Legislator Case Law & Legislation
145/2019 AI generated

145/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 145/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

145/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Keywords

AI generated
breach of employment obligations right to work eligibility for unemployment benefits duty to seek employment occupational pension rights inflicted job loss
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 145 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 145/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Κουμάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Α. Λ. του Β., 2)Σ. Τ. του Ι., 3)Α. Σ. του Α., 4)Ε. Α. του Ι., 5)Σ. Λ. του Σ., 6)Ά. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26993/2012 και 4172/2013 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 280/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/5/2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1327/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρθηκε με κλήση της αναιρεσείουσας και εκδόθηκε η 1896/2017 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 12/3/2018 κλήση της αναιρεσείουσας καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 13/10/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτήν ασκηθείσα με αριθ. κατάθ. 156/25.5.2015 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 280/19.2.2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1896/22.11.2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η λαβούσα χώρα κατά τη δικάσιμο της 27.10.2017 συζήτηση αυτής, για το λόγο ότι δεν προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου κλήτευση των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δεν παρέστησαν κατά την εκδίκαση αυτής την ως άνω δικάσιμο.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθ. ...6/24.8.2015, ...7/24.8.2015, ...3/24.8.2015, ...4/24.8.2015, ...5/24.8.2015 και ...2/24.8.2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Ν., τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της με αριθ. κατάθ. 156/25.5.2015 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27ης Οκτωβρίου 2015 [επί της οποίας εκδόθηκε η αρχική με αριθμό 1327/24.11.2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, για το λόγο ότι δεν προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου κλήτευση των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δεν παρέστησαν κατά την εκδίκαση αυτής την ως άνω δικάσιμο], επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους.

Περαιτέρω από την υπ' αριθμό ..7/30.7.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Κ., την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση της αναίρεσης μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1896/2017 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου [με την οποία επίσης κατά τα ήδη προαναφερθέντα κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση], με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9.10.2018) επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την παραστάσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση πληρεξουσία δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων Β.

Ν., η οποία κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.

Με την κρινόμενη με αριθ. κατάθεσης 156/25.5.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 280/19.2.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού εξαφάνισε κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ την υπ' αριθμό 26993/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και είχε δεχθεί ως κατ' ουσία βάσιμη την από 13.2.2012 και με αριθμό κατάθεσης 5080/15.2.2012 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, (όπως αυτό διορθώθηκε με την με αρ.4172/2013 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), ερεύνησε κατ' ουσία αυτή και, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή, επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα αναγραφόμενα εκεί ποσά με το νόμιμο τόκο. Η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία στις 24 Απριλίου 2015, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 25 Μαΐου 2015 ημέρα Δευτέρα με αριθ. κατάθ. 156/25.5.2015. Η αίτηση αναίρεσης, επομένως, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).

Υπό την επίκληση όμως της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, δεν μπορεί ν' αξιωθεί από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του επί σειρά μηνών, χωρίς να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, που συνήθως αποτελούν το μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζόμενου.

Ο εργοδότης οφείλει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες προκειμένου να προβεί στη μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησής του και ειδικότερα του μισθολογικού, στην περίπτωση που αυτό είναι ο αποφασιστικός παράγων για διαδοχικές ζημιογόνες χρήσεις, περιλαμβανομένων, εφόσον τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο, και των μέτρων εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή, τέλος, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης.

Εξ άλλου η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας, όπου περιλαμβάνεται και η λύση αυτής με καταγγελία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της τήρησης των κατά νόμο διατυπώσεων και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλομένης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (πλήρους απασχόλησης) που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης [ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας], η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "...", Α' κατηγορίας, που βρίσκεται στο δάσος ….

της …., και των εναγόντων [ήδη αναιρεσιβλήτων] η πρώτη προσέλαβε τους τελευταίους , κατά τις παρακάτω αναφερόμενες για τον καθένα τους ημερομηνίες, προκειμένου ν' απασχοληθούν στο ξενοδοχείο της ως εξής: Τον πρώτο, ως σερβιτόρο Α' στις 21.11.2006, το δεύτερο, ως σερβιτόρο Α' στις 22.6.1992, την τρίτη, ως σερβιτόρα - μπαρ στις 27.10.2005, την τέταρτη, ως βοηθό σερβιτόρου στις 11.6.2007, την πέμπτη, ως λαντζέρα στις 15.6.2008 και τον έκτο, ως μαιτρ στις 19.12.2010.

Οι αποδοχές των εργαζομένων καθορίζονταν από τις προαναφερθείσες ισχύουσες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους εργαζομένους στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας και μάλιστα από την έναρξη ισχύος τους, αφού τόσο οι ενάγοντες, όσο και η εναγομένη ήταν μέλη των αντίστοιχων εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων [...].

Μετά την κατά τα παραπάνω πρόσληψή τους, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν, σε εκτέλεση των αντίστοιχων συμβάσεων, με τις παραπάνω ειδικότητες στην επιχείρηση της εναγομένης, χωρίς όμως αυτή να τους καταβάλλει (πάντοτε) τις νόμιμες αποδοχές τους. Ειδικότερα - αφού είχε αρχίσει να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους ήδη από το έτος 2009 - δεν κατέβαλλε τις δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές τους στην τρίτη και πέμπτη από τους ενάγοντες από το μήνα Νοέμβριο του 2010, στους λοιπούς ενάγοντες από το μήνα Δεκέμβριο του 2010, ενώ δεν κατέβαλε και τα επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας, καθώς και τις αποδοχές αδείας του έτους 2010.

Τα συνολικά ποσά που καθυστερούσε να καταβάλει η εναγομένη στον καθένα από τους ενάγοντες για τις αμέσως παραπάνω αναφερόμενες αιτίες, αναφέρονται λεπτομερώς στους πίνακες που ακολουθούν. [Με βάση δε τους πίνακες αυτούς, που διαλαμβάνονται στις σελ. 16 - 24 της προσβαλλομένης απόφασης, οι καθυστερούμενες δεδουλευμένες αποδοχές των εναγόντων, περιλαμβανομένων των πιο πάνω επιδομάτων Χριστουγέννων και αδείας, από τους μήνες Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2010 μέχρι την κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα έναρξη της επίσχεσης εργασίας στις 15.3.2011 των πέντε πρώτων και 15.8.2011 του έκτου των εναγόντων, ανήλθαν στα χρηματικά ποσά των 5.669,50 ευρώ για τον πρώτο, των 6.226,55 ευρώ για τον δεύτερο, των 5.531,89 ευρώ για την τρίτη, των 4.693,2 ευρώ για την τέταρτη, των 4.658,40 ευρώ για τον πέμπτο και των 1.735, 75 ευρώ για τον έκτο των εναγόντων - για τον έκτο ενάγοντα οι καθυστερούμενες αποδοχές, βάσει του πίνακα, αφορούν μόνο το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και αδείας του έτους 2010, λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού και έλλειψης στην αγωγή επικουρικής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσης για τις - μη καταβληθείσες - δεδουλευμένες αποδοχές του].

Οι ενάγοντες, έχοντας τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις κατά της εναγομένης, άσκησαν το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους, δηλώνοντας ότι απέχουν από την εκτέλεσή της, ώσπου αυτή να εκπληρώσει τις έναντι αυτών υποχρεώσεις της, οι πέντε πρώτοι με την από 14.3.2011 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 15.3.2011 (βλ.

την …92 Β/15.3.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Χ. Μ.), και ο έκτος με την από 10.8.2011 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 15.8.2011 (βλ. την …92 Β/15.8.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Γ.). [...]". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης - εκκαλούσας εταιρείας, απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας κατά το διάστημα της επίσχεσης εργασίας, ως προς την τρίτη ενάγουσα για το πέραν τις 7.9.2011 χρόνο και για τον έκτο ενάγοντα στο σύνολό του, με το αιτιολογικό ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αυτών είχαν καταστεί άκυρες από 7.9.2011 και από 22.10.2009 αντίστοιχα, διότι αυτοί παρέλειψαν να θεωρήσουν τα βιβλιάρια υγείας τους, επιδίκασε στους πέντε πρώτους ενάγοντες (πλην της τρίτης) τις αντιστοιχούσες στο διάστημα από 15.3.2011 έως 31.1.2012 αποδοχές υπερημερίας για το ανωτέρω διάστημα της επίσχεσης εργασίας αυτών και στην τρίτη ενάγουσα τις αντιστοιχούσες στο διάστημα από 15.3.2011 έως 7.9.2011 αποδοχές υπερημερίας για το ανωτέρω διάστημα της επίσχεσης εργασίας αυτής.

Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την προταθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία ένσταση κατάχρησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των [ενν. πέντε πρώτων] εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων με το ακόλουθο σκεπτικό: "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] προβάλλει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων να προβούν σε επίσχεση της εργασίας τους, ισχυριζόμενη ότι η ίδια, αν και ήταν και παραμένει φερέγγυα, αντιμετώπισε περί τα τέλη του έτους 2010 με αρχές του έτους 2011 έντονα οικονομικά προβλήματα, αδυνατώντας να καταβάλει στους εργαζομένους της το σύνολο των αποδοχών τους και βρέθηκε σε ιδιαίτερα δυσμενή κατάσταση, γεγονός που τελούσε σε απόλυτη γνώση των εναγόντων, οι οποίοι προσκλήθηκαν επανειλημμένα άτυπα (προφορικά) να επιστρέψουν στην εργασία τους, να πληρώνονται σε ημερήσια βάση, να λάβουν συγκεκριμένα ποσά έναντι των οφειλομένων και να βρεθεί μία λύση (χωρίς απόλυση κανενός εργαζομένου) κοινά αποδεκτή, αυτοί όμως αρνήθηκαν προβάλλοντας αξιώσεις που εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθούν.

Υποστηρίζει ακόμη ότι η καθυστέρηση καταβολής των μισθών τους στους ενάγοντες δεν ήταν χρονικά αξιόλογη και δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της, αλλά σε πρόσκαιρη οικονομική της δυσπραγία, ενώ η δήλωση της επίσχεσης από την πλευρά των εναγόντων οφείλεται στο ότι τους ζητήθηκε να μειώσουν τις αποδοχές τους, όσο και το χρόνο απασχόλησης για ένα εύλογο χρονικό διάστημα μέχρι και τον Ιούνιο του 2011 για την αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων και, τέλος, ότι λόγω της επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων επιδεινώθηκε δραματικά η οικονομική κατάσταση της ιδίας, αφού υποχρεώνεται στην καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και μισθών τόσο στους ίδιους, όσο και στους εργαζομένους που προσέλαβε για να καλύψει τα κενά τους.

Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, πρέπει όμως ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των πέντε πρώτων εναγόντων οφειλόταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία της εναγομένης ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτήν περιστάσεις, αλλά ούτε και ότι η επίσχεση προκαλεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στην εναγομένη σε σχέση με το σκοπούμενο από τους ενάγοντες αποτέλεσμα, ούτε, τέλος, ότι η επίσχεση αναφερόταν σε ασήμαντη παροχή της εναγομένης.

Πιο συγκεκριμένα, ο λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες προέβησαν στην επίσχεση της εργασίας τους ήταν ότι η εναγομένη καθυστερούσε να τους καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους που αναφέρθηκαν παραπάνω και που αφορούσαν σημαντικό χρονικό διάστημα και σημαντικά χρηματικά ποσά (όπως αυτά εμφαίνονται στους σχετικούς πίνακες της παρούσας αποφάσεως).

Εξάλλου παρόλο που πράγματι υπήρξε μείωση των κρατήσεων και μείωση του τζίρου της εναγομένης κατά τα έτη 2010 και 2011 (τα έσοδά της έπεσαν από τα 2.393.000 ευρώ του έτους 2009 στα 1.678.000 ευρώ και 1.172.000 ευρώ αντίστοιχα) η καθυστέρηση δεν οφειλόταν στους λόγους που η εναγομένη επικαλείται, αλλά σε ασυνέπειά της, αφού αυτή και προηγουμένως καθυστερούσε την καταβολή των αποδοχών των εναγόντων.

Άλλωστε η εναγομένη αποκόμιζε σημαντικά ποσά και από κοινωνικές εκδηλώσεις (όπως δεξιώσεις για γάμους και βαπτίσεις) που γίνονταν στο ξενοδοχείο της (ένα από τα γνωστότερα στην πόλη της Θεσσαλονίκης) και όφειλε και μπορούσε να εξοφλήσει προεχόντως τις απαιτήσεις των εργαζομένων της. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν προτάσεις στους ενάγοντες ν' αποδεχθούν μείωση του χρόνου απασχόλησής τους ή των αποδοχών τους, ανεξάρτητα από το ότι κάτι τέτοιο θα ήταν γι' αυτούς δυσβάστακτο, αφού οι αποδοχές τους αποτελούσαν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους.

Ούτε, τέλος, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της επίσχεσης εργασίας των εναγόντων επιδεινώθηκε δραματικά η οικονομική κατάσταση της εναγομένης, το δε γεγονός ότι προσέλαβε άλλους εργαζόμενους για την αναπλήρωση των ευρισκομένων σε επίσχεση εργασίας εναγόντων, μάλλον καταδεικνύει ότι η εναγομένη καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων από ασυνέπεια και όχι λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Τις παραπάνω παραδοχές ενισχύει και το ότι η εναγομένη, στην προσπάθειά της ν' αποφύγει τις συνέπειες της υπερημερίας της, λόγω της επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων, που η ίδια προκάλεσε, αναγνώρισε με τα προαναφερθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά το δίκαιο της επίσχεσης των δύο πρώτων από αυτούς, τους οποίους μάλιστα επανεπροσέλαβε μεταγενέστερα, αλλά και προφορικά των υπολοίπων, καθώς και ότι όχι μόνο οι ενάγοντες, αλλά και οι μισοί τουλάχιστον εργαζόμενοι της εναγομένης προέβησαν σε επίσχεση εργασίας τους, λόγω ακριβώς της ασυνέπειάς της να τους καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, παρόλο που εξακολουθούσε να λειτουργεί το ξενοδοχείο της, προσλαμβάνοντας μάλιστα άλλους εργαζομένους.

Το νομίμως ασκηθέν δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας των πέντε πρώτων εναγόντων είχε ως συνέπεια ότι η εναγομένη εργοδότριά τους κατέστη υπερήμερη σχετικά με την αποδοχή της εργασίας τους, έχοντας την υποχρέωση κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της να πληρώνει στους ενάγοντες τις αποδοχές τους σαν να εργάζονταν κανονικά (στην τρίτη βέβαια μόνο μέχρι την επελθούσα μεταγενέστερα ακυρότητα της σύμβασής της)".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 325, 329 και 656 του ΑΚ, αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με την μη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης των πέντε πρώτων εναγόντων και, κατά συνέπεια ορθά απέρριψε την περί τούτου ένσταση της εναγομένης εταιρείας, ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία μη ορθά δεν εφήρμοσε στην ένδικη διαφορά, δεν είναι βάσιμος.

Ειδικότερα με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά δέχθηκε ότι οι προαναφερθείσες απαιτήσεις των πέντε πρώτων εναγόντων από την μη καταβολή σε αυτούς δεδουλευμένων αποδοχών ήταν σημαντικές και ανάγονταν σε σημαντικό χρονικό διάστημα, αφού τα πιο πάνω ποσά, σημαντικού κατά τα προεκτεθέντα ύψους, αφορούσαν συνεχόμενο χρονικό διάστημα μη πληρωμής των εναγόντων διαρκείας πέραν των τριών μηνών, πλέον επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και αδείας, και κατά συνέπεια δικαιολογούσαν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των εναγόντων, ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών οφειλόταν στην ασυνέπεια της εναγομένης, αφού είχε παρατηρηθεί και κατά το παρελθόν και όχι (μόνο) στη μείωση του κύκλου εργασιών της εναγομένης κατά τα έτη 2010 και 2011 [και κατά συνέπεια οφειλόταν σε υπαιτιότητα αυτής], ότι παρά την πραγματική μείωση του κύκλου εργασιών της εναγομένης, η τελευταία, έχοντας την εκμετάλλευση ενός από τα πλέον γνωστά ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης, είχε σημαντικά έσοδα από κοινωνικές εκδηλώσεις που της επέτρεπαν να καταβάλλει τη μισθοδοσία του προσωπικού της, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή προέβη σε προτάσεις για τη μείωση του χρόνου εργασίας και των αποδοχών του προσωπικού της και ότι η επίσχεση εργασίας δεν της προκάλεσε δυσβάστακτες και δυσανάλογες συνέπειες, αλλά αντιθέτως, η πρόσληψη άλλων εργαζομένων σε αναπλήρωση εκείνων που βρίσκονταν σε επίσχεση καταδεικνύει ακριβώς την ασυνέπεια της και όχι την (πρόσκαιρη) δυσπραγία της, λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στον οικείο αναιρετικό λόγο περί έλλειψης υπαιτιότητας αυτής στην καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσίβλητων και περί συνδρομής δυσβάστακτων συνεπειών στη λειτουργία της επιχείρησης από τη συσσώρευση απαιτήσεων του ευρισκομένου σε επίσχεση προσωπικού της για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας για τους εκτιθέμενους εκεί λόγους, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτες.

Σημειώνεται ότι η αναιρεσείουσα είχε την ευχέρεια να προβεί σε διακοπή της υπερημερίας της, είτε καταβάλλοντας τις οφειλές της και καλώντας παράλληλα τους ευρισκομένους σε επίσχεση εργασίας μισθωτούς να επιστρέψουν στην εργασία τους, είτε, σε κάθε περίπτωση, λύοντας τις συμβάσεις εργασίας αυτών με καταγγελία αυτών, τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις.

Τέλος η επικαλουμένη αιτίαση ότι η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση της εκ μέρους αυτής αναγνώρισης του κύρους της επίσχεσης εργασίας των δύο πρώτων των εναγόντων δεν μπορεί κατά νόμο να καταστήσει έγκυρη την άκυρη επίσχεση εργασίας προτείνεται αλυσιτελώς, διότι με βάση τις λοιπές προεκτεθείσες παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η επίσχεση εργασίας ήταν έγκυρη.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν` ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 5/2011).

Ειδικότερα στην περίπτωση των αξιώσεων του μισθωτού από εργασιακή σχέση, όπου ο εργοδότης οφείλει να γνωρίζει τις οικονομικές του υποχρεώσεις απέναντι στον εργαζόμενο και να είναι συνεπής στην εκπλήρωσή τους, η αδράνεια του μισθωτού να τις διεκδικήσει, ακόμη και μακροχρόνια, δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου στην αποδυνάμωση του σχετικού δικαιώματος, αφού σύμφωνα με την κοινή πείρα, η τυχόν διεκδίκηση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη διατήρηση της θέσης εργασίας (ΑΠ 2109/2013).

Αλλά ούτε και οι εξ ελευθεριότητας του εργοδότη επί πλέον παροχές προς το μισθωτό αρκούν μόνες για να καταστήσουν καταχρηστική την εκ των υστέρων διεκδίκηση εργατικών αξιώσεων (ΑΠ 703/2002). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά καθεαυτή ειδική περίσταση, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 604/2013, ΑΠ 559/2007, ΑΠ 180/2001).

Εάν, όμως, συντρέχουν οι προερχόμενες από την συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο αυτής δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 559/2007).

Τέλος η εκ μέρους του εργοδότη επίκληση της ζημιογόνου λειτουργίας της επιχείρησής του σε συνδυασμό με την ύπαρξη αξιώσεων άλλων εργαζομένων του για τις οποίες οι τελευταίοι έχουν επιτύχει την υπέρ αυτών έκδοση δικαστικών αποφάσεων, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου, αφού για τα περιστατικά αυτά δεν ευθύνεται ο εργαζόμενος και κατά συνέπεια αυτά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτού (ΑΠ 604/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν των αξιώσεων των εναγόντων για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών αυτών της περιόδου από τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2010 έως την από αυτούς έναρξη της επίσχεσης εργασίας στις 15.3.2011 οι πέντε πρώτοι και στις 15.8.2011 ο έκτος, ύψους 5.669,50 ευρώ για τον πρώτο, 6.226,55 ευρώ για τον δεύτερο, 5.531,89 ευρώ για την τρίτη, 4.693,2 ευρώ για την τέταρτη, 4.658,40 ευρώ για τον πέμπτο και 1.735,75 ευρώ για τον έκτο των εναγόντων [για τις οποίες δεν μπορεί να γίνει λόγος επίδειξης αδράνειας εκ μέρους των εναγόντων στη διεκδίκησή τους] και πέραν της επιδίκασης σε αυτούς αποδοχών υπερημερίας για το περαιτέρω διάστημα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε επί πλέον στους ενάγοντες ως διαφορές αποδοχών, που οφείλονταν κατά κύριο λόγο στον εσφαλμένο υπολογισμό του επιδόματος προϋπηρεσίας αυτών, για την περίοδο από 1.1.2007 έως τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του έτους 2010 και διάφορα κατά κύριο λόγο μικρού ύψους χρηματικά ποσά της τάξης από 13,62 έως 16,96 ευρώ το μήνα και για ορισμένους μήνες του διαστήματος αυτού (και για τον Ιούλιο του 2007 το ποσό των 32,27 ευρώ) στον πρώτο, από 0,51 έως 75,16 ευρώ το μήνα και για ορισμένους μήνες του διαστήματος αυτού στο δεύτερο, από 3,81 έως 74,08 ευρώ το μήνα του διαστήματος αυτού στην τρίτη, από 4,56 έως 45,12 ευρώ το μήνα του διαστήματος αυτού [και για τους μήνες Ιούνιο έως Σεπτέμβριο 2007 τα ποσά των (243,64), (407,89), (407,89) και (137,08) ευρώ] στην τέταρτη, από 6,04 έως 43,56 ευρώ το μήνα του διαστήματος αυτού (και για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 217,49 ευρώ) στην πέμπτη και από 2,15 έως 77,86 ευρώ το μήνα του διαστήματος αυτού στον έκτο των εναγόντων.

Απέρριψε δε την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων για διεκδίκηση των δεδουλευμένων αποδοχών τους με το ακόλουθο σκεπτικό: "Περαιτέρω, η εναγομένη προβάλλει ένσταση καταχρηστικής άσκησης - αποδυνάμωσης του δικαιώματος των εναγόντων περί καταβολής διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών για τα έτη 2007 - 2010, ισχυριζόμενη ότι, πέραν της αδράνειάς τους που της δημιούργησε την πεποίθηση ότι οι αξιώσεις αυτές δεν θα ασκηθούν, η τυχόν ικανοποίησή τους θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ήδη επιβαρυμένη οικονομική της κατάσταση, οι οποίες θα είχαν αποτραπεί αν οι ενάγοντες είχαν ασκήσει έγκαιρα τις παραπάνω αξιώσεις τους.

Και η νόμιμη σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν ένσταση αυτή της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε δυσανάλογη βλάβη της, η οποία θα είχε αποφευχθεί, αν αυτή δεν βασιζόταν καλόπιστα στη συμπεριφορά των εναγόντων και δεν διαμόρφωνε ανάλογα και τη δική της συμπεριφορά.

Πιο συγκεκριμένα η αδράνεια των εναγόντων να ασκήσουν τα παραπάνω δικαιώματά τους (που από μόνη της δεν αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση τους) οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στο φόβο τους για την απώλεια της εργασίας τους (όπως καταθέτει και η μάρτυράς τους που εξετάσθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσε το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους και καμία πεποίθηση δεν δημιούργησε στην εναγομένη ότι οι ενάγοντες δεν θα τα διεκδικούσαν αργότερα".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με την μη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος στην διεκδίκηση των αποδοχών των εναγόντων και, κατά συνέπεια ορθά απέρριψε την περί τούτου ένσταση της εναγομένης εταιρείας, ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία μη ορθά δεν εφήρμοσε στην ένδικη διαφορά, δεν είναι βάσιμος.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ορθώς έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε δυσανάλογη βλάβη από τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων [ενόψει μάλιστα του κατά τα ανωτέρω ύψους των επιδικασθεισών διαφορών στις αποδοχές των εναγόντων της περιόδου από 1.1.2007 έως τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2010], ότι η επιδειχθείσα αδράνεια στη διεκδίκησή τους οφειλόταν σε φόβο των εναγόντων για την απώλεια της εργασίας τους και ότι σε καμία περίπτωση η αδράνεια αυτή δεν δημιούργησε την πεποίθηση στην εναγομένη ότι οι ενάγοντες δεν θα διεκδικούσαν αργότερα τις διαφορές αυτές.

Σε κανένα σημείο της η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν παραιτηθεί των αξιώσεών τους προς καταβολή των διαφορών στις δεδουλευμένες αποδοχές των και συνακόλουθα η περί του αντιθέτου αιτίαση της αναιρεσείουσας (υπό στοιχ. 3) ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Η δε μελλοντική επιβάρυνση της εναγομένης με αντίστοιχες αξιώσεις άλλων εργαζομένων της, και η εξ αιτίας αυτής επίταση της ζημιογόνου λειτουργία της επιχείρησης αυτής, περιστατικά για τα οποία οι ενάγοντες δεν ευθύνονται, δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστικές τις αξιώσεις των εναγόντων και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός είναι αλυσιτελής.

Οι δε λοιποί ισχυρισμοί στον οικείο αναιρετικό λόγο περί δημιουργίας σε αυτήν τα εύλογης πεποίθησης ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκούσαν τις κατά τα άνω διεκδικήσεις τους, λόγω της μακροχρόνιας αδράνειας αυτών και της επιδειχθείσας ομοιόμορφης συμπεριφοράς αυτών με την ανεπιφύλακτη είσπραξη των αποδοχών τους και περί πρόκλησης αφορήτων και δυσβάστακτων συνεπειών στην οικονομική και επιχειρηματική υπόσταση της εναγομένης από την διεκδίκηση των δεδουλευμένων εκ μέρους των εναγόντων πλήττει, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, την επί της ουσίας αντίθετη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά και ως εκ τούτου οι ως άνω ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν γεννάται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι αναιρεσίβλητοι που νίκησαν δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, λόγω της ερημοδικίας τους στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθ. κατάθ. 156/25.5.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 280/13.2.2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ