Legislator Case Law & Legislation
145/2016 AI generated

145/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 145/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 145 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 145/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και ΙÏ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 145 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 145/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσίβλητων: 1) Φ. Τ. του Α., 2) Μ. Τ. του Α., 3) Α. Τ. του Α., 4) Α. Τ. του Α., 5) Μ. συζύγου Α. Π., το γένος Δ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Γκολέμη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, και 1981/2013 Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 27-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο μόνο του ν.δ. της 6/10-10-1922 "απαγορεύεται πάσα δικαιοπραξία εν ζωή δια της οποίας μεταβιβάζεται υπό Μωαμεθανών η κυριότης ή ιδρύεται έτερον εμπράγματον δικαίωμα επί οιουδήποτε ακινήτου κτήματος κειμένου εν Ελλάδι, επί ποινή απολύτου ακυρότητος της δικαιοπραξίας...". Επίσης, κατά μεν το άρθρο 1 της από 2/3-4-1926 Συντακτικής Απόφασης "πάντα τα υπό ανταλλαξίμων Μουσουλμάνων είτε φυσικών είτε νομικών προσώπων ή κοινοτήτων εγκαταλειφθέντα εν Ελλάδι παντός είδους και πάσης κατηγορίας αστικά ή αγροτικά κτήματα...... διαχειρίζεται, εκποιεί και εκκαθαρίζει αποκλειστικώς η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", κατά δε το άρθρο 3 αυτής, "είναι άκυροι και θεωρούνται εξ υπαρχής ανύπαρκτοι:

1.-Πάσα προγενεστέρα δι’ οιονδήποτε λόγον γενομένη απαλλοτρίωσις....... και εντός πόλεως...... ευρισκομένων οικοπέδων, εφ’ όσον ταύτα ανήκον εις την ανταλλάξιμον Μουσουλμανικήν περιουσίαν..... Τα ακίνητα, εφ’ ών αι πράξεις είναι άκυροι κατά το παρόν άρθρον επανέρχονται εις την πλήρη κατοχήν και ελευθέραν διαχείρισιν και διάθεσιν της Εθνικής Τραπέζης". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε δεν πλήττεται μια από αυτές, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 528/1998).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Δυνάμει του υπ’ αριθ. ...1-9-1924 τίτλου ιδιοκτησίας της τεχνικής επιτροπής του ν. 2517/1920 περί ανοικοδόμησης της πόλης των Σερρών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών στον τ. … και με α/α ..., στις 25.9.1924, περιήλθε κατ’ αποκλειστική κυριότητα στην Α. χα Π. Μ., το γένος Α. Κ., το με αριθ. 1 ακίνητο, εμβαδού 400,40 τ.μ., που βρίσκεται εντός της πόλης των Σερρών, στο ... επί της οδού .... Ειδικότερα, η κτηματική ομάδα, νομικό πρόσωπο εκπροσωπούμενο από το Δήμο Σερρών, στα πλαίσια αστικού αναδασμού σύμφωνα με το Ν. 2517/1920, απαλλοτρίωσε τις ιδιοκτησίες που κάηκαν (πυρίκαυστος ζώνη) κατά την αποχώρηση του Βουλγαρικού στρατού το έτος 1913. Εν συνεχεία σε αντικατάσταση των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών της κτηματικής ομάδας, κατόπιν εφαρμογής του νέου ρυμοτομικού σχεδίου, η τεχνική επιτροπή του Ν. 2517/1920, χορήγησε κατόπιν κλήρωσης νέα οικόπεδα ορθογωνισμένα εντός των νέων οικοδομικών πολυγώνων, όπως και το εν λόγω με αριθ. 1 ακίνητο του 3ου Ο.Π., που χορηγήθηκε στην Α. Μ. σε αντικατάσταση της απαλλοτριωθείσας πρώην ιδιοκτησίας της. Εν συνεχεία, η Α. Μ. μεταβίβασε το ακίνητο λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../25.9.1924 συμβολαίου του πρώην Συμβολαιογράφου Σερρών Κωνσταντίνου Τριανταφυλλόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών στον τ. … και με α/α ..., στις 25.9.1924, στον Φ. Τ. του Α.. Ο τελευταίος απεβίωσε το έτος 1932, χωρίς να συντάξει διαθήκη και καταλείποντας μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Μ. σε ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και τα τέσσερα τέκνα του, Α. (πατέρα των δύο πρώτων εναγόντων), Ε., Α. (τρίτη ενάγουσα) και Α. (τέταρτη ενάγουσα) σε ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου έκαστο. Η κληρονομιά δε του αποβιώσαντος, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το προπεριγραφόμενο ακίνητο, περιήλθε στους ως άνω κληρονόμους του, νομίμως με την ανάμειξή τους σ’ αυτήν, εφόσον ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν την ισχύ του ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη που παρατίθεται παραπάνω (αρθρ. 92 ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των νόμων 12 πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και 69 πανδ. (29.2). Ακολούθως, η Ε. Τ., μεταβίβασε στον Α. Τ. του Φ. το ποσοστό της επί του ακινήτου, λόγω δωρεάς εν ζωή δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1963 συμβολαίου του πρώην Συμβολαιογράφου Σερρών Θωμά Βαδικόλια, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών στον τ. … και με α/α ..., στις 2.7.1963. Επίσης, η σύζυγος του αποβιώσαντος Μ., μεταβίβασε το ποσοστό της επί του ακινήτου και δη κατά τα 2/16 εξ αδιαιρέτου στον Α. Τ. και κατά τα 2/16 εξ αδιαιρέτου στην Α. Τ., λόγω δωρεάς εν ζωή, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1976 συμβολαίου του πρώην Συμβολαιογράφου Σερρών Θωμά Βαδικόλια, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών στον τ. ... και με α/α ... στις 5.11.1976. Έτσι, το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά συγκυριότητα στον Α. Τ. σε ποσοστό 8/16 ή 50% εξ αδιαιρέτου, στην Α. Τ.υ σε ποσοστό 5/16 ή 31,25% εξ αδιαιρέτου και στην Α. Τ. σε ποσοστό 3/16 ή 18,75% εξ αδιαιρέτου. Εξάλλου, η τελευταία (Α. Τ.), δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1998 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σερρών Νικολάου Βαδικόλια, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών στον τ. ... και με α/α ... στις 5.6.1998, μεταβίβασε στην πέμπτη ενάγουσα λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του ποσοστού της επί του ακινήτου, παρακρατώντας το δικαίωμα της επικαρπίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο, καταχωρήθηκε στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών, πλην όμως έλαβε δύο χωριστούς αριθμούς ΚΑΕΚ και συγκεκριμένα: Α) τμήμα αυτού εμβαδού 341,20 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται στο από 16.5.2008 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού Α. Τ. με αριθ. 13-14-17-16-13 και συνορεύει βόρεια με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, νότια με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, έλαβε ΚΑΕΚ ... και καταχωρήθηκαν τα προαναφερόμενα εμπράγματα δικαιώματα του Α. Τ. και της τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγόντων και Β) τμήμα αυτού εμβαδού 70,77 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με αριθ. 13- 14-11-9-10-8-13 και συνορεύει βόρεια με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, νότια με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, ανατολικά με το με με ΚΑΕΚ ... ακίνητο και δυτικά με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο, καταχωρήθηκε ως τμήμα έτερου μείζονος ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., ενώ καταχωρήθηκε ως δικαιούχος δικαιώματος κυριότητας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά ποσοστό 100%. Ήδη με την υπό κρίση αγωγή, οι εναγόμενοι ζητούν να διορθωθεί η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή που αφορά το προπεριγραφέν τμήμα, εμβαδού 70,77 τ.μ., ώστε να αναγραφούν τα δικαιώματα των πραγματικών δικαιούχων και να εμφαίνεται αυτό ως τμήμα του ακινήτου με .... Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προς απόκρουση της αγωγής, προβάλλει την ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο επικαλούμενο ότι το επίδικο τμήμα ήταν ανταλλάξιμο και ειδικότερα ότι αποτελούσε δημόσια γαία κατά τον Οθωμανικό νόμο, η οποία περιήλθε κατά κυριότητα σ’ αυτό ως αιτία πολέμου και, εν συνεχεία καταλήφθηκε από την Εθνική Τράπεζα (ως διαχειρίστρια της ανταλλάξιμης περιουσίας), με το από 9.7.1925 πρωτόκολλο κατάληψης και έλαβε Α.Κ. .... Προσκομίζεται δε η με αριθ. πρωτ. ...27.1.2009 διοικητική και τεχνική έκθεση -Πόρισμα Έρευνας της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Σερρών, στην οποία αναφέρεται ότι με την τακτοποίηση που έγινε στα πλαίσια του αστικού αναδασμού το έτος 1924, σύμφωνα με το Ν. 2517/1920, τακτοποιήθηκαν και οικόπεδα της κτηματικής ομάδας με παρακείμενες ιδιοκτησίες, οι οποίες εξαιρέθηκαν της πυρίκαυστου ζώνης και έτσι ενώ η κτηματική ομάδα χορήγησε τον υπ’ αριθ. ...1.9.1924 τίτλο για το οικόπεδο 1 του 3ου Ο.Π. στην Α. Μ., η Εθνική Τράπεζα το κατέγραψε ως ανταλλάξιμο. Ενόψει λοιπόν των όσων αναφέρονται στην ως άνω έκθεση- πόρισμα έρευνας, σε συνδυασμό και με τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον το επίδικο, ακόμη και αν υπήρξε δημόσια γαία κατά τον Οθωμανικό νόμο, ώστε να περιέλθει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως αιτία πολέμου, κατά το χρόνο καταγραφής του ως ανταλλάξιμου από τη διαχειρίστρια Εθνική Τράπεζα, στις 9.7.1925, είχε ήδη παραχωρηθεί νομίμως, ήτοι με νόμιμο μεταγεγραμμένο τίτλο στα πλαίσια του Ν. 2517/1920, στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων, Α. Μ., η οποία από τη μεταγραφή του τίτλου της στις 25.9.1924, κατέστη κυρία αυτού και ως εκ τούτου δεν είχε πλέον το χαρακτήρα του ανταλλάξιμου. Η δε καταγραφή αυτού ως ανταλλάξιμου, σύμφωνα πάντα με το πόρισμα της Κτηματολογικής Υπηρεσίας προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι στα πλαίσια της προαναφερθείσας τακτοποίησης του έτους 1924, χορηγήθηκαν και τμήματα παρακείμενων ιδιοκτησιών που δεν περιλήφθηκαν στην πυρίκαυστο ζώνη, ήτοι ιδιοκτησίες εκτός των ορίων της απαλλοτριωθείσας έκτασης.

Συνεπώς, ενόψει πάντων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η ως άνω αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων, καθόσον το επίδικο τμήμα εμβαδού 70,77 τ.μ., εσφαλμένα καταχωρήθηκε ως τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., καθόσον αποτελεί τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και περιήλθε στον Α. Τ. κατά κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, στην τρίτη ενάγουσα κατά κυριότητα σε ποσοστό 31,25% εξ αδιαιρέτου, στην τέταρτη ενάγουσα κατ’ επικαρπία σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, καθώς και των προαναφερθέντων τίτλων. Σημειωτέον δε ότι όπως αποδείχθηκε, οι δύο πρώτοι ενάγοντες, τυγχάνουν μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Τ., ο οποίος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 25-2-2008, ήτοι μετά την έναρξη του κτηματολογίου στο Δήμο Σερρών και ως εκ τούτου αφενός μεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής που αφορά το επίδικο, αφετέρου η σχετική διόρθωση θα γίνει στο όνομα του κληρονομουμένου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες (δικαιοπάροχος των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων και λοιποί αναιρεσίβλητοι) απέκτησαν τα επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος αναλυτικώς κατά ποσοστά παρατιθέμενα εμπράγματα δικαιώματά τους (κυριότητας και επικαρπίας), κατά τους προεκτεθέντες παράγωγους τρόπους, απορρίπτοντας την έφεση του εναγομένου (αναιρεσείοντος) κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης των ανωτέρω εμπραγμάτων δικαιωμάτων από τους αναιρεσιβλήτους, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κτήση των, ως άνω, εμπραγμάτων δικαιωμάτων και δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αλλ’ ούτε και ευθέως τις διατάξεις 1) του ν.δ. της 6/10-10-1922 και 2) των άρθρων 1 και 3 της από 2/3-4-1926 Συντακτικής Απόφασης, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η μεν πρώτη αναφέρεται σε απαγόρευση δικαιοπραξίας μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου από Μωαμεθανό, περίπτωση, η οποία εν προκειμένω δεν υφίσταται, οι δε λοιπές αναφέρονται στην ακυρότητα της απαλλοτρίωσης ακινήτων ανηκόντων στην ανταλλάξιμη μουσουλμανική περιουσία, στην οποία, κατά την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει το διατακτικό της, δεν ανήκει το επίδικο ακίνητο, ενώ μόνο με την επικουρική αιτιολογία της τελευταίας, ως προς την οποία πλήττεται με το σχετικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η εφετειακή απόφαση, γίνεται μνεία περί του ότι "....το επίδικο, ακόμη και αν υπήρξε δημόσια γαία κατά τον Οθωμανικό νόμο, ώστε να περιέλθει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως αιτία πολέμου, κατά το χρόνο καταγραφής του ως ανταλλάξιμου από τη διαχειρίστρια Εθνική Τράπεζα, στις 9.7.1925, είχε ήδη παραχωρηθεί νομίμως, ήτοι με νόμιμο μεταγεγραμμένο τίτλο στα πλαίσια του Ν. 2517/1920, στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων, Α. Μ., η οποία από τη μεταγραφή του τίτλου της στις 25.9.1924, κατέστη κυρία αυτού και ως εκ τούτου δεν είχε πλέον το χαρακτήρα του ανταλλάξιμου".

Συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι ελέγχονται απορριπτέοι καθόσον: α) ο μεν από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αναφέρεται σε ευθεία παραβίαση του ν.δ. της 6/10-10-1922, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ κατά το μέρος που αναφέρεται στην ευθεία παραβίαση των διατάξεων της από 2/3-4-1926 Συντακτικής Απόφασης είναι αλυσιτελής, β) ο δε από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1981/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ