145/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated145/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Εξάλλου και σε σχέση προς τα προαναφερθέντα, από τις διατάξεις των άρθ. 591 § 1β, 666 § 1, 115 § 3 και 256 § 1δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι (α) στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 664 επ.
Full text
Απόφαση 145 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 145/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Λ. ΥΙΟΙ Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ ΚΟΣΜΙΚΟΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Θ. χας Ν. Τ., κατοίκου ..., 4) Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 6) Χ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Γ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ο. συζ. Β. Γ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 3) Σ. Γ. του Β., κατοίκου ... και 4) Π. Γ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοντοσέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1385/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 633/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-3-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 22-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (A) Από τα άρθ. 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής, θεμελιώνεται δε στην βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλομένη απόφαση και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Επομένως, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. (Β) Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων (αίτηση δηλ.
που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης), με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή και κάθε ένδικο μέσο. Δεν αποτελούν "αιτήσεις", υπό την ως άνω έννοια, οι ενστάσεις, αντενστάσεις κ.λπ.
και γενικά τα "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου και οι λόγοι έφεσης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη (αριθ. 8 του ως άνω άρθρου) ιδρύεται λόγος αναίρεσης, εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων (ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων) θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, με την έννοια δε αυτή "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς.
Αν με την αιτίαση αυτή προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά στον δεύτερο βαθμό, εκτός εάν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ' άρθ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν δέχεται περιστατικά αντίθετα προς αυτόν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει ν' αναφέρονται, εκτός από τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκαν, και όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 14 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ.
εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Εξάλλου και σε σχέση προς τα προαναφερθέντα, από τις διατάξεις των άρθ. 591 § 1β, 666 § 1, 115 § 3 και 256 § 1δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι (α) στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 664 επ.
ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, για το παραδεκτό αυτών, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται δηλ.
σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005) (β) είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής κατά τα άρθ. 527 και 269 ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθ. 240 ΚΠολΔ για την (παραδεκτή) επαναφορά ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμών (και δη ενστάσεων) που προτάθηκαν (παραδεκτά, κατ' αναγκαία προϋπόθεση) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η επίκληση με τις ενώπιον του Εφετείου υποβαλλόμενες προτάσεις κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλομένη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλ' απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεων που τους περιέχουν.
Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση (που καθιστά μη παραδεκτή την επαναφορά των ισχυρισμών), όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγουμένης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις προς το Εφετείο, διότι με τον τρόπο αυτόν οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλ.
της δευτεροβάθμιας δίκης) κατέστησαν ενιαίες. (Γ) Από την διάταξη του άρθ. 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και (δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Αμέλεια, ειδικότερα, υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Τέλος, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς ή παθών στην περίπτωση που συντέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, στην περίπτωση δηλ. που υπάρχει συντρέχον πταίσμα αυτού κατά την έννοια του άρθ. 300 ΑΚ, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στη αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται, σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται επαγωγικά από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής γνώσης ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Με την ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσίβλητοι (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη) ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σ' αυτούς, κάθε ένας εις ολόκληρον, τ' αναφερόμενα εκεί ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον επελθόντα την 25-4-2009 θάνατο του συγγενούς τους Θ.
Γ. (υιού των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφού του τρίτου και εγγονού του τετάρτου) συνεπεία ατυχήματος επισυμβάντος, υπό τις αναφερόμενες εκεί συνθήκες, κατά την διάρκεια της εργασίας του ως πωλητή στο κατάστημα (ζαχαροπλαστείο) της 1ης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, από την οποία είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από υπαιτιότητα (αμέλεια), σύμφωνα με τα ειδικότερα στην αγωγή αυτήν εκτιθέμενα, των λοιπών εναγομένων, μελών του ΔΣ της 1ης αυτών, συνακόλουθα δε και της ίδιας (2) Η αγωγή αυτή έγινε ενεμέρει δεκτή και κατ' ουσίαν με την 1385/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, κατά της οποίας οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι άσκησαν την από 23-9-2011 (και με αριθ.
κατ. 6386/ 2011) έφεση με μοναδικό λόγο (αιτίαση) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε στην ένστασή τους περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων εναγόντων "αλλά την άφησε αδίκαστη, μη λαμβάνοντας εξ άλλου καθόλου υπόψη τα σχετικά με αυτή την ένσταση ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα".
Συγκεκριμένα, με την έφεσή τους κατά τον μοναδικό λόγο αυτής οι αναιρεσείοντες εξέθεσαν, κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι: (α) Με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό (σελ. 31-32 των προτάσεων της πρώτης και του δευτέρου εξ αυτών και σελ. 21-22 των πρώτης και των λοιπών) προέβαλαν και ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (άρθ. 300 ΑΚ) ερειδομένη τόσο σε μέθη του, όσο και στην είσοδό του στον ανελκυστήρα, αντί της αποστολής του καροτσιού ασυνόδευτου, και στην θέση που έλαβε εντός αυτού (β) Ειδικότερα, με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό (στις σελ. 27-32 η 1η και ο 2ος και στις σελ. 19-22 οι λοιποί) ανέφεραν ότι (i) ο θανών από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός εργαζόμενος, περιήγαγε εαυτόν, όλως επιπόλαια και απερίσκεπτα και σε χρόνο εκτός της εργασίας του, σε κατάσταση βαρειάς μέθης, έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, αφού το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του ανήλθε σε 1,8g/l (ii) η λόγω της μέθης του διατάραξη της συνείδησής του είχε ως αποτέλεσμα να μην επιδείξει την απαιτουμένη σύνεση και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε, εάν ήταν νηφάλιος, και έτσι εντελώς απερίσκεπτα προέβη με εσφαλμένο τρόπο στην μεταφορά του καροτσιού, μη προβλέποντας λόγω της μέθης του "το τραγικό αποτέλεσμα (θάνατο αυτού), που επήλθε αιτιωδώς εξαιτίας αυτής της αμελούς συμπεριφοράς του", ειδικότερα δε αφενός επέλεξε απερίσκεπτα να συνοδεύσει το καρότσι στον θάλαμο του ανελκυστήρα και αφετέρου, εφόσον επέλεξε να προβεί στην μεταφορά του καροτσιού με αυτόν τον τρόπο, μπορούσε λόγω της εμπειρίας του ν' αποφύγει τουλάχιστον τον εσφαλμένο τρόπο συνοδείας του καροτσιού, μπορούσε δηλ.
και όφειλε να τοποθετήσει πρώτα το καρότσι στον θάλαμο και μετά ν' ακολουθήσει ο ίδιος, και έτσι θα ήταν αδύνατη η επαφή του καροτσιού με το κατωκάσι (ή το φρεάτιο του ανελκυστήρα) και ο ίδιος θα μπορούσε, σε περίπτωση απρόβλεπτου κινδύνου, ν' ακινητοποιήσει τον ανελκυστήρα (είτε με το κομβίο "stop", είτε με το ειδικό κλειδί χειρισμού), αντί να εισέλθει πρώτος στον ανελκυστήρα με την πλάτη στον θάλαμο και στην συνέχεια να τοποθετήσει το καρότσι μπροστά από το σώμα του, όπως εσφαλμένα έπραξε, γεγονός που καθιστούσε εξαρχής αδύνατη την ακινητοποίηση του ανελκυστήρα και την ειδοποίηση των συναδέλφων του (iii) ο παθών από έλλειψη, λόγω της μέθης του, της επιβαλλομένης προσοχής, δεν προέβλεψε τον κίνδυνο που θα μπορούσε να προκύψει από την απερίσκεπτη αυτή επιλογή του, με αποτέλεσμα η αμέλειά του αυτή να συντελέσει καθοριστικά στο επελθόν αποτέλεσμα κατά ποσοστό 99% (3) Με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου κατά την εκδίκαση της ως άνω έφεσής τους, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι επανέφεραν τους ίδιους ακριβώς ως άνω ισχυρισμούς, που αποτελούσαν, όπως προαναφέρθηκε, και τον μοναδικό λόγο της έφεσής τους, τόσο με ενσωμάτωση σ' αυτές (προτάσεις στο Εφετείο) των πρωτοδίκων προτάσεών τους, καλυπτομένων, όμως, με τις υπογραφές των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων (τότε εκκαλούντων) στις προτάσεις αυτές προς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όσο και με αυτοτελές μέρος των προτάσεών τους προς το Εφετείο, με τις ίδιες πάλι αναφορές και παραπομπές στα ως άνω μέρη των πρωτοδίκων προτάσεών τους (4) Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό ύστερ' από την άσκηση της ως άνω έφεσης των αναιρεσειόντων εναγομένων (και την αντέφεση που άσκησαν με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες), με την αναιρεσιαβαλλομένη 633/2013 απόφασή του, αφού (α) ανέφερε, κατά την έκθεση της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά την περί συνυπαιτιότητας ως άνω ένσταση των εναγομένων αναιρεσειόντων και ότι αυτοί με την έφεσή τους πλήττουν το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που αναφέρεται στην υπαιτιότητά τους και (β) έκρινε ότι η επαναφορά των πρωτοδίκων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων μόνο με την συμπερίληψή τους αυτουσίων, όπως υπέλαβε, στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους δεν είναι σύμφωνη με το άρθ. 240 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου οι περιεχόμενοι στις πρωτόδικες προτάσεις ισχυρισμοί τους δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, στην συνέχεια δέχθηκε, όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι η 1η εναγομένη εταιρεία, της οποίας κατά τον κρίσιμο χρόνο ο 2ος ήταν Πρόεδρος του ΔΣ αυτής, η 3η αντιπρόεδρος, ο 4ος διευθύνων σύμβουλος και οι 5ος και 6ος μέλη αυτού, ασχολουμένη με την παραγωγή και εμπορία ειδών ζαχαροπλαστικής, διατηρώντας τρία ζαχαροπλαστεία, εκ των οποίων το ένα στο ... (...), την 29-9-2004 προσέλαβε τον Θ.
Γ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τον απασχολούσε από τότε ως πωλητή στο ευρισκόμενο στο ... κατάστημά της, ότι το κτίριο που στεγάζεται το κατάστημα αυτό αποτελείται από ισόγειο, ημιώροφο και πρώτο όροφο και σ' αυτό έχει εγκατασταθεί ηλεκτροκίνητος υδραυλικός ανελκυστήρας ατόμων και όχι φορτίων, μολονότι δε ο ανελκυστήρας αυτός θα έπρεπε να χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την μεταφορά προσώπων, δηλ.
για τον σκοπό που είχε εγκριθεί και προοριζόταν, οι εναγόμενοι είχαν υποδείξει στους εργαζομένους να τον χρησιμοποιούν για την μεταφορά φορτίων από όροφο σε όροφο και για τον σκοπό αυτό τους είχαν χορηγήσει ένα καρότσι, διαστάσεων 66?81,5cm και ύψους 157cm, επάνω στο οποίο τοποθετούνταν τα μεταφερόμενα πράγματα, ενώ προκειμένου να μην μετακινούνται τα ταψιά που μεταφέρονταν με το καρότσι κατά την κίνηση αυτού, στο εσωτερικό του θαλάμου του ανελκυστήρα, που είχε μήκος 88,5cm και βάθος 128,5cm, στην πλευρά απέναντι από την είσοδο είχε τοποθετηθεί μεταλλική κουπαστή στερεωμένη στο τοίχωμα του θαλάμου, εκτεινομένη προς το εσωτερικό αυτού σε απόσταση 8cm, ότι ο θάλαμος ήταν εφοδιασμένος με εσωτερικές θύρες με ειδικό μηχανισμό, έτσι ώστε ο θάλαμος να μην μπορεί να κινηθεί, εφόσον αυτές δεν ήταν κλειστές και να σταματά σε περίπτωση που οι θύρες άνοιγαν, ότι πριν από την 25-4-2009 και για μη διακριβωθείσα αιτία τα φύλλα της εσωτερικής θύρας αφαιρέθηκαν, ο μηχανισμός, όμως, της θύρας αυτής ήταν κανονικά τοποθετημένος και με τις ηλεκτρικές διατάξεις αναγνώρισης της κλειστής θύρας (επαφές θύρας θαλάμου) να λειτουργούν χωρίς να διακόπτεται το κύκλωμα ασφαλείας, παρά την έλλειψη των φύλλων της και έτσι ο ανελκυστήρας, εφόσον δεν υπήρχε επιπλέον κάποια άλλη ηλεκτρική διάταξη διακοπής, είχε την δυνατότητα να κινηθεί χωρίς την ύπαρξη των θυρών του θαλάμου, ότι οι εναγόμενοι, αν και γνώριζαν ότι είχαν αφαιρεθεί οι εσωτερικές θύρες του θαλάμου και ότι ο ανελκυστήρας, έτσι όπως λειτουργούσε, δεν παρείχε ασφάλεια, δεν προέβησαν στην άμεση επισκευή του και στην απαγόρευση της χρήσης του μέχρι να επισκευασθεί, αλλ' αντίθετα εξακολούθησαν να επιτρέπουν στους υπαλλήλους τους να τον χρησιμοποιούν για να μεταφέρουν με καρότσι γλυκίσματα είτε από τον πρώτο όροφο, που ήταν οι θάλαμοι συντήρησης, προς το ισόγειο, που βρισκόταν το παρασκευαστήριο και ο χώρος πώλησης, είτε αντιστρόφως, ότι την 25-4-2009 ο Θ.
Γ. (τέκνο των 1ου και 2ης των εναγόντων, αδελφός του 3ου και εγγονός του 4ου), καθώς εργαζόταν στο ως άνω κατάστημα, έχοντας μέσα στα καθήκοντά του τόσο την πώληση γλυκών, που γινόταν στο ισόγειο, όσο και την μεταφορά με καρότσι γλυκών μεταξύ των ορόφων, έλαβε περί την 20.00' εντολή από τον προϊστάμενό του Θ. Δ.
να ανέβει στον πρώτο όροφο και να κατεβάσει ένα καρότσι με γλυκά βάρους περί τα 130 kgr για να εφοδιασθεί το πωλητήριο, ότι, όταν ο Θ. Δ. διαπίστωσε ότι ο Θ. Γ. καθυστερούσε και αφού δεν έλαβε απάντηση στις κλήσεις του και είδε, ανεβαίνοντας στον πρώτο όροφο, ότι η ασφάλεια του ανελκυστήρα ήταν σε θέση λειτουργίας, άνοιξε την εξωτερική θύρα του ανελκυστήρα στον πρώτο όροφο και αντίκρισε μέσα στον θάλαμο, που βρισκόταν περί τα 30 cm κάτω από το επίπεδο του πρώτου ορόφου, το καρότσι, που είχε "φρακάρει" στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, να έχει σφηνωθεί στον θώρακα του Θ.
Γ., ο οποίος είχε εγκλωβισθεί στον τοίχο του ανελκυστήρα και είχε πεθάνει "συνεπεία συμπιεστικού τύπου κακώσεως του θώρακος", ότι τούτο συνέβη επειδή το καρότσι κατά την εκκίνηση του ανελκυστήρα σφηνώθηκε από την μία πλευρά του στον τοίχο του φρεατίου του ανελκυστήρα, στην πλευρά κάτω από την εξωτερική θύρα, με αποτέλεσμα να έλθει σε επικλινή πλάγια θέση προς την πλευρά του θαλάμου που ήταν απέναντι από την θύρα του ανελκυστήρα και να εγκλωβίσει έτσι με δύναμη τον Θ.
Γ., ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγομένων, με τον οποίο επιχειρούν να θεμελιώσουν υπαιτιότητα ή συντρέχον πταίσμα του θανόντος, περί υπάρξεως μέτρων ασφαλείας που δεν τήρησε ο παθών, ισχυρισθέντες ειδικότερα ότι το πιο πάνω ατύχημα συνέβη εξαιτίας της μη τήρησης από τον θανόντα της υποδειχθείσας από τον τεχνικό ασφαλείας στους εκεί εργαζομένους διαδικασίας που αφορούσε στον τρόπο μεταφοράς των γλυκών με το καρότσι από όροφο σε όροφο με την χρήση του ανελκυστήρα, σύμφωνα με την οποία (διαδικασία) στον θάλαμο του ανελκυστήρα έπρεπε να μπαίνει μόνο το καρότσι και ο υπάλληλος όφειλε να χρησιμοποιεί την σκάλα για ν' αλλάξει όροφο και να καλεί τον ανελκυστήρα, είτε με το εσωτερικό κομβίο, είτε με το κομβίο που βρίσκεται στον τοίχο του ορόφου εξόδου του καροτσιού, ενώ απεδείχθη ότι οι εναγόμενοι επέτρεπαν στους υπαλλήλους να εισέρχονται και αυτοί στον θάλαμο του ανελκυστήρα μαζί με το φορτωμένο καρότσι και μάλιστα χωρίς να τους υποδείξουν, εάν, για λόγους ασφαλείας, έπρεπε να μπαίνει στον θάλαμο πρώτα το καρότσι και μετά ο εργαζόμενος, ότι κατά την τοξικολογική εξέταση που έγινε στο αίμα του θανόντος βρέθηκε αιθανόλη σε ποσοστό 1,8gr/l, η ποσότητα, όμως, αυτή του οινοπνεύματος δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε την εργασιακή συμπεριφορά του, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, ότι αντίθετα ουδεμία συνυπαιτιότητα βαρύνει τον θανόντα, ο οποίος δεν ενήργησε αυτόβουλα, αλλά κατ' εντολή του προϊσταμένου του και ο ίδιος δεν ήταν υπεύθυνος για την έλλειψη των μέτρων ασφαλείας, ούτε μπορούσε ν' αρνηθεί να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα για να μεταφέρει το φορτωμένο με γλυκά καρότσι, αν και γνώριζε ότι είχαν αφαιρεθεί τα εσωτερικά φύλλα της θύρας του, το γεγονός δε ότι εισήλθε πρώτος αυτός στον θάλαμο του ανελκυστήρα και στην συνέχεια τράβηξε μέσα το καρότσι δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, ούτε συνιστά πρόσφορη αιτία για την πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο δεν θα συνέβαινε, εάν δεν είχαν αφαιρεθεί τα εσωτερικά φύλλα της θύρας του ανελκυστήρα.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά τον μοναδικό ως άνω λόγο της περί συνυπαιτιότητας του θανόντος. Με την κρινόμενη αίτησή τους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη τις εξής αναιρετικές πλημμέλειες: (Α) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1, 9 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπέλαβε ότι (α) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά την περί συνυπαιτιότητας του θανόντος ένστασή τους, ενώ αληθές είναι ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε την ένσταση αυτή, αλλά την άφησε αδίκαστη, ώστε δεν δικαιολογείται η παραδοχή του Εφετείου περί "σιωπηρής" απόρριψης της ένστασης αυτής και πάντως ουδεμία αιτιολογία συνοδεύει την κρίση του αυτή (β) ο λόγος της έφεσής τους πλήττει το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που αναφέρεται στην υπαιτιότητά τους, ενώ αυτός αναφέρεται στην συνυπαιτιότητα του παθόντος και δη κυρίως λόγω της (αποδεδειγμένης) μέθης του, ως εκ τούτου δε η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα, συνεχίζουν οι αναιρεσείοντες, λόγω έλλειψης αιτιολογίας αυτής, ως άνω, καθώς και διότι το Εφετείο άφησε αίτησή τους αδίκαστη και παραβίασεν ευθέως το άρθ. 300 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως προς όλα τα σκέλη του και ειδικότερα (α) κατά την αιτίαση από τον αριθ. 9 του ως άνω άρθρου ότι άφησε αδίκαστη αίτηση των αναιρεσειόντων, δηλ. την έφεσή τους κατά τον μοναδικό λόγο της περί συνυπαιτιότητας του θανόντος λόγω μέθης του, ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε (δίκασε) την έφεσή τους κατά τον μοναδικό ως άνω λόγο της (β) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου για ευθεία παραβίαση του άρθ. 300 ΑΚ, προεχόντως λόγω πλήρους αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται τα νομικά σφάλματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 118 αριθ. 4, 566 § 1, 577 § 3 ΚΠολΔ - ΟλΑΠ 20/2005), (γ) ως προς το αποδιδόμενο σφάλμα από τον αριθ. 19 του αυτού άρθ. 559 ΚΠολΔ για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, κρίση του Εφετείου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά την υποβληθείσα απ' αυτούς ένσταση συνυπαιτιότητας, ως απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτήν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια ειδικότερα της ελλιπούς ή ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη πραγματικών γεγονότων, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ η αναφορά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί σιωπηρής απόρριψης από το πρωτοδικείο της ως άνω ένστασης των αναιρεσειόντων αφορά την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης και κατά συνέπεια δεν μπορεί να τεθεί θέμα έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το προαναφερθέν ζήτημα, αλλά ούτε και στην περίπτωση άφεσης αίτησης αδίκαστης, που πάντως δεν συντρέχει εδώ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση (δεν αφέθηκε αδίκαστη αλλά) δικάσθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά τον μοναδικό λόγο αυτής που αφορούσε ακριβώς την ένσταση αυτή.
(Β) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα θεώρησε ότι η επαναφορά των πρωτοδίκων προτάσεων των αναιρεσειόντων περιορίσθηκε στην συρραφή (ενσωμάτωση) αυτών αυτουσίων στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους και επομένως δεν ήταν παραδεκτή και νόμιμη και ότι ως εκ τούτου οι περιεχόμενοι σ' αυτές (πρωτόδικες προτάσεις τους) ισχυρισμοί δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ενώ η επισύναψη αυτή έγινε εκ περισσού και επιπλέον της προσήκουσας επαναφοράς των πρωτοδίκων προτάσεών τους με αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη (σελίδες) των επαναφερομένων προτάσεων, ενώ εξάλλου και σε αυτοτελές τμήμα των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου επανέφεραν τις προτάσεις του πρώτου βαθμού προσηκόντως σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς τους (ένσταση) περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος με παραπομπή στις αντίστοιχες σελίδες αυτών.
Ως προς τον λόγο αυτόν πρέπει να επισημανθούν τα εξής: (α) Είναι αληθές (όπως προκύπτει, κατά τα προαναφερθέντα, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής και δη των ενώπιον αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας προτάσεων των αναιρεσειόντων) ότι πέραν της αυτούσιας ενσωμάτωσης στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των αναιρεσειόντων των τμημάτων των προτάσεών τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αφορούσαν την ένστασή τους περί συνυπαιτιότητας του παθόντος, που καλύπτονται από τις υπογραφές των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων στις προτάσεις τους προς το Εφετείο, παραπομπή στις προτάσεις αυτές και στο αντίστοιχο για την ένσταση τμήμα τους έγινε και σε αυτοτελές τμήμα των προς το Εφετείο προτάσεών τους με αναφορά στις σελίδες των προτάσεων εκείνων (β) Όμως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι οι κατ' αυτόν τον τρόπο επαναφερθέντες στο Εφετείο ισχυρισμοί τους, δηλ.
η ένστασή τους περί συνυπαιτιότητας του παθόντος στο επελθόν ατύχημα, είχαν προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δη και προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, πέραν της ανάπτυξής τους με τις κατ' αυτήν κατατεθείσες προτάσεις τους, οι ίδιοι ακριβώς ισχυρισμοί (ένσταση) που επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με τους προαναφερθέντες τρόπους, αποτέλεσαν τον μοναδικό λόγο της έφεσής τους, η οποία ερευνήθηκε και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, λήφθηκαν, άρα, υπόψη στην πραγματικότητα από το Εφετείο.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί κατ' αμφότερα τα σκέλη του λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος.
(Γ) Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του ως άνω άρθρου και σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια των πράξεων και παραλείψεων του παθόντος στην επέλευση του θανάτου του με δική του συνυπαιτιότητα ότι, δεχθέν το Εφετείο ότι "αποδείχθηκε ότι κατά την τοξικολογική εξέταση που έγινε στο αίμα του θανόντος βρέθηκε αιθανόλη σε ποσοστό 1,8gr/l, η ποσότητα, όμως, αυτή δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε την εργασιακή του συμπεριφορά" και ότι "το γεγονός ότι εισήλθε πρώτος αυτός στο θάλαμο του ανελκυστήρα και στη συνέχεια τράβηξε μέσα το καρότσι δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια ούτε συνιστά πρόσφορη αιτία στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο...
δεν θα συνέβαινε, εάν δεν είχαν αφαιρεθεί τα εσωτερικά φύλλα της θύρας του ανελκυστήρα", παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την διάταξη του άρθ. 300 ΑΚ καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός, καθόσον μέρος του πλήττεται με αυτόν η μη υποκειμένη, όπως προαναφέρθηκε, σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου ως προς την ύπαρξη στην συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδιδομένης ως άνω ζημιογόνου συμπεριφοράς του θανόντος, κατ' αμφότερα τα σκέλη της, και του επελθόντος αποτελέσματος (θανάτου αυτού), καθώς η χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά τα λοιπά δε ως αβάσιμος, αφού η προπεριγραφείσα μεταφορά του εμπορεύματος (φορτίου) από τον θανόντα (διά του ανελκυστήρα με την συνοδεία αυτού κατά τον προαναφερθέντα τρόπο) δεν αποτελεί πρόσφορη αιτία, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, επέλευσης αυτού.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2013 αίτηση των ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Λ. ΥΙΟΙ Τ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" ("ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ ΚΟΣΜΙΚΟΝ") κ.λπ. για αναίρεση της 633/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ