145/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated145/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το έτος 2000 ενδιαφερόταν για την κατάρτιση και δεύτερης ασφαλιστικής σύμβασης με ασφαλιστική εταιρεία της ημεδαπής, προκειμένου να βελτιώσει τη νοσοκομειακή του κάλυψη. Ήρθε λοιπόν σε επαφή με την ασφαλιστική σύμβουλο της εναγομένης Μ. Λ. με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις και μέσω αυτής υπέβαλε προς την εναγομένη τη με αρ.8608Κ/7-7-2000 σχετική αίτηση ασφάλισης ζωής με συμπληρωματική κάλυψη νοσοκομειακών εξόδων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 145 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 145/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανελλόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Βοσνιάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1411/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2870/2006 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1467/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2870/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2832/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2017 αίτησή της και τους από 30-7-2019 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28-2-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 30-7-2019 προσθέτους αυτής λόγους προσβάλλεται η υπ' αρ.2832/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία ύστερα από την υπ'αρ.1467/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποίαν αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ' αρ.2870/2006 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή είχε απορρίψει κατ'ουσίαν την από 11-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίζοντας (κατά παραδοχή της από 17-5-2005 εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας) την υπ' αρ.1411/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή αναγνωρίζοντας ότι η εκ μέρους της εναγόμενης από 3-6-2003 καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως με τον ενάγοντα για την οποίαν εκδόθηκε το ...4 ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι άκυρη ως εκπρόθεσμη και ότι η άνω σύμβαση εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Η παραπάνω (1411/2015) απόφαση (που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσίβλητου) αναβίωσε μετά την αναίρεση της 2870/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι που συνεκδικάζονται έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3, 566 παρ.1,569 παρ.1,2 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτοί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ1086/2018, ΑΠ30/2017).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο εφεσίβλητος το έτος 1997 είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία ... και ήδη ... AE ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής με πρόσθετη ασφάλιση νοσοκομειακών καλύψεων απεριόριστου ποσού τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, με εξαίρεση τις ΗΠΑ και τον Καναδά όπου υπήρχε ποσοτικός περιορισμός.
Κατά το έτος 2000 ενδιαφερόταν για την κατάρτιση και δεύτερης ασφαλιστικής σύμβασης με ασφαλιστική εταιρεία της ημεδαπής, προκειμένου να βελτιώσει τη νοσοκομειακή του κάλυψη. Ήρθε λοιπόν σε επαφή με την ασφαλιστική σύμβουλο της εναγομένης Μ. Λ. με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις και μέσω αυτής υπέβαλε προς την εναγομένη τη με αρ.8608Κ/7-7-2000 σχετική αίτηση ασφάλισης ζωής με συμπληρωματική κάλυψη νοσοκομειακών εξόδων.
Κατά τη συμπλήρωση της αίτησης αυτής που έγινε από την ως άνω ασφαλιστική σύμβουλο της εναγομένης, όμως υπογράφηκε από τον ενάγοντα ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την αλήθεια των απαντήσεών του αλλά είχε και τις απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρία για να ελέγξει το σχετικό έντυπο, στα ερωτήματα: α) "έχετε ή είχατε άλλα ασφαλιστήρια ζωής, ατυχημάτων ή ασθενείας στην Εθνική ή άλλη ασφαλιστική εταιρεία;" και β) "έχετε ποτέ αποζημιωθεί λόγω ασθενείας ή ατυχήματος από άλλη ασφαλιστική εταιρεία;" σημειώθηκε αρνητική απάντηση παρά την ύπαρξη του προγενέστερου ως άνω ασφαλιστηρίου.
Με βάση την εν λόγω αίτηση του ενάγοντος καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης η από 11-7-2000 σύμβαση ασφαλίσεως μόνο με τον τίτλο "ισόβια συμμετοχή στα κέρδη" και εκδόθηκε το με αρ....4 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής και ασθενειών το οποίο μεταξύ άλλων κάλυπτε και έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό συνεπεία ασθενείας ή ατυχήματος με 100% ποσοστό συμμετοχής της εναγόμενης.
Μεταξύ των γενικών όρων του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου ήταν και αυτός του άρθρου 2 παρ.β στον οποίο οριζόταν "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο συμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος υποχρεούνται να δηλώσουν στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζουν, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου καθώς επίσης να απαντήσουν σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία και περιστατικά για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου". Όμως ο ενάγων αν και κατά την υποβολή της άνω αιτήσεως προς την εναγομένη είχε ήδη ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής και νοσοκομειακών δαπανών στην εταιρεία "...
AE" εν τούτοις το απέκρυψε κατά τη συμπλήρωσή της από την εναγόμενη απαντώντας αρνητικά στις παραπάνω ερωτήσεις. Ο ισχυρισμός του δε ότι από γραφικό λάθος της ασφαλιστικής συμβούλου της εναγομένης σημειώθηκε η ένδειξη "χ" στη θέση της απαντήσεως "ΟΧΙ" αντί της σωστής "ΝΑΙ" στην πρώτη των ως άνω ερωτήσεων δεν κρίνεται πειστικός.
Σημειώνεται ότι αυτό το επικαλούμενο "γραφικό λάθος" ο ενάγων το γνωστοποίησε στην εναγόμενη για πρώτη φορά με την από 19-5-2003 κοινή επιστολή του ίδιου και της συζύγου του Ά. -Μ. Φ. (η οποία την ίδια ημέρα είχε επίσης υποβάλει αίτηση ασφαλίσεως στην εναγόμενη και συνετάγη το ...3 ασφαλιστήριο συμβόλαιο) με αφορμή νοσηλεία του το Μάρτιο του 2003 στο ...
και την άρνηση της εναγόμενης να του καταβάλει τη σχετική αποζημίωση. Η ως άνω από 19-5-2003 επιστολή προς την εναγομένη στάθηκε αφορμή να καταγγείλει η εναγόμενη τις ασφαλιστικές συμβάσεις του ενάγοντα και της συζύγου του επικαλούμενη δόλια απόκρυψη προηγούμενης ασφάλισής τους. Δεν πείθει το Δικαστήριο αυτό ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η αρνητική απάντηση στο άνω ερώτημα και μόνο δόθηκε από γραφικό λάθος της ασφαλιστικής συμβούλου που σημειώθηκε μόνο στη συγκεκριμένη ερώτηση και μάλιστα στις δύο απαντήσεις.
Και ναί μεν από την από 5-6-2003 επιστολή της προς την υπεύθυνη του κλάδου ζωής της εναγομένης κ. Ρ. προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβουλος αναφέρεται σε "γραφικό λάθος εκ παραδρομής" σχετικά με την παράλειψη αναφοράς ύπαρξης άλλων ασφαλιστηρίων συμβολαίων και ότι αυτή συμφωνούσε με το περιεχόμενο της από 19-5-2003 επιστολής του ενάγοντος και της συζύγου του πλήν όμως η ίδια ασφαλιστική σύμβουλος με την νεώτερη από 20-6-2003 επιστολή της προς τον Δ/ντή του κλάδου ζωής της εναγομένης αναιρεί το περιεχόμενο της προηγούμενης ως άνω επιστολής της αναφέροντας ότι αυτή ήταν προϊόν αφόρητων πιέσεων του ενάγοντος και της συζύγου του, οι οποίοι της τηλεφωνούσαν συνεχώς λέγοντάς της ότι θα της έκαναν αναφορά και μήνυση αν δεν δήλωνε στην εναγόμενη ότι από δική της παράλειψη δεν αναφέρθηκε ότι υπήρχε συμβόλαιο σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία.
Ανεξαρτήτως όμως όλων αυτών αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της εναγόμενης καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης με τον ενάγοντα έγινε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο της κατ' άρθρο 3 παρ.6 του Ν.2496/1997 μηνιαίας προθεσμίας από τότε που αυτή (εναγόμενη) έλαβε γνώση της ως άνω παραβάσεως. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νοσηλεύθηκε στο ...
στο ... στις 19 και 20-1-2001 και του έγινε σκωληκοειδεκτομή και στην κλινική Ψυχικού του ίδιου θεραπευτηρίου από 15 ως 17-5-2002 για υπερτασική κρίση. Και στις δύο περιπτώσεις κατά την εισαγωγή του ο ενάγων δήλωσε ότι είναι ασφαλισμένος τόσο στην εναγόμενη όσο και στην ...(βλ. τις σχετικές από 18-10-2004 και 14-10-2004 βεβαιώσεις του εν λόγω ιδιωτικού θεραπευτηρίου).
Και στις δύο δε περιπτώσεις ο ενάγων αποζημιώθηκε κανονικά για τις νοσηλείες του από την εναγόμενη, γεγονός που η τελευταία συνομολογεί, προϋποθέτει όμως κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η εναγόμενη πριν προβεί στην κάλυψη του ενάγοντος έλαβε γνώση τόσο του ιατρικού φακέλου του εναγόμενου, όσο και των εντύπων δηλώσεων που συμπληρώθηκαν κατά την εισαγωγή του, στοιχεία που αξιολογήθηκαν και μελετήθηκαν από το έμπειρο προσωπικό της.
Αποδείχθηκε επίσης ότι και στις δύο περιπτώσεις κατά τη νοσηλεία του δέχθηκε την επίσκεψη της ασφαλιστικής συμβούλου της εναγόμενης. Ανεξάρτητα λοπόν αν αυτή είναι εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος της εναγόμενης, ο λόγος των επισκέψεων δεν μπορεί να ήταν άλλος από τη σχετική ενημέρωση της τελευταίας για τις εν γένει συνθήκες και την πορεία της νοσηλείας του ασφαλισμένου της.
Συνεπώς η εναγόμενη γνώριζε την ύπαρξη του προηγούμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου του ενάγοντος με την ... ήδη από τα τέλη Ιανουαρίου 2001 και όχι μόνο δεν προέβη στην εμπρόθεσμη καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως με τον ενάγοντα, αλλ' αντίθετα τον αποζημίωσε για τις νοσηλείες του τον Ιανουάριο του 2001 και τον Μάϊο του 2002". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλομένη (2832/2015) απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (1411/2005) που δέχθηκε την από 11-7-2003 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατ' ουσίαν αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη ακύρως και δη εκπροθέσμως προέβη στην καταγγελία της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως και ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ.
Eν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει υποπέσει στην πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες που συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ενώ κατά τις παραδοχές της "η καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης έγινε μόλις περιήλθε σε γνώση της το γεγονός της δόλιας απόκρυψης της προγενέστερης ασφάλισης με την από 19-5-2003 επιστολή" ακολούθως την ανατρέπει "δεχόμενη εντελώς αυθαίρετα και αναιτιολόγητα το αντίθετο, ήτοι ότι κατήγγειλε εκπρόθεσμα την εν λόγω σύμβαση (μετά την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας), δεχόμενη ότι είχε λάβει γνώση περί της προγενέστερης ασφάλισης από τις αρχές του 2001 και τα μέσα του 2002 (γεγονός που προκαλεί επί πλέον αντίφαση ως προς το χρόνο της γνώση της), όταν αποζημίωσε τον αναιρεσίβλητο για τις δύο νοσηλείες του, αφού προηγουμένως έλαβε γνώση του ιατρικού φακέλου του, καθώς και ότι ο ανωτέρω δέχθηκε κατά τη νοσηλεία του την επίσκεψη της ασφαλιστικής συμβούλου της εναγόμενης, ο λόγος της οποίας (επίσκεψης) δεν μπορεί να ήταν άλλος από τη σχετική ενημέρωση της εναγόμενης (χαρακτηρίζοντάς την ως προς το σημείο τούτο ενδοιαστική αιτιολογία) για τις εν γένει συνθήκες και την πορεία νοσηλείας του ασφαλισμένου της".
Τέλος ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στηριζόμενο στις ως άνω αντιφατικές αιτιολογίες υπέπεσε σε υπαγωγικό σφάλμα που επιδρά στο διατακτικό της απόφασής του, διότι ενώ δέχθηκε ως βάσιμη την (παραδεκτώς προβληθείσα στο δικαστήριο της ουσίας ) ένσταση της αναιρεσείουσας περί της δολίας απόκρυψης της ύπαρξης του ασφαλιστηρίου και με την ...
οφείλοντας να απορρίψει την αγωγή, αντιφατικά δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντένσταση του αναιρεσίβλητου με την παραδοχή ότι η ασφαλιστική εταιρεία έλαβε γνώση των ως άνω περιστατικών που δέχθηκε ως αποκρυβέντα σε χρόνο μη επαρκώς προσδιοριζόμενο καθώς και ότι από του χρόνου εκείνου παρήλθε χρόνος πλέον του μηνός από τη γνώση της μέχρι την καταγγελία στις 3-6-2003.
Ωστόσο η προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία αντίφαση διαλαμβάνει στις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα. Οι παραδοχές :α) ότι ο ενάγων απέκρυψε κατά τη συμπλήρωση της αίτησης (το 2000) την ύπαρξη και άλλου ασφαλιστηρίου, απαντώντας αρνητικά στις σχετικές ερωτήσεις, β) ότι το επικαλούμενο από τον ενάγοντα "γραφικό λάθος" της ασφαλιστικής συμβούλου κατά τη συμπλήρωση της αίτησης ασφάλισης που ως ισχυρισμός δεν γίνεται πιστευτός, το γνωστοποίησε ο ίδιος στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την από 19-5-2003 επιστολή του με αφορμή τη νοσηλεία του και την άρνηση της εναγομένης να τον αποζημιώσει γ) ότι η άνω επιστολή στάθηκε η αφορμή να καταγγείλει η εναγόμενη τη σύμβαση ασφάλισης επικαλούμενη δόλια απόκρυψη, δεν ενέχουν αντίφαση προς τις ακόλουθες ως άνω παραδοχές της ότι :
όταν ο ενάγων νοσηλεύθηκε το 2001 και το 2002 στο Ιατρικό Κέντρο είχε δηλώσει κατά την εισαγωγή του ότι ήταν ασφαλισμένος και στις δυο εταιρείες ότι η εναγόμενη που τον αποζημίωσε και στις δύο περιπτώσεις είχε λάβει προηγουμένως γνώση του ιατρικού του φακέλου και των δηλώσεων και εντύπων που συμπλήρωσε κατά την εισαγωγή του, ότι η ασφαλιστική της σύμβουλος τον επισκέφθηκε και τις δύο φορές, ότι ο λόγος των επισκέψεών της δεν μπορούσε να είναι άλλος από την ενημέρωση της εναγομένης περί των συνθηκών και της πορείας της νοσηλείας του και ότι (συνεπώς) η τελευταία γνώριζε την ύπαρξη και του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ...
ήδη από τα τέλη Ιανουαρίου του 2001 και δεν προέβη σε εμπρόθεσμη καταγγελία. Επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη ως άνω έκφραση ". ..δεν μπορεί να είναι άλλος..." δεν είναι ενδοιαστική και δεν κλονίζει το πόρισμα που είναι αναμφίβολο ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης . Επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε (κατ' ορθή εκτίμηση στην πλημμέλεια εκ του αρ.19 και όχι του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και δη ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.5 του ν.2496/1997 και 332 παρ.1 ΑΚ, διότι αναφορικά με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος "απέκρυψε κατά τη συμπλήρωση της αίτησης για ασφάλιση το γεγονός ότι είχε ήδη άλλο ασφαλιστήριο ζωής και νοσοκομειακών δαπανών, δεν διευκρίνισε αν τα γενόμενα ανέλεγκτα δεκτά περιστατικά υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (αν παρέλειψε να δηλώσει τα παραπάνω από δόλο ή από αμέλεια) με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα για την ίδια ως άνω πλημμέλεια (εκ του αρ.19 του αυτού ως άνω άρθρου), ισχυριζόμενη αφενός ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις αυτές ως άνω διατάξεις διαλαμβάνοντας ασαφή αιτιολογία στις παραδοχές της ως προς το άν ο αναιρεσίβλητος παρέλειψε να δηλώσει στις απαντήσεις με το ερωτηματολόγιο που του τέθηκε από δόλο ή από αμέλεια, αφετέρου τις παρ.1 και 5 του ως άνω άρθρου 3 τουν. 2496/1997 μη διαλαμβάνοντας καθόλου αιτιολογίες αν τα περιστατικά που αποσιωπήθηκαν ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν για το ως άνω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα (ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου της γνώσεως της αναιρεσείουσας περί της ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου και σε άλλη εταιρεία σε συνάφεια με το χρόνο άσκησης της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης) επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων .
Όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα (σε σχέση με την κατά τον προγενέστερο χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης εκ δόλου απόκρυψη της ασφάλισης του αναιρεσίβλητου και σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία) δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς αμφότεροι οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι αλλά και απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς.
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης παραπονείται επίσης για πλημμέλεια εκ του αρ. 19 ΚΠολΔ και δη ότι διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που αντιφάσκουν μεταξύ τους δεχόμενο ότι "ο λόγος επίσκεψης της ασφαλιστικής συμβούλου της εναγομένης δεν μπορεί να ήταν άλλος από τη σχετική ενημέρωση της τελευταίας για τις εν γένει συνθήκες και την πορεία της νοσηλείας του ασφαλισμένου της, ενώ η γνώση της δεν μπορεί να κριθεί στο πρόσωπο του ασφαλιστικού συμβούλου που δεν έχει την ιδιότητα του αντιπροσώπου ούτε του εντολοδόχου της εταιρείας. Η δυνατότητα όμως ή όχι εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρείας εκ μέρους της ασφαλιστικής συμβούλου και εντεύθεν η κρίση αν εκ του λογου αυτού επέρχεται ή όχι στο πρόσωπο της τελευταίας και η γνώση της εταιρείας δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί του πραγματικού γεγονότος ότι η εναγόμενη ενημερώθηκε από την ασφαλιστική της σύμβουλο για τις συνθήκες και την πορεία νοσηλείας του ασφαλισμένου της στις δύο επίμαχες ως άνω περιπτώσεις . Δεν τίθεται επομένως ζήτημα ασάφειας και ανεπάρκειας ούτε και αντίφασης, αφού σαφώς προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά της εφαρμοσθείσας διάταξης που δέχθηκε το Εφετείο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του .
Συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Εξ άλλου με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα με λόγο έφεσης ένστασή της εκ του άρθρου 3 παρ1α του ν.2496/1997 (σύμφωνα με την οποία παρέλειψε με δόλο να δηλώσει ότι είχε συνάψει και με την ...
παρόμοιο και για τους ίδιους κινδύνους ασφαλιστήριο) που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ωστόσο από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τη βασιμότητα της συγκεκριμένης ένστασης της αναιρεσείουσας, η οποία όμως καταλύθηκε από την εν συνεχεία παραδοχή περί της βασιμότητας της αντένστασης του αναιρεσίβλητου (δηλαδή της γνώσεώς της από το έτος 2001 για την ύπαρξη και του άλλου ασφαλιστηρίου ) και εντεύθεν κατέληξε στο αδιαμφισβήτητο πόρισμα ότι εκπρόθεσμα κατήγγειλε την ασφαλιστική σύμβαση το 2003, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας με αντικατάσταση των διαφορετικών αιτιολογιών την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Επομένως και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.
ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ295/2018).
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 18-10-2004 και από 14-10-2004 εγγράφων που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσίβλητος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου μετά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του (αντένστασης από το άρθρο 3.παρ.6 του ν.2496/1997) ότι η αναιρεσείουσα "είχε λάβει γνώση του δηλωθέντος από αυτόν ψεύδους κατά τη σύναψη των συμβάσεων ασφαλίσεων με την εταιρεία σε χρόνο που απείχε πλέον του μηνός πριν από την ως άνω καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης".
Ειδικότερα αφού παραθέτει τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τα κατ' επίκληση "παραμορφωμένα" έγγραφα ως ακολούθως: "...Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νοσηλεύθηκε στο ... στο ... στις 19 και 20-1-2001 και του έγινε σκωληκοειδεκτομή και στην κλινική Ψυχικού του ίδιου θεραπευτηρίου από 15 ως 17-5-2002 για υπερτασική κρίση.
Και στις δύο περιπτώσεις κατά την εισαγωγή του ο ενάγων δήλωσε ότι είναι ασφαλισμένος τόσο στην εναγομένη όσο και στην ... ( βλ.τις σχετικές από 18-10-2004 και 14-10-2004 βεβαιώσεις του εν λόγω ιδιωτικού θεραπευτηρίου). Και στις δύο δε περιπτώσεις ο ενάγων αποζημιώθηκε κανονικά για τις νοσηλείες του από την εναγόμενη, γεγονός που η τελευταία συνομολογεί...", καθώς και το περιεχόμένο των εν λόγω εγγράφων του (νοσοκομείου) στο ...
και στο ... αντιστοίχως α)με ημερομηνία 18-10-2004 : "ΒΕΒΑΙΩΣΗ Βεβαιούται ότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Κέντρου μας ο κος ... νοσηλεύτηκε από 19-10-2001 έως 20-1-2001 και του εγένετο σκωλεικοειδεκτομή. Κατά την ώρα της εισαγωγής ο ασθενής δήλωσε δύο ασφαλιστικές εταιρείες την ... και την .... Για την εταιρεία (υπογραφή)..." και β) με ημερομηνία 14-10-2004: "ΒΕΒΑΙΩΣΗ Βεβαιούται ότι ο κος ...
νοσηλεύτηκε στην κλινική μας από 15-5-2002 ως 17-5-2002. Κατά την εισαγωγή του στην κλινική δήλωσε ότι είναι ασφαλισμένος στην ... και στην ... Για την εταιρεία (υπογραφή)...", ισχυρίζεται (η αναιρεσείουσα), ότι από την εσφαλμένη ανάγνωση του σαφούς ως άνω κειμένου των δύο εγγράφων, δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη ότι " η περιεχόμενη στο καθένα βεβαίωση απευθύνεται για δική της γνώση όσον αφορά τη νοσηλεία και την ασφάλιση του αντιδίκου της σε δύο ασφαλιστικές εταιρείες", συνάγοντας ότι "η αναιρεσείουσα εταιρεία έλαβε γνώση του γεγονότος ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ασφαλισμένος και σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία (...) όχι τον Ιούνιο του 2003, οπότε κατήγγειλε τη σύμβασή του, αλλά νωρίτερα τον Ιανουάριο του 2001 που νοσηλευθηκε στο Ιατρικό Κέντρο στο ...
για σκωληκοειδεκτομή και το Μάϊο του 2002 που νοσηλευθηκε για υπερτασική κρίση στην κλινική Ψυχικού" παραμορφώνοντας το περιεχόμενό τους, ενώ το αληθές είναι "ότι αυτές οι βεβαιώσεις που ζητήθηκαν και παραδόθηκαν στον ίδιο βεβαιώνουν τη δική του δήλωση προς τα δυο θεραπευτήρια, δηλαδή ότι αυτός κατά την εισαγωγή του στο καθένα δήλωσε ότι είναι ασφαλισμένος σε δύο ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες ουδέποτε έλαβαν γνώση αυτών των βεβαιώσεων πράγμα που ο ίδιος ο αντίδικος δεν ήθελε να αποκαλύψει σ' αυτές".
Ο παραπάνω (πρώτος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι από τη σύγκριση μεταξύ των παρατιθεμένων στο αναιρετήριο επίμαχων ως άνω εγγράφων και των σχετικών με αυτά ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του δεν αφίσταται του αληθούς περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, τα οποία σωστά ανέγνωσε, συνεκτιμώντας τα δε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα η κρίση του Εφετείου ότι η εναγόμενη είχε λάβει γνώση της ασφάλισης του αναιρεσίβλητου και σε άλλη εταιρεία ήδη από το 2001 δεν οφείλεται σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, εφόσον δεν διαλαμβάνει παραδοχές ότι αυτά περιέχουν περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, αλλά στην παραδοχή (και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας) ότι η εναγόμενη πριν προβεί στην κάλυψή του έλαβε γνώση τόσο του ιατρικού του φακέλου όσο και των εντύπων και δηλώσεων που συμπληρώθηκαν κατά την εισαγωγή του στο νοσηλευτικό ίδρυμα (περιεχόμενο των οποίων αποτέλεσαν εν συνεχεία τα επίμαχα έγγραφα) και ότι τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν και μελετήθηκαν από το έμπειρο προσωπικό της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν , να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2017 αίτηση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τους από 30-7-2019 προσθέτους αυτής λόγους. για αναίρεση της 2832/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ