής της τελευταίας με αντικείμενο τη μείωση της αμοιβής του, άλλως την επιδίκαση αποζημίωσης σ'αυτήν λόγω ελαττωμάτων του έργου, εκδόθηκε η 227ΤΜ/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη και δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως εν μέρει βάσιμη και κατ'ουσίαν.

Κατ' αυτής της αποφάσεως άσκησε η αναιρεσείουσα την από 22-2-2016 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 200/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που δέχθηκε την έφεση, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή της εκκαλούσας- αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, δεχόμενη ως εν μέρει βάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επιδικάζοντας σ'αυτόν 12.849,84 ευρώ.

Η από 1-9-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας προαναφερόμενης απόφασης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση και, εφόσον συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 52/2019, 1753/2017, 242/2015). Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε να συζητηθεί με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου στις 7-12-2020 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Από τη 1224Γ'/5-2-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν.

Γ. Κ., την οποία προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κάτω απ' αυτό για τη δικάσιμο της 7-12-2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση παράστασής του κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Επίσης, δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 1385/2011). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004, 1/1999, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Προϋπόθεση προς ίδρυση αυτού του λόγου αποτελεί η ύπαρξη του σφάλματος στην ίδια την απόφαση, την οποία και μόνον επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 151/2012, 906/2011, 1210/2010).

Ελλείψεις ή αντιφάσεις που προκύπτουν από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων, που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω λόγο (ΑΠ 780/2017, 230/2010), όπως δεν τον ιδρύουν και ελλείψεις ή αντιφάσεις που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι την ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους και την αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ'αυτές (ΟλΑΠ 861/1984, 1055/2019, 1348/2017).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, η οποία εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο είναι να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009, 1206/2008, 130/2009).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 78/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, που έκρινε επί της ουσίας τη μεταξύ των διαδίκων διαφορά, δέχθηκε ως προς τα τιθέμενα με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης ζητήματα, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Ε.

Π. και Κ. Α., που κατέθεσαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, από τις φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε και από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει προφορικής σύμβασης έργου που καταρτίστηκε στη Τήνο στις 28-1-2011, ο ενάγων-εναγόμενος Ι. Β. που δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην κατασκευή παραδοσιακών επίπλων, ανέλαβε την κατασκευή και τοποθέτηση επίπλων και θυρών στην επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων της ενάγουσας-εναγομένης που βρίσκεται στη νήσο Τήνο.

Πιο συγκεκριμένα, αυτός ανέλαβε την κατασκευή της reception διαστάσεων 1,70 μ. X 1,95 μ., τέσσερις (4) ντουλάπες για τα υπνοδωμάτια, μία εξωτερική πόρτα διαστάσεων 1,13 X 2,24 μ, μία εσωτερική πόρτα συρόμενη διαστάσεων 2,915 X 1,015 μ., και τη βαφή των κάγκελων της βεράντας με χρώμα Vemilac κωδ. Η 015. Η αμοιβή του για την reception συμφωνήθηκε στο ποσό των 4.600 ευρώ, για τις ντουλάπες στο ποσό των 1.100,1.100,1.500,1.200 ευρώ, για την εξωτερική πόρτα στο ποσό των 3.600 ευρώ, για την εσωτερική πόρτα στο ποσό των 1.200 ευρώ και για τα κάγκελα βεραντών (βαφή) στο ποσό των 3.394 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 17.694 ευρώ πλέον ΦΠΑ 11.5% στο ποσό των 19.728,81 ευρώ.

Στην αμοιβή αυτή περιλαμβανόταν η μεταφορά και η τοποθέτηση των επίπλων στο ακίνητο της ενάγουσας-εναγομένης, με χρόνο παράδοσης την 10-3-2011 και προκαταβολή το ποσό των 4.000 ευρώ. Όλα τα ανωτέρω συνομολογούνται από τους διαδίκους και προκύπτουν από την από 28-1-2011 οικονομική προσφορά του ενάγοντος-εναγομένου.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι η ενάγουσα-εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα-εναγόμενο το ποσό των 8.000 ευρώ ως προκαταβολή για την αμοιβή του, όπως το ποσό αυτό εμφαίνεται τόσο στο υπ' αριθμ. …/…-1 -2011 δελτίο παραγγελίας, όσο και στον αναλυτικό λογαριασμό του λογιστηρίου του ενάγοντος-εναγομένου. Τελικά, στις 27-5-2011 ο ενάγων- εναγόμενος παρέδωσε στην ενάγουσα -εναγομένη με το υπ' αριθμ…./…-5-2011 τιμολόγιό του τα εξής πράγματα: reception 1,70Χ 1,95 ποσό 4.600 ευρώ, ντουλάπα 2,74Χ 0,60Χ 0,97 ποσό 1.100 ευρώ, ντουλάπα 2,74Χ0,61Χ 0,96 1.100 ευρώ, ντουλάπα 2,74 X 0,50 X 1,52 1.500 ευρώ, ντουλάπα 2,74Χ0,58Χ1,35 ποσό 1.200 ευρώ, κάγκελα βεράντας 3.394 ευρώ, τάβλες διπλές 100 ευρώ, τάβλες μονές 80 ευρώ, τελάρο 100 ευρώ, πόρτα εξωτερική 3.600 ευρώ, πόρτα εσωτερική συρόμενη 1.200 ευρώ και συνολικά 17.974 ευρώ πλέον ΦΠΑ 16% 2.875,84 ευρώ, ήτοι 20.849,84 ευρώ.

Ακολούθως, απεδείχθη ότι το έπιπλο της reception αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα η ενάγουσα-εναγομένη, ενώ για τα υπόλοιπα τμήματα του έργου ισχυρίστηκε ότι είναι ελαττωματικά και επιπλέον ουδέν κατέβαλε στον ενάγοντα-εναγόμενο πέραν της προκαταβολής των 8.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει το ποσό των 3.394 ευρώ για τη βαφή των κάγκελων, ως προς το οποίο πρέπει να μειωθεί-αφαιρεθεί το συνολικό τίμημα, γιατί βάφηκαν σε άλλο από το συμφωνημένο χρώμα.

Όμως για την αιτία αυτή η ενάγουσα-εναγομένη δεν δικαιούται μείωση αμοιβής, γιατί η μείωση αμοιβής προϋποθέτει πραγματικό ελάττωμα ουσιώδες ή επουσιώδες που επιφέρει μείωση στην αγοραία αξία του έργου, και με το βάψιμο σε διαφορετικό χρώμα δεν μειώνεται η αξία του έργου. Ανεξάρτητα από αυτό, ουδόλως απεδείχθη ότι το χρώμα με το οποίο βάφτηκαν τα κάγκελα ήταν διαφορετικό από το συμφωνημένο στην σύμβαση.

Άλλωστε σε τέτοια περίπτωση η ενάγουσα-εναγομένη θα διαφωνούσε άμεσα με το διαφορετικό χρώμα και θα ζητούσε τη διόρθωσή του, κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Επιπλέον, η ενάγουσα-εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι ντουλάπες των υπνοδωματίων είχαν λανθασμένες διαστάσεις και ότι τοποθετήθηκαν στραβά αφήνοντας μεγάλα κενά σε όλα τα πλαϊνά, ήταν μη ρεγουλαρισμένες, έλειπαν πρέκια και παρέμειναν αχρησιμοποίητες.

Για την απόδειξη του άνω ισχυρισμού της προσκομίζει και επικαλείται τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Δ., από την οποία προκύπτει ότι "σε όλα τα ντουλάπια παρατηρήθηκαν κενά διαστήματα στα πλαϊνά τους, τα οποία οφείλονταν στον ακανόνιστο στραβό σοβά. Στην περίπτωση αυτή, όφειλε ο ξυλουργός να τοποθετήσει ξύλινο τελάρο σε κάθε ντουλάπα και εντός αυτού να τοποθετήσει τα ντουλάπια, κάτι που δεν έκανε με αποτέλεσμα τα χάσματα να είναι εμφανή.

Επίσης όλα τα ντουλάπια ήταν αμοντάριστα και μη ρεγουλαρισμένα. Ομοίως, στα ντουλάπια έλειπαν πρέκια και πρεβάζια, ενώ σχεδόν σε όλες τις εσωτερικές θέσεις για τα ψυγεία έλειπαν οι πλάτες-μελαμίνες, με αποτέλεσμα στο άνοιγμα της κάθε θύρας για το ψυγείο να φαίνεται πίσω ο ασοβάτιστος τοίχος", επιπλέον δε προσκομίζει και προσφορά του ξυλουργού Δ.

Γ. προς την ενάγουσα-εναγομένη, από την οποία προκύπτει το κόστος κατασκευής από αυτόν νέων ντουλαπών. Αξίζει, όμως να σημειωθεί ότι οι μετρήσεις του Δ. Γ. των ντουλαπών, συμπίπτουν απολύτως με τις μετρήσεις του ενάγοντος-εναγομένου ως προς το μέγεθος των ντουλαπών. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα- εναγομένη φωτογραφίες, αποδεικνύεται η τοποθέτηση των ντουλαπών στα υπνοδωμάτια και η τοποθέτηση ξύλινου τμήματος μεταξύ των ντουλαπών και του τοίχου.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία κρίνεται ότι τα μέτρα και το μέγεθος των ντουλαπών και η κατασκευή τους ως προς το μέγεθος ήταν απολύτως ορθή, τα δε κενά διαστήματα μεταξύ ντουλαπών και τοίχου οφείλονταν στον ακανόνιστο σοβά, ήτοι στον τοίχο και όχι στο λανθασμένο μέγεθος των ντουλαπών, ενώ το κενό έχει καλυφθεί με ξύλο.

Άλλωστε ουδόλως προκύπτει ότι η ενάγουσα-εναγομένη αντικατέστησε τις ντουλάπες αυτές με άλλες, αφού δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται σχετικό τιμολόγιο αγοράς από τον άνω τεχνίτη, που έδωσε τη σχετική προσφορά. Ακόμη, επισημαίνεται ότι από τις φωτογραφίες προκύπτει ότι δεν έλειπαν οι πλάτες μελαμίνης από τα ντουλάπια που θα τοποθετούταν αργότερα ψυγείο, αλλά απουσίαζε ένα τμήμα, ώστε να γίνει τοποθέτηση ηλεκτρολογικού υλικού για την τοποθέτηση των ψυγείων.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η ενάγουσα-εναγομένη ουδόλως όχλησε τον ενάγοντα-εναγόμενο για τα ελαττώματα του έργου, ούτε απέστειλε σ' αυτόν οιαδήποτε εξώδικη διαμαρτυρία, που να τον καλεί να διορθώσει το έργο. .... Σημειώνεται ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν απαιτείται αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη για τα τυχόν ελαττώματα του έργου, λαμβανομένων υπόψη και των πολλών ετών που παρήλθαν από την εκτέλεση του έργου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και λόγω έλλειψης ουσιωδών ελαττωμάτων του έργου, η ενάγουσα-εναγομένη δεν δικαιούται μείωση της αμοιβής του ενάγοντος-εναγομένου, ούτε επικουρικά αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και η αγωγή της είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αντίθετα, η αγωγή του ενάγοντος-εναγομένου, λόγω μη εξόφλησης μέρους του τιμήματος, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 12.849,84 ευρώ (20.849,84 ευρώ - 8.000 ευρώ προκαταβολή), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, λόγω μη ύπαρξης προγενέστερης όχλησης εκ μέρους του ενάγοντος-εναγομένου." Η αναιρεσείουσα αποδίδει με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κατ'ορθή εκτίμηση της κατάθεσης του αναιρεσιβλήτου Κ.

Α., απόσπασμα της οποίας παραθέτει, έπρεπε το Εφετείο να δεχθεί πως τα κάγκελα βάφηκαν από τον αναιρεσίβλητο σε διαφορετικό από το συμφωνηθέν μεταξύ τους χρώμα, να θεωρήσει ότι αυτό συνιστούσε επουσιώδες ελάττωμα ή έστω έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας του έργου και να μην καταλήξει στην κρίση ότι ουδόλως αποδείχθηκε πως το χρώμα, με το οποίο βάφηκαν αυτά ήταν διαφορετικό από το συμφωνημένο στη σύμβαση, ενώ σ' αυτήν δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο, με ποια στοιχεία και με βάση ποιες αποδείξεις οδηγήθηκε σε αυτή την κρίση της βάσει συγκεκριμένων σημείων μαρτυρικών καταθέσεων, με συνέπεια να στερείται και νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του προεχόντως λόγω της αοριστίας του, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει καν ποιος κανόνας ουσιαστικού δικαίου φέρεται ότι παραβιάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, σε κάθε περίπτωση, αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίφαση της παραβιάσεως τέτοιων (μη προσδιοριζόμενων) κανόνων, η αναιρεσείουσα πλήττει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα.

Όσον δε αφορά ειδικότερα το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου ούτε και η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα μη διεξοδική ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων από το δικαστήριο της ουσίας είναι δυνατό να επιστηρίξει ανεπάρκεια αιτιολογίας, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή και συγκεκριμένα το γενόμενο δεκτό ως αποδειχθέν γεγονός, ότι τα κάγκελα βάφηκαν από τον αναιρεσίβλητο στο χρώμα που είχε συμφωνηθεί, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικότητας αιτιολογιών της κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Αυτή ισχυρίζεται ειδικότερα ότι αντιφατικώς έγινε δεκτό πως δεν υφίστατο το ελάττωμα λανθασμένων διαστάσεων των κατασκευασθέντων από τον αναιρεσίβλητο ντουλαπών, που απέδιδε με την αγωγή της σ'αυτό το τμήμα του έργου, καθόσον το Εφετείο στήριξε την ανωτέρω σχετική κρίση του και στην τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν.

Δ., όπου αναφέρεται μεν ότι τα κενά διαστήματα στα πλαϊνά των ντουλαπών (μεταξύ ντουλαπών και τοίχων) οφείλονταν στον ακανόνιστο σοβά, αναφέρεται όμως περαιτέρω και ο ενδεδειγμένος τεχνικός τρόπος αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος, ο οποίος δεν ακολουθήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, που κάλυψε απλώς τα κενά με ξυλεία, το δε Εφετείο δέχθηκε πως δεν υπήρξε τέτοιο ελάττωμα, παρότι μάλιστα ο μάρτυρας Κ.

Α. επιβεβαίωσε ουσιαστικά το εσφαλμένο των διαστάσεων των ντουλαπών. Και ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδίδεται με αυτόν και ύπαρξη σφάλματος που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, δηλαδή από αιτιολογίες εμπεριεχόμενες αποκλειστικώς σε αυτήν, αλλά αντιφατικότητα των αιτιολογιών της σε σχέση με αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνεκτίμησε χωρίς όμως να δεχθεί ως αποδεδειγμένες όλες τις περιεχόμενες σ' αυτά απόψεις και θέσεις.

Συνεπώς και με τον λόγο αυτό επιχειρείται, επίσης απαραδέκτως, να πληγεί η επί των αποδειχθέντων περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω δε και ο πρώτος λόγος κατά το σκέλος του το στηριζόμενο στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος, στηριζόμενος στις ίδιες διατάξεις, λόγος, είναι απαράδεκτοι ακόμη κι αν εκτιμηθούν ως λόγοι θεμελιούμενοι στον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αυτοί δεν αναφέρονται σε παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η οποία αφορά αποκλειστικώς στην παραμόρφωση των εγγράφων που προσδιορίζονται στα άρθρα 442 επ.

ΚΠολΔ, και όχι σε παραμόρφωση γραπτού κειμένου, που αποτυπώνει άλλο προβλεπόμενο στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα εμπεριεχόμενες στα πρακτικά καταθέσεις μαρτύρων ή οι εμπεριεχόμενη σε τεχνική έκθεση κατ'άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδότηση προσώπου με ειδικές γνώσεις (βλ.

και ΑΠ 144/2019, 1300/2017, ΑΠ 22/2018, 792/1993). Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η από 1-9-2019 αίτηση για αναίρεση της 200/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Δικαστική δαπάνη εις βάρος της δεν επιβάλλεται, καθόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 200/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ