Legislator Case Law & Legislation
145/2015 AI generated

145/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 145/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας. Χαρακτηριστικά. Η συμφωνία των συνιδιοκτητών περί του ότι ο καθένας τους μπορεί να καλύψει ορισμένη επιφάνεια του κοινού οικοπέδου έχει χαρακτήρα δουλείας. Το όλο οικόπεδο από άποψη δόμησης παραμένει ενιαίο και επίκοινο, δε συντελεστής δόμησης υπολογίζεται ενιαίος, οπότε ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούνται να απαιτήσει την κατεδάφιση κατά το μέρος της υπέρβασης και αν υπάρχει αδυναμία κατεδάφισης την αποζημίωσή του με ποσό ίσο προς την αξία της επιφάνειας που θα στερηθεί. Διατάξεις του ΓΟΚ- ν. 1577/85 που ισχύουν για ακίνητα εκτός σχεδίου πράξη Συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας. Δεσμευτικότητα συμφωνιών 559 αρ. 8 και 9 «πράγμα» και «ζήτημα» κατά τις διατάξεις αυτές 559 αρ. 11. Η αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν σημαίνει ότι τα μη ρητώς κατονομαζόμενα δεν λήφθηκαν υπόψη 559 αρ. 20 δεν ιδρύεται ο λόγος αν αφορά σε εκτιμητικό και όχι σε διαγνωστικό έλεγχο του εγγράφου 173 και 200 ΑΚ πότε υπάρχει παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών διατάξεων 25 παρ. 1 ν. 1577/1985 αφορά σε απαγορευμένες δουλείες και όχι στις κατασκευές της κάθετης ιδιοκτησίας που είναι νόμιμες δουλείες. Έννοια της οικοδομής. Η αόριστη παραβίαση κάποιας αόριστης νομικής έννοιας χωρίς τη σύνδεσή της με έννομες συνέπειες δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο.

Legislator headnote

AI generated

145/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ ετέρου παρά την ύπαρξη συνεστημένης κάθετης ιδιοκτησίας το οικόπεδο από άποψη δόμησης παραμένει ενιαίο και επίκοινο, ο δε συντελεστής δόμησης υπολογίζεται ενιαίως, οπότε ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούται να απαιτήσει την κατεδάφιση κατά το μέρος της υπέρβασης ή κατά την έλλειψή του, αν υπάρχει αδυναμία κατεδάφισης, την αποζημίωσή του με ποσό ίσο προς την αξία της επιφάνειας που θα στερηθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 145 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα

Σύσταση ιδιοκτησίας.

Περίληψη:

Σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας. Χαρακτηριστικά. Η συμφωνία των συνιδιοκτητών περί του ότι ο καθένας τους μπορεί να καλύψει ορισμένη επιφάνεια του κοινού οικοπέδου έχει χαρακτήρα δουλείας. Το όλο οικόπεδο από άποψη δόμησης παραμένει ενιαίο και επίκοινο, δε συντελεστής δόμησης υπολογίζεται ενιαίος, οπότε ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούνται να απαιτήσει την κατεδάφιση κατά το μέρος της υπέρβασης και αν υπάρχει αδυναμία κατεδάφισης την αποζημίωσή του με ποσό ίσο προς την αξία της επιφάνειας που θα στερηθεί. Διατάξεις του ΓΟΚ- ν. 1577/85 που ισχύουν για ακίνητα εκτός σχεδίου πράξη Συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας. Δεσμευτικότητα συμφωνιών 559 αρ. 8 και 9 «πράγμα» και «ζήτημα» κατά τις διατάξεις αυτές 559 αρ. 11. Η αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν σημαίνει ότι τα μη ρητώς κατονομαζόμενα δεν λήφθηκαν υπόψη 559 αρ. 20 δεν ιδρύεται ο λόγος αν αφορά σε εκτιμητικό και όχι σε διαγνωστικό έλεγχο του εγγράφου 173 και 200 ΑΚ πότε υπάρχει παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών διατάξεων 25 παρ. 1 ν. 1577/1985 αφορά σε απαγορευμένες δουλείες και όχι στις κατασκευές της κάθετης ιδιοκτησίας που είναι νόμιμες δουλείες. Έννοια της οικοδομής. Η αόριστη παραβίαση κάποιας αόριστης νομικής έννοιας χωρίς τη σύνδεσή της με έννομες συνέπειες δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο.

Αριθμός 145/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014 με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μυτατούλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λάμπρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 220/2003 μη οριστική και 244/2008 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν δύο αναιρέσεις και εκδόθηκαν οι 849/2010 και 891/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες την αναίρεσαν και παρέπεμψαν την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 224/2013 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/11/2013 αίτησή του και τους από 2/10/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 27/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του ΝΔ 1024/1971 συνάγεται ότι επιτρέπεται σύσταση διηρημένης ιδιοκτησίας επί αυτοτελούς οικοδομήματος ανεγερθέντος ή μέλλοντος να ανεγερθεί επί ενιαίου οικοπέδου, που ανήκει σε ένα ή περισσότερους, διέπεται όμως κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της καθέτου ιδιοκτησίας, γιατί το ανωτέρω ΝΔ 1027/1071 δεν επέφερε καμμία μεταβολή στη νομική διασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας όπως διαμορφώθηκε από το Ν.3741/1929 και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ.

Έτσι σε περίπτωση συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας, δηλαδή χωριστής ιδιοκτησίας επί περισσοτέρων οικοδομημάτων, τα οποία ανεγείρονται σε ενιαίο οικόπεδο, αλλά σε ορισμένα για κάθε συνιδιοκτήτη τμήματα του κοινού ακινήτου, ο καθένας από τους συνιδιοκτήτες έχει δικαίωμα να προβεί σε ανέγερση οικοδομής στο καθορισμένο γι'αυτόν τμήμα του κοινού οικοπέδου και θεωρείται έναντι του συγκυρίου αυτοτελής κύριος της χωριστής ιδιοκτησίας επί του τμήματος αυτού.

Η κάθετη ιδιοκτησία είναι σύνθετο εμπράγματο δικαίωμα που αποτελείται από το δικαίωμα χωριστής αποκλειστικής κυριότητας στη διαιρεμένη ιδιοκτησία (οικοδόμημα) που υπάρχει ή πρόκειται να ανεγερθεί στον δικό του διαιρετό χώρο και το δικαίωμα αναγκαστικής εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στα κοινά μέρη, που είναι οπωσδήποτε το ενιαίο οικόπεδο επί του οποίου τα αυτοτελή οικοδομήματα που αποτελούν διαιρεμένες (κάθετες) ιδιοκτησίες και οι τυχόν κοινόχρηστοι χώροι.

Η μερίδα αναγκαστικής συγκυριότητας καθενός από τους δικαιούχους των επί μέρους καθέτων ιδιοκτησιών μπορεί να καθορισθεί κατά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των δικαιούχων, ενώ η έλλειψη τέτοιας συμφωνία δεν επιδρά στο κύρος της ενστάσεως της κάθετης ιδιοκτησίας, καθόσον στην περίπτωση αυτή προβλέπεται ειδική ρύθμιση για τον προσδιορισμό της μερίδας αυτής, η οποία βάσει του άρθρου 1117 ΑΚ και του άρθρου 10 παρ.1 του Ν.3741/1929 είναι ανάλογη.

Περαιτέρω επί κάθετης ιδιοκτησίας η συμφωνία των συνιδιοκτητών ότι καθένας τους δικαιούται να καλύψει ορισμένη επιφάνεια του κοινού οικοπέδου έχει χαρακτήρα δουλείας (αρθρ.13 παρ.3 του Ν.3741/1929), κατά το περιεχόμενο της οποίας απαγορεύεται η κάλυψη μεγαλύτερου ποσοστού από εκείνο που αναλογεί στην ιδιοκτησία του κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, γιατί αλλιώς περιορίζεται το δικαίωμα του εκμετάλλευσης του χωριστού τμήματος του οικοπέδου που του ανήκει με ανέγερση αυτοτελούς οικοδομής.

Εξ ετέρου παρά την ύπαρξη συνεστημένης κάθετης ιδιοκτησίας το οικόπεδο από άποψη δόμησης παραμένει ενιαίο και επίκοινο, ο δε συντελεστής δόμησης υπολογίζεται ενιαίως, οπότε ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούται να απαιτήσει την κατεδάφιση κατά το μέρος της υπέρβασης ή κατά την έλλειψή του, αν υπάρχει αδυναμία κατεδάφισης, την αποζημίωσή του με ποσό ίσο προς την αξία της επιφάνειας που θα στερηθεί.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.1577/1985 (ΓΟΚ) οι διατάξεις του Πολεοδομικού Κανονισμού (αρθρ.2 έως και 25) ισχύουν για τις περιοχές εντός εγκεκριμένου σχεδίου. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.3 του Ν.1577/1985 (ΓΟΚ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του Ν.2831/2000 "σε οικισμούς χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο από τις διατάξεις του Πολεοδομικού Κανονισμού, εφαρμόζονται τα άρθρα 2, 3, 4, 5, το άρθρο 7 πλην της παρ.1Βι, το άρθρο 8 παρ.3, το άρθρο 9 παρ.1 και 4, με τη διευκρίνιση ότι η αναφερόμενη σ'αυτή απόσταση Δ ορίζεται σε 2,5 μ.

ανεξάρτητα από το ύψος και οι παρ.9 και 10, το άρθρο 11, το άρθρο 17, το άρθρο 18, όπου δεν ορίζεται διαφορετικά από τις αντίστοιχες ειδικές διατάξεις και τα άρθρα 19, 21, 22, 23 και 25". Δηλαδή είναι σαφές ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 εδ.2 του Ν.1577/1985 (ΓΟΚ) δεν συμπεριλαμβάνεται στις παραπάνω διατάξεις, που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις οικισμών χωρίς εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, ορίζει δε το άρθρο τούτο "υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου θεωρείται και η επιφάνεια του προκηπίου, καθώς και η επιφάνεια που προκύπτει από την τυχόν υποχώρηση του κτιρίου από την οικοδομική γραμμή, ανεξάρτητα από το βάθος της".

Στο άρθρο 2 περ. 32 του εν λόγω ΓΟΚ ορίζεται "ημιυπαίθριος χώρος είναι ο στεγασμένος χώρος του κτιρίου, του οποίου η μία τουλάχιστον πλευρά είναι ανοικτή προς τον κοινόχρηστο χώρο ή τους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου που δεν προσμετρώνται στην κάλυψη και οι υπόλοιπες πλευρές του ορίζονται από τοίχους ή κατακόρυφα φέροντα ή μη στοιχεία και χρησιμοποιούνται για την μετακίνηση ή προσωρινή παραπομπή ανθρώπων", κατά την περ.38 "Εξώστης είναι η οριζόντια προεξοχή της πλάκας του δαπέδου ορόφου ή δώματος, η οποία προβάλλει, με ή χωρίς τη χρήση δοκών, πέρα από τις επιφάνειες των όψεων του κτιρίου και χρησιμοποιείται για την μετακίνηση και την προσωρινή παραμονή ανθρώπων, κατά την παρ.39 "Προστέγασμα είναι η σταθερή ή κινητή προεξοχή πέρα από τις επιφάνειες των όψεων του κτιρίου, η οποία δεν χρησιμοποιείται ως εξώστης", κατά την παρ.14 "όρια οικοπέδου ή γηπέδου είναι οι γραμμές που το χωρίζουν από τα όμορα οικόπεδα και τους κοινόχρηστους χώρους", κατά ην παρ.40 "Περίφραγμα είναι η κατασκευή, με ην οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους όμορα οικόπεδα ή γήπεδα καθώς και οικόπεδο ή γήπεδο από κοινόχρηστο χώρο".

Κατά το άρθρο 18 παρ.1 του εν λόγω ΓΟΚ "Τα οικόπεδα οριοθετούνται με σταθερούς οριοδείκτες ή με περιφράγματα", κατά δε το άρθρο 10 παρ.7 της ν.Α3046/304/1989 "περί Κτιριοδομικού Κανονισμού" "Τα περιφράγματα τα οποία κατασκευάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν.1577/1985, τοποθετούνται είτε κατά μήκος των ορίων των ομόρων οικοπέδων, είτε στο πρόσωπο αυτών.

Όταν τα περιφράγματα κατασκευάζονται στο πρόσωπο του οικοπέδου τοποθετούνται εξ ολοκλήρου εντός του οικοπέδου. Όταν τα περιφράγματα κατασκευάζονται παρά το κοινό όριο ομόρων οικοπέδων μπορούν να τοποθετούνται εξ ολοκλήρου εντός του οικοπέδου ή εκατέρωθεν του κοινού ορίου με συμφωνία των ομόρων ιδιοκτητών".

Εξάλλου κατά το άρθρο 7 παρ. α και β του εν λόγω ΓΟΚ για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης που πραγματοποιείται στο οικόπεδο, προσμετρούνται α)οι επιφάνειες των στεγασμένων και κλειστών από όλες τις πλευρές χώρων του κτιρίου, οποιασδήποτε χρήσης σε όλους τους ορόφους...β)οι επιφάνειες των εξωστών και ημιυπαίθριων χώρων, εκτός από τους αναφερόμενους στην παρ.2 του άρθρου 11, κατά την οποία (παρ.2 αρθρ.11) "Εξώστες και ημιυπαίθριοι χώροι, συνολικής επιφάνειας έως 40% αυτής, που επιτρέπεται να δομηθεί συνολικά στο οικόπεδο, δεν υπολογίζονται στο συντελεστή δόμησης.

Από το ανωτέρω ποσοστό οι ημιυπαίθριοι χώροι δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 20% του συντελεστή δόμησης. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, οι ημιυπαίθριοι χώροι πρέπει να έχουν πλάτος τουλάχιστον 2,50 μ. και βάθος μικρότερο ή ίσο με το πλάτος τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, εφαρμόζονται τόσο για τα νέα κτίρια, όσο και για τις προσθήκες σε υφιστάμενα κτίρια..." κατά το άρθρο 17 παρ.2 του εν λόγω ΓΟΚ στους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου επιτρέπεται, μεταξύ άλλων η κατασκευή "στοιχείων προσωρινής παραμονής (πάγκοι, τραπέζια), άθλησης και παιγνιδότοπων", ενώ κατά το άρθρο 11 παρ.1 "εξώστες με τυχόν οριζόντια φέροντα ή κατακόρυφα και οριζόντια αρχιτεκτονικά στοιχεία και ημιυπαίθριοι χώροι διατάσσονται ελεύθερα σε οποιαδήποτε όψη και όροφο του κτιρίου".

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011).

Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ' αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ανελέγκτως ως προς την αγωγή του αναιρεσίβλητου περί υπερβάσεως από τον αναιρεσείοντα του συντελεστή δόμησης, κατά την ανέγερση κάθετης ιδιοκτησίας επί επικοίνου οικοπέδου καθώς και των συνεπειών από την υπέρβαση αυτή και την γέννηση αξιώσεων ποινικής ρήτρας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ'αριθ. .../1993 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αμαρουσίου Κων.

Γκιούσα, νομίμως μεταγεγραμμένο, περιήλθαν στην κυριότητα του ενάγοντος με αγορά από τη θεία του Β. Λ., μεταξύ άλλων και ένα αγροτικό ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "Θυμαρίστα-Λεμπέση" στον οικισμό "ΚΥΡΑ ΒΡΥΣΗ" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας Ισθμίας και ήδη Λουτρακίου, ήτοι (α') ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1.635 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο εμφαίνεται με τον αριθμό -13- στο από μηνός Νοεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου πολιτικού μηχανικού, που συνοδεύει το παραπάνω συμβόλαιο, συνορεύει ανατολικώς με οικόπεδο του ενάγοντος, όπου έχει ανεγείρει εξοχική κατοικία, δυτικώς με ιδιοκτησία Γ.

Λ., προς βορράν με το εν συνεχεία περιγραφόμενο αγροτεμάχιο του ενάγοντος και προς νότον με δρόμο. Με το ίδιο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα και ενός όμορου προς βορράν (β') αγροτεμαχίου, εκτάσεως. 9.200 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο προσαρτώμενο από μηνός Οκτωβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.

Σ.. Ακολούθως ο ενάγων - το ανωτέρω υπό στοιχείο α' ακίνητο του, το οποίο σε νεότερη καταμέτρηση εμφανίζεται να έχει έκταση 1.655,14 τετραγωνικών μέτρων, υπήγαγε στις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971, του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και συνέστησε επ' αυτού με την υπ' αριθ. .../1994 πράξη του συμβ/φου Αθηνών Ηλία Παπασταθόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένη, τρεις αυτοτελείς και ανεξάρτητες κάθετες ιδιοκτησίες, οι οποίες εμφαίνονται με τα αλφαβητικά στοιχεία β-γ-ι-θ-β, η-θ-ι-δ-κ-η και α-η-κ-ε-ζ-α στο από μηνός Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου ως άνω πολιτικού μηχανικού, που έχει προσαρτηθεί στην ως άνω πράξη σύστασης καθέτων ιδιοκτησιών.

Από τις κάθετες αυτές ιδιοκτησίες, τη δεύτερη (μεσαία), δηλαδή εκείνη με τα στοιχεία η-θ-ι-δ-κ-η, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον εναγόμενο με το υπ' αριθ. .../1994 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Τα παραπάνω συνομολογούνται από τους διαδίκους. Η άνω κάθετη ιδιοκτησία έχει έκταση 803,40 τετραγωνικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο 486/1000 και κατόπιν ειδικής συμφωνίας των μερών, που αποτυπώθηκε στο άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, αντιστοιχεί σ' αυτήν δομήσιμη επιφάνεια 200 μ.

Η προς ανατολάς, σε σχέση με την ιδιοκτησία του εναγομένου, κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος έχει έκταση 305,54 τ.μ και δομήσιμη επιφάνεια 70 τ.μ., η προς δυσμάς έχει έκταση 546,20 τ.μ. και δομήσιμη επιφάνεια 130 τ.μ. Τα όρια της εν λόγω κάθετης ιδιοκτησίας του εναγομένου καθορίστηκαν με σαφήνεια στο πωλητήριο συμβόλαιο και με αναφορά στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, αναφέρεται δε ειδικότερα ότι αυτή συνορεύει, βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς ι-δ-κ μήκους ι-δ 13,70 μ.

και δ-κ 14 μ. με ιδιοκτησία ενάγοντος (πρόκειται για το ανωτέρω β' αγροτεμάχιο, 9.200 τ.μ.,), νότια σε πρόσοψη η-θ μήκους 26,50 μ. με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά ι-θ μήκους 29,75 μ. με την υπό στοιχεία θ-β-γ-ι-θ κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος και δυτικά σε πλευρά η-κ μήκους 34,10 μ. με την υπό στοιχεία α-η-κ-ε-ζ-α κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος.

Από την περιγραφή των ορίων των υπό στοιχεία α' και β' αγροτεμαχίων στο άνω υπ' αριθ. .../1993 πωλητήριο συμβόλαιο αποδεικνύεται ότι η κάθετη ιδιοκτησία που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο είναι συνεχόμενη και εφαπτόμενη του βορείως κειμένου υπό στοιχείο β' αγροτεμαχίου του ενάγοντος. Από την επισκόπηση δε του από μηνός Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Θ.

Σ., που συνοδεύει τον τίτλο κτήσεως του εναγομένου, αποδεικνύεται ότι η νότια πλευρά του όλου οικοπέδου, επί του οποίου συνεστήθησαν οι τρεις κάθετες ιδιοκτησίες, απεικονίζεται με ευθεία γραμμή, η οποία αρχίζει από τη νοτιοδυτική γωνία α' του οικοπέδου και με μήκος 51,20 μ. καταλήγει στη νοτιοδυτική γωνία β' αυτού, αποτελεί δε η ευθεία αυτή συνέχεια του μανδροτοίχου πρόσοψης της εξοχικής κατοικίας του ενάγοντος, που έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο ανατολικά της με στοιχεία β-γ-ι-θ-β κάθετης ιδιοκτησίας αυτού.

Παρά δε τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, ο μανδρότοιχος αυτός υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης του παραπάνω τοπογραφικού διαγράμματος, η δε δυτική γωνία αυτού (σημείο β' στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα) αποτέλεσε το σταθερό σημείο για τη μέτρηση του όλου οικοπέδου. Εξ άλλου, με ευθεία γραμμή και χωρίς εισοχές - εξοχές απεικονίζεται η νότια πλευρά του οικοπέδου αυτού και στο από μηνός Νοεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Ζ., που υπέβαλε ο εναγόμενος στην Πολεοδομία Κορίνθου για την έκδοση της υπ' αριθ. 635/1995 οικοδομικής του άδειας, καθώς επίσης και στο από μηνός Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος Μ. Τ., με βάση το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθ. 193/2000 δεύτερη οικοδομική του άδεια (βλ. αυτά προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως).

Και τα δύο αυτά διαγράμματα που συνοδεύονται από αντίστοιχες δηλώσεις του εναγομένου περί ορθής υλοποίησης των ορίων του οικοπέδου του, ταυτίζονται ως προς το σχήμα και τις διαστάσεις του απεικονιζόμενου οικοπέδου με το διάγραμμα του Θ. Σ., του οποίου φαίνεται ότι αποτελούν πιστή αντιγραφή. Η αποτύπωση στα παραπάνω τοπογραφικά διαγράμματα με ευθεία γραμμή της νότιας πλευράς του ανωτέρω οικοπέδου, δεν έγινε σε εφαρμογή υπάρχοντος ρυμοτομικού σχεδίου, αφού δεν έχει εγκριθεί τέτοιο σχέδιο για τον οικισμό Κυράς Βρύσης (βλ.

το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. πρωτ. 8451/ 28.11.2001 έγγραφο της διεύθυνσης ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ της Νομαρχίας Κορινθίας), αλλά απεικόνιζε την πραγματική κατάσταση κατά το χρόνο συντάξεως των διαγραμμάτων αυτών του νοτίου ορίου του εν λόγω οικοπέδου, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί σε σχέση με τον διερχόμενο νοτίως κοινοτικό δρόμο, ο οποίος σε όλα τα παραπάνω διαγράμματα απεικονίζεται με πλάτος 8 μέτρων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή η νότια πλευρά δεν ήταν καθ' όλο το μήκος της ευθεία, ασφαλώς και ο εναγόμενος θα επεδίωκε να αποτυπωθεί στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει τον τίτλο κτήσεως (αρθ. 336 παρ. 4 ΚπολΔ). Το πλάτος αυτό των 8 μ. διατηρεί και σήμερα ο δρόμος αυτός, παρά την κατασκευή στην ανατολική κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος μανδροτοίχου πρόσοψης και δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων επεκτάθηκε κατά την ανέγερση του μανδροτοίχου της ιδιοκτησίας του σε βάρος του κοινοτικού δρόμου (βλ.

και το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα από 4-4-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγ/να Ν. Κ., όπου αποτυπώνεται η άνω οδός καθ' όλο το μήκος της, χωρίς να εμφανίζονται ουσιώδεις διαφοροποιήσεις στο σημείο, όπου έχει κτιστεί ο μανδρότοιχος του ενάγοντος, εν αντιθέσει με τον αντίστοιχο του εναγομένου, που έχει τοποθετηθεί εμφανώς εσωτέρα του ορίου του δρόμου).

Ούτε εξάλλου ο ενάγων, κύριος μια τόσο μεγάλης εκτάσεως στην ευρύτερη περιοχή (περί τα 10 στρέμματα), είχε σοβαρό λόγο να προβεί στην κατάληψη λιγοστών τ.μ. κοινοχρήστου δρόμου, προκειμένου να περιέλθει σε χρόνιες δικαστικές διενέξεις με τον εναγόμενο, τυχόν άλλους όμορους ιδιοκτήτες, καθώς και τον άμεσα ενδιαφερόμενο Δήμο.

Αλλά και στο από 22-11-2004 διευκρινιστικό έγγραφο του πραγμ/να Ε. Ο. (διορίστηκε από το TEE κατόπιν της από 13-7-2004 αιτήσεως του εναγομένου) γίνεται λόγος ότι η υλοποίηση του νοτίου ορίου Δ. (εναγομένου) είναι λανθασμένη και δημιουργείται λωρίδα 36 τ.μ. περίπου μεταξύ του δρόμου και της ιδιοκτησίας του (προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα).

Ο πραγματογνώμων Κ. Κ. αναφέρει στη άνω έκθεση του ότι "η δημοτική οδός, όπως είναι φυσικό, λόγω του ότι δεν έχει εφαρμοσθεί εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο και δεν έχουν κατασκευασθεί κράσπεδα, είναι μέσου πλάτους οκτώ περίπου μέτρων (διαφοροποιείται δηλαδή από σημείο σε σημείο αλλά κυμαίνεται πάντα γύρω στα οκτώ μέτρα), όπως επίσης και το πλάτος του ασφαλτοστρωμένου τμήματος δεν είναι παντού το ίδιο", όπως φαίνεται και στο επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του άνω πραγματογνώμονα, καθώς και στο επισυναπτόμενο από τον πραγματογνώμονα τοπογράφο μηχανικό Α.

Γ., "ενώ δεν νοείται να υπάρχουν σπασίματα (εσοχή 1,80 μ. από ιδιοκτησία σε ιδιοκτησία), στο όριο μιας δημοτικής οδού" (βλ. εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Επιπλέον στο από 4.4.2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ν. Κ., που διορίστηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης μεταξύ των διαδίκων, εμφαίνεται ότι στο δυτικό άκρο της κάθετης ιδιοκτησίας του εναγομένου (που νοείται ως προέκταση σε ευθεία γραμμή του μανδροτοίχου πρόσοψης της ανατολικής κάθετης ιδιοκτησίας του ενάγοντος), ο εν λόγω δρόμος έχει συνολικό πλάτος 8,35 μ., εκ των οποίων 6,90 μ.

είναι το ασφαλτοστρωμένο τμήμα αυτού και 1,45 μ. το γυμνό έδαφος μέχρι την περίφραξη της Κοινότητας Ισθμίας. Το ίδιο συμβαίνει και στο ανατολικό άκρο της ίδιας κάθετης ιδιοκτησίας, όπου το συνολικό πλάτος εγγίζει τα 8 μ., εκ των οποίων 5,85 μ. είναι το ασφαλτοστρωμένο τμήμα και περί τα 2 μ. το γυμνό έδαφος μέχρι τη περίφραξη με ξερολιθιά.

Από την πλευρά του ο εναγόμενος υπολογίζει το πλάτος του δρόμου από τη ρίζα των στύλων της ΔΕΗ και υποστηρίζει ότι το νότιο όριο της κάθετης ιδιοκτησίας του αρχίζει σε απόσταση 8 μέτρων από τους στύλους αυτούς. Αυτό δεν είναι αληθές διότι, όπως φαίνεται από το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ν.

Κ. (αλλά και από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα φωτογραφίες με αρ. σχετ. 25), οι στύλοι αυτοί έχουν τοποθετηθεί εσώτερα της νότιας πλευράς του κοινοτικού δρόμου και ακριβώς δίπλα από το ασφαλτοστρωμένο τμήμα αυτού, ενώ στα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Σ., Ζ.

και Τ., είχε ληφθεί ως όριο για την επιμέτρηση του συνολικού πλάτους του δρόμου η νότια πλευρά αυτού και όχι οι στύλοι της ΔΕΗ. Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι η νότια πλευρά του όλου οικοπέδου, επί του οποίου συνεστήθησαν οι τρεις κάθετες ιδιοκτησίες, αποτελεί προέκταση σε ευθεία γραμμή του μανδροτοίχου πρόσοψης της εξοχικής κατοικίας του ενάγοντος, αυτή δε η γραμμή, που αποτυπώνεται με τα στοιχεία β-θ-η-α στο από μηνός Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.

Σ., θα πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία για τη μέτρηση του μήκους της ανατολικής και δυτικής πλευράς της κάθετης ιδιοκτησίας του εναγομένου, των οποίων το μήκος, όπως προαναφέρθηκε, είναι της μεν ανατολικής 29,50 μ. και της- δυτικής 34,10 μ. απορριπτόμενων των αντιθέτως υποστηριζόμενων από τον εναγόμενο για το ζήτημα αυτό.

Άλλωστε, από αυτή τη γραμμή, ως νότιο όριο της κάθετης ιδιοκτησίας του, ο εναγόμενος άρχισε να κατασκευάζει τον ανατολικό μανδρότοιχο, τον οποίο ακολούθως κατεδάφισε κατά ένα τμήμα του 1,80 μ. για να αρχίζει εσώτερα του ορίου αυτού, όπως αποδεικνύεται από την από προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως 14.4.2003 έκθεση αυτοψίας του υπαλλήλου της Πολεοδομίας Γ.

Γ.. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους όρους της ως άνω υπ' αριθ. .../1994 πράξεως συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας, νομίμως μεταγεγραμμένης: α) ο ιδιοκτήτης κάθε μίας από τις αναφερόμενες κάθετες ιδιοκτησίες δικαιούται να κάνει ελεύθερα χρήση πάνω στο τμήμα του όλου αγροτεμαχίου, που αποτελεί την κάθετη ιδιοκτησία, στο οποίο τμήμα θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής κατοχής και χρήσης, δικαιούται να το περιφράξει και γενικά να ασκεί ελεύθερα όλες ανεξαιρέτως τις κατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον κύριο του ακινήτου, υποχρεούται όμως να ασκεί τα δικαιώματα του, που απορρέουν από την συνιδιοκτησία, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης, του γειτονικού δικαίου και με τρόπο έτσι ώστε η άσκηση των δικαιωμάτων του κάθε ενός συνιδιοκτήτη να μην παρεμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων του άλλου.

Ειδικότερα μνημονεύεται ρητώς ότι ο περιβάλλων την οικοδομή χώρος θα είναι ελεύθερος και δεν επιτρέπεται η δημιουργία μονίμων ή προχείρων κατασκευών, που αλλοιώνουν την αισθητική της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου χωρίς την έγγραφη συναίνεση του εμφανισθέντος-εν προκειμένω του ενάγοντος (υπό στοιχ. 4 όρος), β) Ασκώντας ο κάθε ιδιοκτήτης το παραπάνω δικαίωμα του θα μπορεί να καλύπτει ολόκληρο το ύψος και τον όγκο της οικοδομής που προβλέπουν οι πολεοδομικές διατάξεις, σε καμία όμως περίπτωση η επιφάνεια και ο όγκος κάθε μίας οικοδομής δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τον όγκο και την επιφάνεια που αντιστοιχούν σ' αυτήν αναλογικά, όπως αναφέρεται αναλυτικά στην πράξη αυτή για κάθε μία από τις συνιστώμενες κάθετες ιδιοκτησίες (υπό στοιχ.

β' όρος), όπως δε ήδη αναφέρθηκε, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων για την πωληθείσα κάθετη ιδιοκτησία του εναγομένου συμφωνήθηκε οικοδομήσιμη επιφάνεια 200 τ.μ,. (βλ. 8 σελίδα άνω υπ' αρ. .../1994 πράξεως), γ) Κάθε συνιδιοκτήτης που προτίθεται να ανεγείρει οικοδομή υποχρεούται, με ποινική ρήτρα 500.000 δρχ.

για κάθε μία συνιδιοκτησία, να ενημερώνει εγγράφως τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες, κοινοποιώντας αντίγραφο της άδειας ανεγέρσεως της οικοδομής του, προ της ενάρξεως των σχετικών οικοδομικών εργασιών (υπό στοιχ. 6 όρος), δ) Σε περίπτωση που κάποιος από τους συνιδιοκτήτες υπερβεί τη αναλογία που του ανήκει σε όγκο και επιφάνεια της οικοδομής που θα κτίσει, σε οποιοδήποτε λόγο οφειλόμενο ακόμη και ολιγωρία των άλλων, τότε οποιοσδήποτε από τους υπόλοιπους θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την κατεδάφιση του επιπλέον κτίσματος και να ζητήσει επιπλέον και την αποκατάσταση κάθε ζημίας του θετικής ή αποθετικής.

Επιπλέον θα υπόκειται σε ποινική ρήτρα υπέρ ενός εκάστου των λοιπών συνιδιοκτητών από 100.000 δρχ. για κάθε τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας, που ανήγειρε πλέον εκείνων που δικαιούται (υπό στοιχ. 6 όρος - βλ. προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. .../1994 πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και υπ' αριθ. .../1994 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο).

Της πράξεως αυτής συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας ο εναγόμενος έλαβε γνώση κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που αποτελεί, κατά τα προαναφερθέντα, τον δικό του τίτλο κτήσεως και δήλωσε ρητά, ότι "αποδέχεται και συνομολογεί τους όρους και περιορισμούς αυτής". Περαιτέρω κατά το άρθρο παρ. 32 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 αρθρ. 1 του Ν. 2831/2000 (ΦΕΚ 140/13.6.2000) "ημιυπαίθριος χώρος είναι ο στεγασμένος χώρος του κτιρίου, του οποίου η μία τουλάχιστον πλευρά είναι ανοιχτή προς τον κοινόχρηστο χώρο ή τους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου, που δεν προσμετρώνται στην κάλυψη και οι υπόλοιπες πλευρές του ορίζονται από τοίχους ή κατακόρυφα φέροντα ή μη στοιχεία και χρησιμοποιείται για τη -μετακίνηση ή προσωρινή παραμονή ανθρώπων".

Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου " εξώστες και ημιυπαίθριοι χώροι συνολικής επιφάνειας έως 40% αυτής που επιτρέπεται να δομηθεί συνολικά στο οικόπεδο, δεν υπολογίζονται στο συντελεστή δόμησης" (πλέον δυνάμει του Ν.3843/2010, αρθ. 9 παρ. 1, το ποσοστό των εξωστών και ημιυπαιθρίων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 35%).

Σύμφωνα με τις παραπάνω τότε ισχύουσες διατάξεις ο εναγόμενος εδικαιούτο να προσθέσει στην οικοδομή του εξώστες (μπαλκόνια) και ημιυπαίθριους χώρους (βεράντες) μέχρι 40% της δομούμενης επιφάνειας, ήτοι 80 τ. μ. (200X40%), χωρίς οι προσθήκες αυτές να προσμετρούνται στο συντελεστή δόμησης. Απεδείχθη περαιτέρω ότι ο εναγόμενος δυνάμει της υπ' αριθ. 635/1995 οικοδομικής άδειας της πολεοδομίας Κορινθίας, κατασκεύασε διώροφη οικία με ισόγειο εμβαδού 127,70 τ.μ.

και 1° όροφο εμβαδού 86,55 τ.μ και συνολικά 214,25 τ.μ. Στη συνέχεια και παρότι ο συντελεστής δόμησης είχε ήδη εξαντληθεί (βλ. και σχετική παραδοχή του μάρτυρος του εναγομένου Π. Ζ., πολ. Μηχανικού, στα πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου, όπου μεταξύ άλλων καταθέτει "Εκεί [στην υπ' αρ. 635/1995 οικοδ. αδεία] ο Δ. κάλυψε και τα 200 τ.μ...

Τη συμπληρωματική άδεια δεν ξέρω ποιος την έβγαλε, αλλά εκεί νομίζω ότι υπάρχει κάποια αναστολή...") εξεδόθησαν οι υπ' αριθ. 193/2000 και 241/2000 συμπληρωματικές οικοδομικές άδειες, με βάση τις οποίες κατασκεύασε α) εξώστες στο ισόγειο, συνολικής επιφάνειας 106 τ.μ. (92 + 14 τ.μ.) και στον πρώτο όροφο 7,50 τ.μ (3 χ 1χ 2,50) και 20 τ.μ.

ήτοι συνολικής επιφάνειας 27,50 τ.μ., β) υμιυπαίθριο χώρο στον 1° όροφο 10,65 τ.μ., γ) στεγασμένο "μπάρμπεκιου" στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, συνολικής επιφάνειας 14 τ.μ. (βλ. την από 29.3.2000 έκθεση αυτοψίας του υπαλλήλου Γ. Γ. καθώς και τις υπ'- αριθ. 17/2005 και 50/2005 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων μηχανικών Κ.

Κ. και Α. Γ., αντιστοίχως). Η συντελεσθείσα δόμηση είναι λοιπόν 127,7+86,54+14= 228,24 τ.μ., έχει υπερβεί δηλαδή το συντελεστή δόμησης κατά 28,24 τ.μ Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Κ. Κ., στο συντελεστή δόμησης υπολογίζονται η διώροφη κατοικία και το "μπάρμπεκιου" (BBQ). Ο εναγόμενος ισχυρίζεται βέβαια ότι το στεγασμένο μπάρμπεκιου δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στο συντελεστή δόμησης, επικαλείται δε σχετικώς την (μεταγενέστερη) υπ' αρ. 7646/2004 απόφαση Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Δ' 114/2004), σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η εκτέλεση εργασιών μικρής-κλίμακας, χωρίς έκδοση πολεοδομικής αδείας, στις εργασίες δε αυτές περιλαμβάνεται και η κατασκευή ξύλινης πέργκολας, εστίας και φούρνου (αρθ. 1 παρ. 3 εδ. 1β).

Ωστόσο, ανεξαρτήτως του εάν η κατασκευή του εν λόγω στεγασμένου BBQ, εμβαδού 14 τ.μ., φέροντος περισσότερο χαρακτήρα μικρού οικίσκου, παρά φούρνου (βλ. προσκομιζόμενες από τον ίδιο τον εναγόμενο φωτογραφίες), δύναται να θεωρηθεί ως εργασία μικρής κλίμακας, στην απόφαση αυτή γίνεται ρητή μνεία ότι εφόσον θίγονται δικαιώματα συνιδιοκτησίας, (πρέπει να) εξασφαλίζεται η σχετική συναίνεση με ευθύνη των ενδιαφερομένων (αρθ. 1 παρ. 1, εδ' τελ), κάτι που σαφώς δεν έγινε στην υπό κρίση υπόθεση.

Όπως δε προαναφέρθηκε, με τον υπό στοιχ. 4 όρο της ως άνω πράξεως, συμφωνήθηκε ότι ο περιβάλλων την οικοδομή χώρος θα είναι ελεύθερος και δεν επιτρέπεται η δημιουργία μονίμων κατασκευών, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του ενάγοντος. Περαιτέρω στους ημιυπαίθριους χώρους υπολογίζονται ο ημιυπαίθριος του α' ορόφου, εμβαδού 10,65 τ.μ., ενώ οι εξώστες ισογείου και α' ορόφου είναι 106 + 7,5 + 20 =133,50 τ.μ.

Το επιτρεπόμενο εμβαδόν των ημιυπαίθριων και των εξωστών στην ιδιοκτησία του εναγομένου, όπως προαναφέρθηκε, είναι συνολικά 80 τ.μ. Το όριο αυτό δεν πρέπει να το υπερβαίνει σαν άθροισμα ημιυπαιθρίων και εξωστών, ενώ το όριο για τους ημιυπαίθριους είναι 40 τ.μ. Επομένως στην ιδιοκτησία του εναγομένου το εμβαδόν των ημιυπαίθριων είναι 10,65 τ.μ., που είναι μικτότερο από τα 40 τ.μ., που επιτρέπονται, αλλά το συνολικό εμβαδόν εξωστών και ημιυπαίθριων είναι 144,14 τ.μ., που είναι μεγαλύτερο από τα 80 τ.μ, που επιτρέπονται (βλ.

έκθεση πραγματογνωμοσύνης Κ. Κ.), δηλαδή ο εναγόμενος έχει υπερβεί το όριο των ημιυπαίθριων και εξωστών κατά 64,14 τ.μ., τα οποία σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 11 του άνω Ν. 1577/1985 προσμετρώνται στο συντελεστή δόμησης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι για τη δυτική βεράντα του ισογείου και το "μπάρμπεκιου" συντάχθηκε από την αρμόδια υπηρεσία πολεοδομίας η από 27.3.2000 έκθεση αυτοψίας, με την οποία χαρακτηρίστηκαν αυθαίρετες κατασκευές και ο εναγόμενος κατέβαλε το επιβληθέν γι'αυτές πρόστιμο (βλ.

προσκομιζόμενη θέση αυτοψίας). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 αριθ. 29 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) "υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου είναι ο χώρος που αφήνεται ακάλυπτος για να μην υπάρχει υπέρβαση του ποσοστού κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης που ισχύει στην περιοχή", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 εδ. 2 του ίδιου νόμου "υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου θεωρείται και η επιφάνεια του προκηπίου, καθώς και η επιφάνεια που προκύπτει από την τυχόν υποχώρηση του κτιρίου από την οικοδομική γραμμή ανεξάρτητα από το βάθος της".

Κατά δε το άρθρο 6 του Π.Δ/τος της 3,5,1985 (ΦΕΚ Δ 181), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 παρ.3 εδ. 6α και 6β του Π.δ/τος της 25.4/16.5.1989 (ΦΕΚ Δ 293) "το κτίριο τοποθετείται στη γραμμή δόμησης είτε εσώτερον αυτής κατά την κύρια όψη του στο σύνολο ή σε τμήμα αυτής" και "σε οικόπεδο μεγαλύτερο των 500 τ. μ. το κτίριο τοποθετείται σε απόσταση τουλάχιστον 2,50 μ.

από την παραπάνω οριζόμενη γραμμή δόμησης".

Εν προκειμένω ο εναγόμενος, στον ακάλυπτο χώρο και συγκεκριμένα στο νοτιοανατολικό άκρο και σε επαφή με τον κοινό μανδρότοιχο που αποτελεί όριο της ιδιοκτησίας του με την προς ανατολάς κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του τελευταίου, κατασκεύασε γκαράζ συνολικής επιφάνειας 41 τ.μ. (37,1 τ.μ. κατά την αγωγή). Το γκαράζ αυτό βρίσκεται σε απόσταση 1,80 μ. από το νότιο όριο της ιδιοκτησίας του, δηλαδή μέσα στη ζώνη των 2,5 μ. πλάτους (πρασιά) από το νότιο όριο αυτής, που είναι υποχρεωτικά ακάλυπτο. Ο εναγόμενος όμως εδικαιούτο, για να μην προσμετρηθεί η κατασκευή του χώρου σταθμεύσεως (γκαράζ) στο συντελεστή δομήσεως, να κατασκευάσει τέτοιο μόνο μέχρι 12 τ.μ., δοθέντος ότι σε κατοικίες έως 250 τ.μ. επιτρέπεται μια τέτοια θέση και μόνο έως 12 τ.μ (ΠΔ της 4.1./2.2./1982, ΦΕΚ Α 12. Αρθ. 3). Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 αριθ. 14 και 40 του ΓΟΚ, η περίφραξη πρέπει να κατασκευάζεται στα όρια του οικοπέδου από τον κοινόχρηστο χώρο.

Εν προκειμένω ο εναγόμενος στη νότια πλευρά του οικοπέδου του κατασκεύασε μανδρότοιχο μήκους 26,21 μ. εσωτερικά του νοτίου ορίου του οικοπέδου του και σε απόσταση 1,40 μ. έως 1,80μ. από αυτό και όχι σε επαφή με τον κοινοτικό δρόμο και σε ευθεία γραμμή με τον μανδρότοιχο της όμορης προς ανατολάς κάθετης ιδιοκτησίας του ενάγοντος, όπως εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.

Σ., που έχει προσαρτηθεί στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, καθώς και στα σχεδιαγράμματα που ο ίδιος υπέβαλε στην πολεοδομία, προκειμένου να εκδοθούν οι υπ' αριθ. 653/1995 και 193/2000 οικοδομικές άδειες. Δηλαδή ο εν λόγω μανδρότοιχος έχει κατασκευαστεί μέσα στη ζώνη των 2,5 μ. πλάτους (πρασιά) από το νότιο όριο της ιδιοκτησίας, που είναι υποχρεωτικά χώρος ελεύθερος, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων.

Εκ τούτων παρέπεται ότι ο εναγόμενος με την οικοδόμηση στο δικό του τμήμα, των άνω κτισμάτων πέραν του περιβάλλοντος την οικοδομή χώρου, αλλά κτισμάτων που σε επιφάνεια υπερβαίνουν το αναλογούν στο τμήμα τούτο ποσοστό, με βάση το συντελεστή δόμησης του ενιαίου οικοπέδου και κατά το μέρος που υπερβαίνουν την αναλογία αυτή, προσβάλλει το δικαίωμα του ενάγοντος, να ανεγείρει στο δικό του τμήμα οικοδομή ανάλογη προς το εμβαδόν του τμήματος τούτου και προς το ποσοστό συγκυριότητας του επί του ενιαίου οικοπέδου.

Επιπλέον η προσβολή αυτή αντιβαίνει στους προαναφερθέντες όρους της συστατικής πράξης της οροφοκτησίας και τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, είναι δε παράνομη, διότι με την υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου οικοδόμησης του τμήματος του, καθιστά αδύνατη την οικοδομική εκμετάλλευση της αυτοτελούς ιδιοκτησίας του ενάγοντος, δεδομένου ότι, από άποψη όρων δόμησης, το επίκοινο οικόπεδο παραμένει ενιαίο και ο συντελεστής δόμησης αυτού υπολογίζεται ενιαίως.

Ανεξαρτήτως ωστόσο της υπάρξεως ή μη πολεοδομικών παραβάσεων η δεσμευτικότητα των συμφωνιών μεταξύ των συνιδιοκτητών ισχύει και στην περίπτωση που οι τυχόν γινόμενες υπερβάσεις έγιναν με νόμιμη πολεοδομική άδεια, ακόμη δηλαδή και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών (βλ, ρηθείσες Α.Π, 1314/2005, ΝΟΜ, ΑΠ 25/1999, Δνη 40, 341).

Από το όλο δε περιεχόμενο της άνω πράξεως, ερμηνευόμενο όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και κατά την αληθή βούληση των συμβαλλόμενων (ΑΚ 173, 200), καθίσταται εμφανές ότι ο ενάγων κατά την μεταβίβαση στον εναγόμενο της άνω συσταθείσης κάθετης ιδιοκτησίας του, ενδιαφέρθηκε (κι ο εναγόμενος συμφώνησε) :

α) ο περιβάλλων την κυρία οικοδομή χώρος να παραμείνει ελεύθερος (επ' αυτού βλ. ανωτέρω), για αισθητικούς προφανώς λόγους, β) να αποτραπεί τυχόν μείωση του δικού ποσοστού δομήσεως επί μελλοντικώς ανεργερθησόμενης οικοδομής στο δικό του τμήμα, κίνδυνος που ενυπάρχει ακόμη και στην περίπτωση στενής ερμηνείας των (συχνά ασαφών) πολεοδομικών διατάξεων από τις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές, γ) να αποτραπεί το ενδεχόμενο υπερβολικής δομήσεως του όλου ενιαίου ακίνητου, για το λόγο δε αυτό, ετέθη και συμφωνήθηκε όρος, όπως σε περίπτωση μειώσεως του συντελεστή δομήσεως, θα μειώνεται αναλογικά και η επιφάνεια δόμησης κάθε μιας από τις συνιστώμενες καθετές ιδιοκτησίες, στην περίπτωση όμως αυξήσεως του συντελεστή, αυτό δεν θα συνεπάγεται αυτομάτως και δικαίωμα των συνιδιοκτητών, όπως αυξήσουν μονομερώς τη δομουμένη επιφάνεια των οικοδομών τους (βλ. 4° όρο, σελ. 12 άνω πράξεως).

Ο εναγόμενος προσκομίζει βέβαια μετ'επικλήσεως και προς επίρρωσιν των ισχυρισμών του το υπ' αρ. 7539/2013 έγγραφο της Υπηρεσίας Δομήσεως Δήμου Κορινθίων, σύμφωνα με το οποίο η οριοθέτηση του οικόπεδου έχει υλοποιηθεί ορθώς (σχετ. και το υπ' αρ. 1274/2013 έγγραφο ίδιας υπηρεσίας), ενώ δεν υφίσταται καμία αυθαίρετη κατασκευή, κατά πλήρη παραδοχήν των θέσεων του εναγομένου και της αντίστοιχης από 5-10-2005 τεχνικής εκθέσεως του τεχν.

Συμβούλου του εναγομένου Δ. Π. (βλ. προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως). Το έγγραφο αυτό όμως: α) υπογράφεται μόνο από τον αρμόδιο αντιδήμαρχο Μ. Χ. (δικηγόρο), χωρίς να συνυπογράφεται από έχοντα ειδικές γνώσεις υπάλληλο της πολεοδομίας, ούτε να γίνεται αναφορά σε διαπιστώσεις, αυτοψία, ή μελέτες τέτοιου υπαλλήλου (στο έγγραφο γίνεται μόνο αόριστη αναφορά, ότι "κατόπιν αυτοψίας που διενήργησε η υπηρεσίας μας σας γνωρίζουμε τα εξής:..."), β) τυγχάνει προδήλως εσφαλμένο ως προς το ζήτημα της οριοθετήσεως του ακίνητου, σύμφωνα και με τα όσα ανωτέρω αναλυτικά εξετέθησαν και σε πλήρη αντίθεση με πλείστες όσες δικαστικές αποφάσεις έχουν ήδη εκδοθεί επί του θέματος αυτού σε προηγούμενες μεταξύ των διαδίκων δίκες (βλ.

ενδεικτικά, Εφ. Ναυπλ. 363/2007, Πολ. Πρωτ. Κορ. 235/2003), γ) αγνοεί προφανώς (αφού δεν μνημονεύει καθόλου) τις άνω εκθέσεις πραγ/νης και, κυρίως, δ) αγνοεί προφανώς (αφού δεν μνημονεύει) των περιορισμούς που θέτει η άνω πράξη συστάσεως καθέτων ιδιοκτησιών στους συμβαλλομένους συνιδιοκτήτες. Επομένως με τις πιο πάνω υπερβάσεις από τον εναγόμενο το δικαίωμα του ενάγοντος να εκμεταλλευθεί την ιδιοκτησία του καταστρατηγείται, η δε άσκηση του αγωγικού του δικαιώματος, δεν είναι καταχρηστική, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα ο εναγόμενος, αφού ο ενάγων αντιτάχθηκε αμέσως όταν έγιναν αντιληπτές οι ενέργειες του εναγομένου και δεν δημιούργησε στον τελευταίο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα του, ενώ σε καμία περίπτωση η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 448/2010, ΝοΒ 2011, 717).

Σύμφωνα δε με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι επίμαχες κατασκευές των οποίων ζητείται η κατεδάφιση είναι "αυτόνομες" της κυρίας οικοδομής, των οποίων η καθαίρεση δεν απεδείχθη ότι θα επιφέρει βλάβη στη στατικότατα του κτιρίου (ΕφΔωδ 177/2008, ΝΟΜΟΣ). Ενόψει όλων αυτών, πρέπει το σχετικό αίτημα της αγωγής να γίνει (μερικώς) δεκτό, ως βάσιμο και από ουσιαστικής απόψεως και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να κατεδαφίσει α) τον στεγασμένο ισόγειο εξώστη στη δυτική πλευρά της οικοδομής του συνολικής επιφάνειας 44,14 τ.μ., β) τον γωνιακό σκεπαστό εξώστη στον α'όροφο επιφάνειας 20 τ.μ., γ) το "μπάρμπεκιου" στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 14 τ.μ., δ) το γκαράζ κατά το επιπλέον των 12 τ.

μ. εμβαδόν, γενομένου δεκτού του επικουρικού αιτήματος του ενάγοντος ως προς το κεφάλαιο της αγωγής, που αφορά το επίδικο γκαράζ (αφού, όπως προεξετέθη, ο εναγόμενος είχε δικαίωμα ανέγερσης γκαράζ τέτοιου εμβαδού), ε) την περίφραξη (μανδρότοιχο) στην πρόσοψη (νότια πλευρά) του οικοπέδου μήκους 21,26 μ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν κοινοποίησε στον ενάγοντα την υπ' αριθ. 653/1995 οικοδομική άδεια, παραβιάζοντας έτσι τον συμφωνηθέντα όρο της ως άνω πράξεως συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας, για τον οποίο συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα ύψους 2.934,70 € (1.000.000 δρχ.).

Μάλιστα ο ενάγων με την από 24.3.2000 εξώδικη δήλωση του προς τον εναγόμενο διαμαρτυρήθηκε για την παράλειψη του αυτή καθώς και για τις κατασκευές, στις οποίες είχε ή επρόκειτο να προβεί κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Το ότι ο αριθμός της οικοδομικής αδείας ήταν ενδεχομένως γνωστός στον ενάγοντα, διότι ήταν αναρτημένος στην είσοδο της οικοδομής του, όπως εξάλλου συμβαίνει σε όλες τις οικοδομές, δεν αποτελεί και γνωστοποίηση της στον ενάγοντα, αφού κατά τη σύσταση της άνω πράξεως οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ελευθέρως (ΑΚ 361) σε πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας για την παραπάνω αιτία.

Ακολούθως το σχετικό αίτημα επιδικάσεως της παραπάνω ποινικής ρήτρας, με αναγνωριστική διάταξη της παρούσας (κατόπιν σχετικά νομότυπου περιορισμού βλ.πρωτόδικα πρακτικά) θα γίνει δεκτό από ουσιαστικής απόψεως....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που δίκασε μετά από αναίρεση με τις ΑΠ 849/2010 και 891/2010 της προεκδοθείσας υπ' αριθμ. 244/2008 αποφάσεως, που είχε δεχθεί την έφεση κατά της απορρίψασας, ως μη νόμιμη, την αγωγή, πρωτόδικης αποφάσεως, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ΓΟΚ (αρθρ. 2 περ.32, 38, 39, 14, 40, 7 παρ.1, 11 παρ.1 και 2 17 και 18) καθώς και τις πολεοδομικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ.3 εδ.6α και 6β του Π.Δ/τος της 25.4/16.5.1989 του ΠΔ της 4.1/2.2.1982 και τις κατά το άρθρο 361 ΑΚ μεταξύ των συνιδιοκτητών, συμφωνίες, που περιέχονται στην αμοιβαία αποδεκτή πράξη συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας και εφαρμόζονται και αν ακόμη δεν υφίσταται παραβίαση των πολεοδομικών διατάξεων.

Τούτο δε γιατί στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και συμφωνίες και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Επομένως οι από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 1ος, 7ος, 11ος, 15ος και 19ος πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

Εξάλλου ο ορισμός του ακάλυπτου χώρου προβλέπεται στο άρθρ.2 αριθμ.29 του Ν.1577/1985, αλλά και στο άρθρο 8 παρ.2 εδ.2 του ίδιου νόμου. Η επίκληση από την προσβαλλομένη της τελευταίας αυτής διατάξεως για τον ορισμό του ακαλύπτου χώρου και η οποία αφορά, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων τα εντός σχεδίου και όχι τα εκτός, όπως το ένδικο ακίνητο, γίνεται ως εκ περισσού και δεν επηρέασε ούτω το νόμο, αλλά ούτε και το ουσία βάσιμο της αγωγής, καθόσον δεν συνέτρεξε λόγος εφαρμογής της, ενόψει της επικλήσεως και εφαρμογής της ετέρας διατάξεως του ΓΟΚ (αρθρ.2 αρ.29), αλλά και της Πράξεως Συστάσεως Κάθετης Ιδιοκτησίας, μη ιδρυομένων εντεύθεν των επικαλουμένων και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, καθώς και των 13ου, 17ου, 19ου και 21ου (δεύτερο τμήμα) λόγων του προσθέτου δικογράφου.

Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την υπέρβαση από τον αναιρεσείοντα του συντελεστή δόμησης και δή κατά 28,24 τ.μ.

κατά την ανέγερση της διώροφης κάθετης ιδιοκτησίας, κατά 64,14 τ.μ. κατά το επιτρεπόμενο όριο της κατασκευής υπαίθριων χώρων και εξωστών, κατά τον πέραν των 12 τ.μ. καλυπτόμενο, από τον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου (γκαράζ) ακάλυπτο χώρο και ως προς τον ανεγερθέντα στο χώρο αυτό μανδρότοιχο, προσέτι δε και ως προς το ποσό της οφειλομένης σε κάθε συνιδιοκτήτη εκ 500.000 δρχ.

ποινικής ρήτρας, που αφορά σε δύο συνιδιοκτησίες, που ανήκουν στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα και ορθά υπολογίζεται σε 1000.000 δραχμές (6ος όρος της .../1994 πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας). Ενόψει τούτων οι 2ος, 5ος, 6ος, 11ος, 12ος, 14ος (δεύτερο και τέταρτο σκέλος) 16ος 21ος (δεύτερο τμήμα) και 22ος από τους πρόσθετους λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Εξάλλου οι αιτιάσεις του 14ου πρόσθετου λόγου και κατά το 6ο σκέλος του, που αφορούν σε επάλληλες αιτιολογίες της αποφάσεως δεν ιδρύουν τον προαναφερθέντα από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, καθόσον αυτές έχουν τεθεί ως εκ περισσού και δεν επηρρεάζουν το διατακτικό της απόφασης, ούτε υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση.

Εξ ετέρου οι αφορώσες στο ζήτημα της κατεδαφίσεως του μανδρότοιχου αιτιάσεις του ίδιου δεύτερου τμήματος του 21ου λόγου, κατά τις οποίες το Εφετείο δεν αιτιολογεί τις ως προς το ζήτημα αυτό παραδοχές του, δεν ιδρύουν τον από την ίδια διάταξη (559 αρ.19) αναιρετικό λόγο, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ αντικείμενο ελέγχου του λόγου αυτού είναι τα όσα έγιναν δεκτά και όχι εκείνα που δεν έγιναν, τα οποία ενδεχόμενα και εφόσον συντρέχουν οι οικείες προϋποθέσεις να ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο της διατάξεως του αριθμού 8 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ.α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων του, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια, μεταξύ άλλων και τα επιχειρήματα των διαδίκων νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου κατά τη διάταξη του εδαφίου 9 περ.β του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί αιτήματος έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, όπως αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008).

Έτσι δεν νοείται "αίτηση", με την έννοια του παρόντος άρθρου, εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα" με την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρείς πρώτους λόγους της αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 8εδ.α και 9 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κατά τις οποίες το Εφετείο αφενός μεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, αφετέρου δε επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Ειδικότερα κατά τους τρείς αυτούς λόγους το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα κατεδαφιστέα ένδικα κτίσματα "επήλθε αλλοίωση της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου", χωρίς το τελευταίο τούτο, που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα συνιστά "πράγμα" και "αίτημα" να έχει "προταθεί" και "ζητηθεί" με την αγωγή και την έφεση αντίστοιχα, ενώ ως όρος απαγορευτικός δεν περιεχόταν στο κτητικό συμβόλαιο του αναιρεσείοντος - εναγομένου, καθόσον ο αντισυμβληθείς σ'αυτό αναιρεσίβλητος - ενάγων και ιδιοκτήτης κατά 100% των ενδίκων καθέτων ιδιοκτησιών κατά την κατάρτιση του εν λόγω κτητικού συμβολαίου λόγω τροποποιήσεως από τον ίδιο τον Κανονισμό Πράξεως Σύστασης Κάθετης Ιδιοκτησίας (ως κατά 100% ιδιοκτήτη των ακινήτων επί των οποίων συστήθηκε η κάθετη ιδιοκτησία) δεν περιέλαβε τον όρο αυτό, στο κτητικό - μεταβιβαστικό προς τον αναιρεσείοντα συμβόλαιο.

Οι λόγοι αυτοί, ως αιτιάσεις από τις επικαλούμενες διατάξεις, είναι απαράδεκτοι, καθόσον ο επίμαχος όρος ούτε "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8, ούτε "αίτημα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 9 συνιστά, παρά δε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) περιεχόταν τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση.

Τούτο ανεξάρτητα από την αντιφατικότητα των εν λόγω αιτιάσεων, αφού ο ίδιος ισχυρισμός δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και "πράγμα" και "αίτημα", πέραν του ότι δεν συνιστά "πράγμα" και για το λόγο ότι αφορά σε επιχείρημα που αντλήθηκε από τον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό, - (Πράξη Συστάσεως Κάθετης Ιδιοκτησίας) - ο οποίος κατά τις πραγματικές και ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της αποφάσεως έγινε αμοιβαία αποδεκτός από τους διαδίκους, οι δε ισχυρισμοί περί τροποποιήσεως του είναι απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ γιατί πλήττουν των ως προς την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Περαιτέρω με τον ένατο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο διέταξε την κατεδάφιση της ψησταριάς και την καταβολή ποινικής ρήτρας με επάλληλη αιτιολογία και για λόγο που δεν περιλαμβανόταν στην αγωγή και ειδικότερα ότι διέλαβε ότι "ανεξαρτήτως του ότι το στεγασμένο μπάρμπεκιου προσμετράται στο συντελεστή δόμησης, η κατασκευή του έγινε χωρίς την έγγραφη συναίνεση του ενάγοντα σύμφωνα με το άρθρο 4 της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας στον περιβάλλοντα την οικοδομή χώρο, που συμφωνήθηκε ελεύθερος κατασκευών".

Η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο, αφού οι επάλληλες αιτιολογίες τίθενται ως εκ περισσού, δεν στηρίζουν το διατακτικό και δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση (ΑΠ 1001/2014). Επίσης για την ίδια αιτία είναι απορριπτέος ο από την ίδια διάταξη 20ος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί η επίκληση του άρθρου 8 παρ.2 του ΓΟΚ γίνεται εκ περισσού και επαλλήλως προς τις εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 2 αριθ.14 και 40 του ΓΟΚ.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι απαιτείται ειδική μνεία της εκθέσεως πραγ/νης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ'άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι'αυτό η μνεία της αποφάσεως περί λήψεως υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς την υπέρβαση από τον αναιρεσείοντα του συντελεστή δόμησης ως προς τα κτίσματα της κυρίας οικοδομής καθώς και ως προς τις κατασκευές στον ακάλυπτο χώρο δεν έλαβε υπόψη:

Κατά τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως α)την υπ'αριθμ.36/27-9-2004 έκθεση πραγ/νης του πραγ/να πολιτικού μηχανικού Γ. Ι.Σ., που διορίστηκε με την υπ'αριθμ.575/2003 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και β)την από 5.10.2005 έκθεση του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος - εναγομένου, ήτοι του πολιτικού μηχανικού Δ.

Π.. Κατά τον τρίτο πρόσθετο λόγο α)την υπ'αριθμ.241/2000 οικοδομική άδεια και τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν τον γωνιακό σκεπαστό εξώστη του πρώτου ορόφου και β)την αναφερόμενη και στον πέμπτο κύριο λόγο από 5.10.2005 έκθεση του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος Δ. Π.. Κατά τον τέταρτο πρόσθετο λόγο το τοπογραφικό διάγραμμα του δυτικού ισογείου εξώστη της αρχιτέκτονος Μ.

Τ.. Κατά τον δέκατο όγδοο πρόσθετο λόγο τις φωτογραφίες του χώρου στάθμευσης. Κατά τον εικοστό πρώτο λόγο και κατά το πρώτο τμήμα του α)την από 4.2.2002 έκθεση πραγ/νης του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ., β)την από 7.9.2005 έκθεση πραγ/νης του τοπογράφου μηχανικού Α. Γ., γ)την από 3.4.2001 ερμηνεία αεροφωτογραφίας του πολιτικού μηχανικού Χ.

Π. και δ)την από 5.10.2001 έκθεση του τεχνικού συμβούλου Δ. Π.. Οι λόγοι αυτοί (5ος κύριος και 3ος, 4ος, 18ος και 21ος - πρώτο τμήμα - πρόσθετοι) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) όπου, στα εκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα ρητά αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι εκθέσεις των πραγ/νων Κων/νου Κ.

και Α. Γ., όσο και οι θεωρούμενες ως έγγραφα, εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στην τεχνική έκθεση του Δ.Π. (σελ.21), στο τεχνικό διάγραμμα του πραγ/να Ν.Κ. (σελ. 11, 12 και 16), και στο τοπογραφικό διάγραμμα της Μ. Τ. (σελ.10), δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, ως προς τη δόμηση κτισμάτων επί της κυρίας οικοδομής και επί του ακαλύπτου χώρου, πέραν των επιτρεπομένων και καλυπτομένων, αντίστοιχα, από τον συντελεστή δόμησης.

Εξάλλου η ιδιαίτερη αναφορά της απόφασης σε κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν μαρτυρεί ότι τα μη ιδιαιτέρως κατονομαζόμενα δεν λήφθηκαν υπόψη και γι αυτό οι αιτιάσεις του 21ου λόγου (πρώτο τμήμα) κατά τις οποίες λήφθηκε υπόψη μόνο η έκθεση πραγ/νης του Κ. Κ., στο περιεχόμενο της οποίας γίνεται ιδιαίτερη αναφορά, είναι απαράδεκτες, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα επίμαχα, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του δικαστηρίου.

Η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των αναφερομένων στους ερευνώμενους λόγους αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν (όπως ότι ο γωνιακός σκεπαστός εξώστης είναι μέρος της εσοχής του ισογείου και όχι εξώστης κατά την έννοια του άρθρου 2 περ.38 του ΓΟΚ - τρίτος πρόσθετος λόγος - ότι ο ισόγειος εξώστης ήταν στεγασμένο γκαράζ - τέταρτος πρόσθετος - ότι ο χώρος στάθμευσης ήταν κλειστός χώρος - 18ος πρόσθετος-) οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως, για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 ΚΠολΔ.

Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί (5ος κύριος και 3ος, 4ος, 18ος και 21ος - α'μέρος) πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 8ο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των απεικονιζόντων το "μπάρμπεκιου" φωτογραφιών, από τις οποίες φαίνεται ότι το κτίσμα αυτό δεν ήταν, όπως έγινε δεκτό, περίκλειστος οικίσκος, αλλά ανοικτό από τη μία πλευρά και ως εκ τούτου μη προσμετρούμενο στο συντελεστή δόμησης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε εκτιμητικό και όχι σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε τις επίμαχες φωτογραφίες, αλλά συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Με το πέμπτο σκέλος του 14ου προσθέτου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την ίδια διάταξη πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 4ου όρου της υπ'αριθμ..../1994 Πράξεως Κάθετης Ιδιοκτησίας του συμβ/φου Αθηνών Ηλία Παπασταθόπουλου, με το να δεχθεί ότι στον όρο αυτό αναφερόταν μόνο ότι συμφωνήθηκε "ότι ο περιβάλλων την οικοδομή χώρος θα είναι ελεύθερος και δεν επιτρέπεται η δημιουργία μόνιμων ή πρόχειρων κατασκευών, χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συνιδιοκτητών του οικοπέδου", ενώ προσέτι κατά τον όρο αυτό η απαγόρευση αφορούσε σε κατασκευές "που αλλοιώνουν την αισθητική της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου".

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής καθόσον η κατ'αυτόν μη αναγνωσθείσα "πρόταση" δεν αφορά σε ξεχωριστή προϋπόθεση του επίμαχου όρου, αλλά σε συνοδευτική έκφραση των κατασκευών που θα δημιουργηθούν. Ενόψει τούτων και οι λόγοι αυτοί (8ος και 14ος - 5ο σκέλος - πρόσθετοι λόγοι) πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως περιλαμβάνονται όπως προεκτέθηκε και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούτων, και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως και το έβδομο σκέλος του 14ου προσθέτου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια ότι προκειμένου να εφαρμόσει τους 3ο και 4ο όρο της νόμιμα μεταγεγραμμένης υπ' αριθμ..../1984 πράξης σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, προσέφυγε για την ερμηνεία τους στους κανόνες των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ χωρίς να έχει διαπιστώσει στο περιεχόμενό της κενό ή αμφιβολία, ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεως, το δικαστήριο διαπίστωσε, έμμεσα, κενό στις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων και γι'αυτό προσέφυγε στις επίμαχες ερμηνευτικές διατάξεις. Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση "Από το όλο δε περιεχόμενο της άνω πράξεως ερμηνευόμενο όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και κατά την αληθή βούληση των συμβαλλομένων (ΑΚ 173, 200) καθίσταται εμφανές, ότι ο ενάγων κατά τη μεταβίβαση στον εναγόμενο της άνω συσταθείσης κάθετης ιδιοκτησίας ενδιαφέρθηκε κι ο εναγόμενος συμφώνησε:

α)...β)...γ)...δ)....". Ενόψει τούτων και οι λόγοι αυτοί (10ος και 14ος - 7ο σκέλος - πρόσθετοι λόγοι) πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν.1577/1985 περί ΓΟΚ "απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου.... Δικαιοπραξίες που αντιβαίνουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι απολύτως άκυρες". Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεκάτου τέταρτου πρόσθετου λόγου της αναιρέσεως, εκτίθεται ότι ο τέταρτος όρος της Πράξεως Συστάσεως Κάθετης Ιδιοκτησίας, κατά τον οποίο ο περιβάλλων την οικοδομή (της κάθετης ιδιοκτησίας) χώρος θα είναι ελεύθερος και ότι η δημιουργία μόνιμων κατασκευών θα επιτρέπεται μόνο με έγγραφη συναίνεση του αντισυμβληθέντος στην πράξη αυτή ενάγοντος είναι άκυρος γιατί οδηγεί σε σύσταση δουλειών που είναι απαγορευμένες, κατά το άρθρο 25 του ΓΟΚ. Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από το ότι είναι απαράδεκτος γιατί ο αναιρεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος για την υποβολή του, είναι αλυσιτελής, αφού η επικαλούμενη διάταξη αναφέρεται στη σύσταση απαγορευμένων δουλειών, ενώ επί κάθετης ιδιοκτησίας η κάλυψη ορισμένης επιφάνειας του επικοίνου οικοπέδου έχει κατά το άρθρο 13 παρ.3 του Ν.3741/1929 τον χαρακτήρα νόμιμης δουλείας, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην εκτιθέμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως νομική σκέψη.

Επειδή οι νομικές έννοιες οικοδομή, διαμέρισμα υπόγειο κ.λπ., δεν έχουν καθορισθεί από το νομοθέτη του Ν.3741/1929, με συνέπεια να αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες και για να γίνουν ορισμένες θα χρησιμοποιηθεί η ειδική περί οροφοκτησίας νομοθεσία, ο σκοπός της και η πρακτική χρησιμότητα του ερμηνευτικού πορίσματος και επικουρικά θα ληφθούν υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και τυχόν υφιστάμενη σχετική νομοθεσία όπως π.χ.

οι διατάξεις του ΓΟΚ, κατά το άρθρο 2 εδ.17 του οποίου κτίριο μεταξύ άλλων είναι η κατασκευή που προορίζεται για την παραμονή ανθρώπων, όπως η κατοικία και για την τοποθέτηση πραγμάτων, όπως ο χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του 14ου προσθέτου λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι πρέπει να κατεδαφιστούν τα, καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης ανεγερθέντα στον περιβάλλοντα την κάθετη ιδιοκτησία του αναιρεσείοντα χώρο, κτίσματα παραβίασε την αόριστη νομική έννοια της οικοδομής, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα κατεδαφιστέα κτίσματα περιλαμβάνονται στην έννοια της οικοδομής.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, καθόσον η αόριστη παραβίαση κάποιας αόριστης νομικής έννοιας χωρίς τη σύνδεσή της με κάποιες νόμιμες συνέπειες δεν ιδρύει κάποιο αναιρετικό λόγο, ενώ η υπαγωγή των επίδικων κατεδαφιστέων κτισμάτων στην έννοια της οικοδομής δεν αίρει το παράνομο της ανεγέρσεώς τους.

Ενόψει των προεκτεθέντων και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει τόσο η αναίρεση, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.11.2013 αίτηση και τους από 2.10.2014 πρόσθετους λόγους του Θ. Δ. του Σ. κατά του Δ. Λ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 224/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ