145/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 145 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 145/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνστ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 145 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 145/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γεωργακόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Α.-Σ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτόπαππα, ο οποίος ανακάλεσε την από 15-11-2011 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του αδελφού του - Κ.-Α. Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3506/2006 μη οριστική, 11/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3130/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2010 αίτησή του και με τους από 14-10-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 2-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από το άρθρο 569 §2 ΚΠολΔ. Προκύπτει, ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το από 14-10-2011 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14-10-2011, ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της16-11-2011, πλην όμως δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης. Επομένως, οι ένδικοι πρόσθετου λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
2.- Επειδή, κατ' άρθρο 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1719 αριθ. 3 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας, ήτοι α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο, από αίτιο νοσηρό ή μη, δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πράξης που επιχειρεί και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, η οποία υφίσταται όταν ο διαθέτης βρίσκεται σε διαταραχή (ψυχική ή διανοητική) που περιορίζει αποφασιστικά και δεν του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς, τον καθιστά δε αδύναμο να αντισταθεί σε υποβολή προερχόμενη από άλλον. Κατάσταση, που είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, είναι και η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης. Η απλή νοητική μείωση, που συνοδεύει συχνά τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και η απόδειξη της δεν δικαιολογεί από μόνη της ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει το συγκεκριμένο λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 7-9-2004 απεβίωσε στην Αθήνα, στο Θεραπευτήριο Κυψέλης, σε ηλικία 84 ετών ο Α. Β., συνταξιούχος δικηγόρος, ο οποίος διέμενε στην Αθήνα (...). Ο θάνατός του, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του, προήλθε από καρδιακή ανακοπή, σηψαιμία και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Ο αποβιώσας ήταν άγαμος και δεν είχε αποκτήσει κατιόντες, μοναδικοί δε πλησιέστεροι εξ αίματος συγγενείς του ήσαν τα αδέλφια του Φ. Β. και Ε. Β., οι οποίοι όμως προαπεβίωσαν αυτού. Συγκεκριμένα η Φ. Β. απεβίωσε χήρα, χωρίς να αφήσει τέκνα, στις 21-1-2004, ενώ ο Ε. Β., τέκνα του οποίου είναι οι ενάγοντες, απεβίωσε το έτος 1991. Ο παραπάνω θανών, Α. Β. κατέλειπε την από 1-5-2001 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 421/2005 απόφαση, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο του σε όλη την περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 3.500.000 ευρώ, τον εναγόμενο, του οποίου ήταν ανάδοχος. Συγκεκριμένα η εν λόγω διαθήκη έχει, επί λέξει, το εξής περιεχόμενο: "Η διαθήκη μου. Σήμερα 1 Μαΐου 2001 στην Καλλιθέα θέλοντας να κανονίσω την περιουσία μου μετά τον θάνατον μου ορίζω όλη μου την περιουσία κινητή και ακίνητη να περιέλθει στο βαφτιστήρι μου Α. Ζ.. Στα ανίψια μου Γ. B. και Κ. Β. δεν αφήνω τίποτα, διότι ποτέ δεν μου προσέφεραν την παραμικρή βοήθεια και δεν ενδιαφέρθηκαν για την υγεία μου. Καλλιθέα 1 Μαΐου 2001 ο Διαθέτης - Υπογραφή". Κατά της εγκυρότητας της διαθήκης αυτής βάλλουν οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή ως έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι εφόσον αυτή ακυρωθεί, θα καταστούν αυτοί μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμους επί όλης της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος θείου τους. Ειδικότερα, επικαλούνται ότι η διαθήκη αυτή είναι άκυρη για το λόγο ότι είναι πλαστή κατά το περιεχόμενο της, καθόσον αυτή δεν αποτελεί δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, αφού το μεν κείμενό της δεν γράφηκε δια χειρός του διαθέτη αλλά από τον εναγόμενο, το οποίο κατονομάζουν πλαστογράφο, ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο υφάρπασε την υπογραφή του και επικουρικά για το λόγο ότι ο διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο που τη συνέταξε έπασχε από χρόνια εγκεφαλική ατροφία και γεροντική άνοια, η δε κατάσταση του αυτή, διατείνονται περαιτέρω οι ενάγοντες, σε συνδυασμό με την προχωρημένη ηλικία του τον καθιστούσε άτομο που δεν είχε συνείδηση των πράξεων του και δυνατότητα ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς. Περαιτέρω, αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι ο διαθέτης επί πολλά έτη συνοικούσε με την ως άνω αδελφή του Φ. Β., η οποία είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, σε ιδιόκτητο διαμέρισμά του στην Καλλιθέα Αττικής (οδός ...). Από το έτος 1968 είχε προσλάβει για την εξυπηρέτηση του ίδιου και της αδελφής του, ως εσωτερική οικιακή βοηθό, τη μητέρα του εναγομένου Δ. Κ., η οποία ήταν τότε μόλις 15 ετών. Το έτος 1981 η Δ. Κ. συνήψε γάμο με τον Α. Ζ., συνέχισε όμως να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες στους ανωτέρω, διαμένουσα σε διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Από το γάμο της με τον Α. Ζ., ο οποίος όμως απεβίωσε το 1984, απέκτησε ένα τέκνο, τον εναγόμενο, που γεννήθηκε το έτος 1983, τον οποίο ο διαθέτης βάπτισε δίδοντας του εκτός από το όνομα Σ. και το όνομα Α. δηλαδή το δικό του όνομα. Οι σχέσεις του διαθέτη αλλά και της αδελφής του με τη μητέρα του εναγομένου και τον ίδιο με την πάροδο των ετών έγιναν ιδιαίτερα στενές, οικογενειακές θα μπορούσε να λεχθεί, καθόσον η Δ. Κ. στην οικία του περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας προσφέροντας τις υπηρεσίες της, ο δε θανών την ίδια και το τέκνο της δηλαδή τον εναγόμενο θεωρούσε ως οικογένειά του, με τους οποίους πάντοτε περνούσε τις θερινές του διακοπές στο Ωρωπό. Σημειωτέον ότι μετά το θάνατο του πατέρα του εναγομένου ο διαθέτης εκφράζοντας έμπρακτα τα αισθήματα στοργής και αγάπης που έτρεφε προς αυτόν αλλά και ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα του ανέλαβε όλες τις δαπάνες εκπαίδευσης, ανατροφής και ψυχαγωγίας του. Ακόμη το έτος 1985 δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, .../1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Ροκανά μεταβίβασε στην Δ. Κ. ένα διαμέρισμα 66,90 τμ. ευρισκόμενο στον τρίτο υπέρ το ισόγειο όροφο της κειμένης επί της Λεωφόρου Ελευθερίου Βενιζέλου ... πολυκατοικίας, το έτος 1993 δυνάμει του από 20-12-1993 μισθωτηρίου εκμίσθωσε στην ίδια προς εκμετάλλευση τον επί της άνω Λεωφόρου κινηματογράφο "ΕΤΟΥΑΛ", το έτος 1997 δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, .../1997 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μαρίας Ντουκάκη αγόρασε από κοινού με τη Δ. Κ. ένα διαμέρισμα στην Κηφισιά Αττικής, αντικειμενικής αξίας 56.000.000 δραχμών, κατά την επικαρπία ο πρώτος και κατά την ψιλή κυριότητα η δεύτερη, ενώ το έτος 2000 ο εναγόμενος αγόρασε ένα σκάφος αναψυχής αντί τιμήματος 28.000.000 δραχμών, τα χρήματα για την αγορά του οποίου του δώρισε ο διαθέτης. Ενδεικτικό των σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ της Δ. Κ. και του διαθέτη αλλά και της αδελφής του, η οποία είχε επίσης στην ιδιοκτησία της ακίνητα μεγάλης αξίας, είναι το γεγονός ότι η τελευταία με την από 10-9-1982 μυστική διαθήκη της που είχε καταθέσει στις 15-3-1983 στο συμβολαιογράφο Αθηνών Κων/νο Ροκανά, αφού εγκατέστησε κληρονόμο της τον πρώτο από τους ενάγοντες ανιψιό της σε ένα διαμέρισμα, τον αδελφό της Ε. Β. σε δύο διαμερίσματα και σε όλη την υπόλοιπη περιουσία της τον αδελφό της Α. Β., διαθέτη, όρισε κατά λέξη τα εξής "Παρακαλώ τον αδελφό μου Α. Β., να δώσει στην Δ. Κ. ότι νομίζει". Πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις του διαθέτη με το δεύτερο των εναγόντων ήσαν σχεδόν ανύπαρκτες, ενώ με τον πρώτο των εναγόντων διατηρούσε κάποια επαφή καθόσον τον συμβουλευόταν για θέματα υγείας, επειδή ήταν ιατρός. Όμως από την αντιπαραβολή του κειμένου της άνω ιδιόγραφης διαθήκης καθώς και της τεθείσας στο τέλος αυτής υπογραφής με ιδιόχειρα σημειώματα του διαθέτη αλλά και τις υπογραφές του σε συμβολαιογραφικά και μη έγγραφα (έξι έγγραφα προσκόμισαν οι ενάγοντες και εβδομήντα δύο ο εναγόμενος στη διορισθείσα δικαστική πραγματογνώμονα-γραφολόγο, τη γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβήτησαν οι διάδικοι, με εξαίρεση το με ημερομηνία 25-1-02 φερόμενο ως ιδιόχειρο σημείωμα του διαθέτη), το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι η προσβαλλόμενη διαθήκη έχει καθ' ολοκληρία γραφεί και έχει υπογραφεί από το διαθέτη και ως εκ τούτου είναι γνήσια. Πιο συγκεκριμένα μεταξύ όλων των δειγμάτων γραφής του διαθέτη, η οποία σημειωτέον χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό εξατομίκευση αυθορμητισμό και δεξιότητα, παρατηρείται ομοιογένεια και σταθερότητα όσον αφορά στα γραφολογικά τους χαρακτηριστικά παρά το γεγονός ότι αφορούν σε ένα χρονικό διάστημα 40 ετών. Ειδικότερα, η γραφή στην υπό κρίση διαθήκη παρουσιάζει πολύ σημαντικές ομοιότητες με τη γνήσια γραφή του διαθέτη, που διαλαμβάνεται στα αναμφισβήτητης γνησιότητας ως άνω έγγραφα του (συμβολαιογραφικά και μη), όσον αφορά στο μέγεθος των γραμμάτων, στις αυξομειώσεις μεγέθους και στη σχέση μεγέθους μεταξύ των γραμμάτων, ενώ οι τόνοι και τα σημεία στίξης είναι όμοια σε μορφή, τοποθέτηση και σε συχνότητα τοποθέτησης Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή η επίμαχη διαθήκη είναι γνήσια καταλήγει και η διορισθείσα με την 3506/2006 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δικαστική γραφολόγος Ι. Τ. στη σχετική έκθεσή της, αφού προέβη σε αντιπαραβολική σύγκριση της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη στην προσβαλλόμενη διαθήκη (το πρωτότυπο της οποίας εξέτασε) με τη γνήσια γραφή και υπογραφή αυτού στα δείγματα γραφής και υπογραφής του στα διάφορα έγγραφα τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, της διατέθηκαν από τους διαδίκους. Ειδικότερα η εν λόγω πραγματογνώμονας έκρινε ότι το συγκριτικό υλικό που της παραδόθηκε είναι γνήσιο, επαρκές και κατάλληλο για την αιτούμενη γραφολογική έρευνα, κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη διαθήκη έχει χαραχθεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από το διαθέτη Α. Β., αφού διαπίστωσε ότι οι ομοιότητες, μεταξύ αυτής και του δειγματικού υλικού είναι σημαντικές και ουσιώδεις και αφορούν στα ιδιαίτερα γραφικά χαρακτηριστικά, την αλληλουχία των κινήσεων, τους χαρακτήρες δομής και τη σχέση μεταξύ των επιμέρους γραφικών στοιχείων, ενώ απέδωσε τα στοιχεία γραφικής δυσχέρειας που παρατήρησε στο κείμενο της διαθήκης, ότι οφείλονται και είναι συμβατά με την προχωρημένη ηλικία του και την κατάσταση της υγείας του. Εξάλλου, σύμφωνα με την εν λόγω πραγματογνώμονα η γραφή του διαθέτη είναι ιδιαίτερα εξατομικευμένη, με υψηλό γραφικό επίπεδο λόγω του μορφωτικού του επιπέδου, γεγονός που καθιστά πολύ δύσκολο εγχείρημα την προσπάθεια απομίμησης. Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη διαθήκη είναι γνήσια, κατέληξε και η διορισθείσα κατά τη διερεύνηση του ποινικού μέρους της υπόθεσης από τον ανακριτή στα πλαίσια της τακτικής ανάκρισης δικαστική πραγματογνώμονας Χ. Κ.- Π.. Με τα συμπεράσματα των ως άνω πραγματογνωμόνων συμπορεύεται η τεχνική σύμβουλος του εναγομένου δικαστική γραφολόγος Μ.-Μ. Κ. στην από 29-10-2006 σχετική έκθεσή της καθώς και η δικαστική γραφολόγος Μ. Κ.. Πρέπει να αναφερθεί ότι οι ανωτέρω πραγματογνώμονες με βεβαιότητα καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι και το από 25-1-2002 χειρόγραφο σημείωμα, του οποίου ως συντάκτης φέρεται ο διαθέτης και του οποίου η γνησιότητα αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες, όταν προσκομίστηκε από τον εναγόμενο ως συγκριτικό έγγραφο, είναι γνήσιο δείγμα αυτού. Το αντίθετο συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγουν οι δικαστικοί γραφολόγοι Δ. Θ. και Ι. Δ., στη σχετική έκθεσή τους, οι οποίοι διορίστηκαν τεχνικοί σύμβουλοι από τους ενάγοντες δεν κρίνεται πειστικό από το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει τούτο σε αντίθετη από την ως άνω κρίση, ότι δηλαδή η επίμαχη διαθήκη δεν είναι γνήσια. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται, ότι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι ο θανών με επιμέλεια της Δ. Κ. στις 29-1-2000, 15 δηλαδή μήνες πριν από τη σύνταξη της προσβαλλόμενης διαθήκης, είχε εισαχθεί στο Ιατρικό Αθηνών (Κλινική Παλαιού Φαλήρου) με αιτία εισόδου "αναφερόμενη πτώση επί του εδάφους. Συγχυτική κατάσταση". Εξήλθε μετά από νοσηλεία δύο ημερών στις 31-1-2000 με διάγνωση "Υπογλυκαιμία Συγχυτικό διεγερτική κατάσταση Ανοϊκή Συνδρομή", του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και συστάθηκε να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου. Ως ιστορικό του ασθενούς αναφέρεται σακχαρώδης διαβήτης και διαταραχή ανώτερων πνευματικών λειτουργιών, ιδίως μνήμης, ενώ από την κλινική (νευρολογική) εξέταση διαπιστώθηκε, διαταραχή προσανατολισμού (ιδίως χρονικού) - μνήμης, χωρίς σαφή εστιακή νευρολογική σημειολογία και χωρίς δυσκαμψία. Στις 30-1-2000 υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, κατά την οποία παρατηρήθηκαν μεταξύ άλλων "ήπιου βαθμού διάταση του κοιλιακού συστήματος χωρίς στοιχεία υδροκεφάλου, ενώ δεν απεικονίζονταν εστιακού τύπου αλλοιώσεις στα εγκεφαλικά ημισφαίρια το στέλεχος και την παρεγκεφαλίδα". Επίσης στις 25-3-2001 υποβλήθηκε στην ίδια ως άνω Κλινική σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, σύμφωνα με τα ευρήματα της οποίας "δεν παρατηρείται ένδο ή έξω εγκεφαλική αιμορραγία -Υπαραχνοειδής χώρος ελεύθερος - χωρίς υπόπυκνη εστία ενδεικτικής ισχαιμικής βλάβης". Μετά την πιο πάνω νοσηλεία του διαθέτη (29-1-2000--31-1-2000) μέχρι τη σύνταξη της προσβαλλόμενης διαθήκης (1-5-2001) δεν υπήρξε για οποιοδήποτε λόγο άλλη νοσηλεία του σε δημόσιο ή ιδιωτικό Θεραπευτήριο. Στις 25-3-2002 εισήλθε στο ίδιο πιο πάνω Νοσοκομείο με αιτία εισόδου "δυσαρθρία από 24ώρου, βυθιότητα, υπνηλία, διαταραχές μνήμης και επικοινωνίας". Ως ιστορικό αναφέρεται πρόσφατη ανοϊκή συνδρομή και διαταραχές συμπεριφοράς, ενώ σύμφωνα με το συμπέρασμα της αξονικής τομογραφίας στην οποία υποβλήθηκε στις 1-4-2002 παρουσιάζει εικόνα εγκεφαλική ατροφία. Στις 19-9-2003 νοσηλεύθηκε και πάλι στο ίδιο Θεραπευτήριο μέχρι 4-10-2003 και από την κλινική (νευρολογική) εξέταση διαπιστώθηκε βυθιότητα, απώλεια προσανατολισμού σε χώρο και χρόνο, χωρίς σαφή εστιακή νευρολογική σημειολογία. Εξάλλου, ο διαθέτης κατόπιν παραγγελίας Εισαγγελέα εξετάστηκε εκτάκτως στις 5-6-2002 στα εξωτερικά ιατρεία του Αιγινήτειου Νοσοκομείου από τον αναπληρωτή Καθηγητή Γ. Τ., ο οποίος από την κλινική ψυχιατρική εξέταση διαπίστωσε ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις οργανικού ψυχοσύνδρομου με σημαντική έκπτωση των νοητικών λειτουργιών και αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης. Έκτοτε και μέχρι τον επισυμβάντα στις 7-9-2004 θάνατό του ο Α. Β. νοσηλεύτηκε από 8-11-2003 έως 23-11-2003 και 27-3-2004 έως 9-4-2004 στο Ιατρικό Κέντρο, Παλαιού Φαλήρου, ενώ υπήρξε και νοσηλεία του στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιώς με διάγνωση οργανικό ψυχοσύνδρομο. Αποδεικνύεται ακόμη ότι μετά τη δεύτερη κατά σειρά χρονικά ως άνω νοσηλεία του διαθέτη ο πρώτος από τους ενάγοντες άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 10-5-2002 αίτηση, προκειμένου ο αποβιώσας θείος του να τεθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και να διοριστεί ο ίδιος ως δικαστικός συμπαραστάτης του. Για την αίτηση αυτή που συνεκδικάστηκε με σχετική αίτηση του ίδιου του συμπαραστατέου εκδόθηκε η 2237/2003 απόφαση του άνω δικαστηρίου, το οποίο αφού ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και διόρισε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια τη Δ. Κ., διέταξε την προσωρινή επικοινωνία του συμπαραστατέου με Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η 1117/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που ανέβαλε και πάλι την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τους ψυχιάτρους Ι. Ν., και Γ. Α.. Ακολούθως, μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας κατά τα ως άνω πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 4621/2004 απόφαση με την οποία, αφού κρίθηκε ότι ο συμπαραστατέος Α. Β. ήδη από τις αρχές του έτους 2002 και πάντως από το χρόνο σύνταξης και υπογραφής του .../7-6-2002 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Μάνδρου, με το οποίο έδιδε την εντολή και πληρεξουσιότητα στους αναφερόμενους σε αυτό δικηγόρους, μεταξύ των οποίων και στην παραστάσα κατά τη συζήτηση της αίτησής του, ήταν ανίκανος για δικαιοπραξία και ότι συνακόλουθα είναι άκυρο το εν λόγω πληρεξούσιο, κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση της αίτησής του θεωρώντας τον αιτούντα δικονομικά απόντα, δέχθηκε την αίτηση του Γ. Β., υπέβαλε τον Α. Β. σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και διόρισε προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη το Γ. Β. και οριστικό τον ίδιο μετά την τελεσιδικία της απόφασης. Με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι ο αποβιώσας θείος τους κατά το χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, καθώς και ότι βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και συνακόλουθα την ικανότητα του για σύνταξη αυτής δεν αποδεικνύονται. Η συγχυτικοδιεγερτική κατάσταση και η ανοϊκή συνδρομή που ως διάγνωση αναφέρεται κατά τη νοσηλεία του διαθέτη στις 29-1-2000 δεν αποδεικνύεται ότι ήταν νόσος που το καθιστούσε άτομο ανίκανο να συντάξει κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-5-2001) διαθήκη. Εξάλλου, η έντονη ψυχική και διανοητική διαταραχή που συνοδευόταν από βυθιότητα, δυσαρθρία, υπνηλία, που, όπως προεκτέθηκε, παρουσίασε ο διαθέτης το Μάρτιο 2002 και η εικόνα εγκεφαλική ατροφία που εμφάνισε στην αξονική τομογραφία, που υποβλήθηκε την 1-4-2002, καθώς και η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του τα έτη 2003 - 2004, δεν δύναται να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αντίθετη από την ως άνω κρίση, ενόψει ότι αφορούν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από εκείνο της σύνταξης και της υπογραφής της διαθήκης. Άλλωστε, ο διαθέτης καθημερινά έλεγχε τις εισπράξεις του κινηματογράφου ΕΤΟΥΑΛ και ενυπόγραφα βεβαίωνε σε σχετικό τετράδιο που τηρούσε το ποσό που εισπράχθηκε. Το ίδιο έπραττε και κατά το χρονικό διάστημα 21-9-2001 έως 28-10-2001, όπως προκύπτει από τις σχετικές σελίδες του εν λόγω τετραδίου, το πρωτότυπο του οποίου ο εναγόμενος, ως συγκριτικό έγγραφο προσκόμισε, στις ανωτέρω γραφολόγους, πραγματογνώμονες Ι. Τ. και Χ. Κ. -Π.. Επί των σελίδων του τετραδίου αυτού, τη γνησιότητα του οποίου οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν, εκτός από τη φράση που γράφει επανειλημμένα "το ανωτέρω ποσόν εισεπράχθη" υπάρχουν και άλλες χειρόγραφες σημειώσεις του ίδιου. Εξάλλου, ο διαθέτης, με το από 25-1-2002 ιδιόχειρο σημείωμα του, ενέκρινε την έξοδο της αδελφής του Φ. Β. από το Ιατρικό Κέντρο όπου νοσηλευόταν και τη μεταφορά της στην οικία τους. Η σύνταξη των εγγράφων αυτών σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνο της επίμαχης διαθήκης είναι στοιχείο το οποίο με ενάργεια φανερώνει την καλή πνευματική και ψυχική υγεία του διαθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της διαθήκης. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ψυχιάτρων Ι. Ν. και Γ. Α., οι οποίοι διορίστηκαν πραγματογνώμονες στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε προκειμένου ο Α. Β. να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, καθόσον οι εν λόγω ιατροί εξέτασαν το συμπαραστατέο στις 27-4 και 17-5-2004, δηλαδή τρία και πλέον έτη μετά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, όταν η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί. Επίσης, το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Β. Κ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν με επιμέλεια τους καθώς και από τις σχετικές ιατρικές εκθέσεις που κατ' εντολή τους συνέταξαν οι νευρολόγοι ψυχίατροι Ι. Γ., Β. Κ. και Κ. Σ., οι δύο πρώτοι από τους οποίους εξέτασαν τον διαθέτη στις 22-4-20.02 και ο τρίτος στις 31-10-2002 σε χρόνο δηλαδή πολύ μεταγενέστερο της σύνταξης της διαθήκης, ενώ οι λοιποί Π. Σ., Κ. Β., Α. Μ. και Ν. Β. δεν εξέτασαν ποτέ το διαθέτη. Τα ως άνω αποδεικτικά μέσα πλήρως αναιρούνται από τις ιατρικές γνωματεύσεις των ψυχιάτρων Α. Δ. και Ε. Λ., την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Ι. Π. και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εναγομένου, που δόθηκαν στα πλαίσια άλλων μεταξύ των διαδίκων δικών. Η κρίση εξάλλου του Δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από το γεγονός ότι οι ενάγοντες, μολονότι ισχυρίζονται ότι ο διαθέτης θείος τους τουλάχιστον από το έτος 2000 έπασχε από γεροντική άνοια, με συνέπεια να είναι ανίκανος για κάθε δικαιοπραξία, εν τούτοις ο πρώτος εξ αυτών αν και ιατρός στο επάγγελμα μόλις στις 27-5-2002, ζήτησε με σχετική αίτηση του να τεθεί σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με τα 2300/2008 και 1391/2009 βουλεύματα, που έχουν καταστεί αμετάκλητα, αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία εναντίον της Δ. Κ. για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας ως διαχειρίστριας ξένης περιουσίας και υπεξαγωγής εγγράφου και εναντίον του εναγομένου για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως της ένδικης διαθήκης, αντίστοιχα, ενώ με την 3592/2009 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων η δικηγόρος Ε.. Μ. και η Δ. Κ. κηρύχθηκαν αθώες των αξιόποινων πράξεων της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης και ηθικής αυτουργίας, αντίστοιχα.
Συνεπώς, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης και υπογραφής της από 1-5-2001 ιδιόγραφης διαθήκης, ο διαθέτης Α. Β. είχε συνείδηση των πράξεών του, καθόσον δεν εστερείτο της χρήσης του λογικού, τελούσε δε σε διαύγεια πνεύματος και βρισκόταν σε ψυχική ισορροπία και έτσι μπορούσε λογικά και φυσιολογικά να σταθμίσει τα πράγματα και ήταν οπωσδήποτε σε θέση να προσδιορίσει την αληθινή και πραγματική βούληση του και να δηλώσει αυτήν στη διαθήκη, όπως επιθυμούσε, υπό συνθήκες πνευματικής νηφαλιότητας και ήρεμης συνείδησης. Έτσι, η απόφαση του να εγκαταστήσει με την διαθήκη κληρονόμο του τον εναγόμενο, εφόσον εστερείτο μάλιστα αναγκαίων κληρονόμων, ήταν απόφαση ενός φυσιολογικού και λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου και αποτελούσε επιβεβαίωση των συναισθημάτων αγάπης και στοργής που έτρεφε γι' αυτόν και τη μητέρα του, συναισθήματα τα οποία και στο παρελθόν επανειλημμένα είχε εκφράσει εμπράκτως με περιουσιακές προς αυτούς παροχές. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη είναι έγκυρη, διότι έχει γραφεί και υπογραφεί δια χειρός του διαθέτη Α. Β., ο οποίος κατά το χρόνο σύνταξής της (1-5-2001) δεν ήταν ανίκανος κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1719 περ.3 ΑΚ προς σύνταξή της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της (κύρια και επικουρική) και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του ενάγοντος -αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της γνησιότητας της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης και της μη απόδειξης, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της διαθήκης αυτής ο Α. Β. δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1721 και 1719 αριθ. 3 ΑΚ. Ασάφειες δε ή αντιφάσεις δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζητήματα αυτά, ούτε τα επιχειρήματα, που, κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προς στήριξη αυτού. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και ενδέκατος (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (ως προς τ' ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα), είναι αβάσιμοι.
3.- Επειδή, με τον από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυταχύνεται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι η μείζων σκέψη δεν είναι περιεκτική και πλήρης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί ποιοι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου εφαρμόστηκαν και αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, είναι απαράδεκτοι, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του.
4.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Και στις δύο δε περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη) πρέπει να αναφέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός. Ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, και αν ακόμη έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως. Επίσης ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 12 λόγο αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, θα πρέπει επίσης να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται στο αναιρετήριο, για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης. Τέλος, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, θα πρέπει, εκτός από την εξειδίκευση του συγκεκριμένου εγγράφου, να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο ακριβώς περιεχόμενου του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο, να παρατίθεται κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου και να προκύπτει, έστω και έμμεσα, από το αναιρετήριο, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, αποδίδει στο Εφετείο τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 11γ', 12, 14 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι α) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, β) δεν έλαβε υπόψη του αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, γ) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δ) δεν κήρυξε ακυρότητα και ε) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά. Οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απορριπτέες προεχόντως ως αόριστες, διότι ο αναιρεσείων: α) δεν προσδιορίζει ποίοι ισχυρισμοί προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και δεν λήφθηκαν υπόψη, β) δεν εξειδικεύει ποία συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο δικαστήριο, τα οποία αυτό δεν έλαβε γ) δεν αναφέρει ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα ως προς τα οποία το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη τους και δεν προσδιορίζει ποία αποδεικτική δύναμη προσέδωσε σ' αυτά το Εφετείο και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης, δ) δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται το απαράδεκτο, που δεν κήρυξε το δικαστήριο και ε) δεν εξειδικεύει τα συγκεκριμένα έγγραφα των οποίων το περιεχόμενο παραμόρφωσε το δικαστήριο. Ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλομένης απόφασης αιτιάσεις και από τους αριθμούς 9, 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να της προσάπτει συγκεκριμένες πλημμέλειες, που ιδρύουν τους εκ των αριθμών αυτών λόγους αναίρεσης. Επομένως, (και) οι αιτιάσεις αυτές είναι εντελώς αόριστες και ως εκ τούτου απορριπτέες.
5.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος, τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, κατ' ορθή αρίθμηση, όγδοο και ένατο λόγους της αναίρεσης, από τους αριθ. 1, 10, 11, 12, 13, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι το Εφετείο έπρεπε να καταλήξει σε αντίθετο από το πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα, λαμβάνοντας υπόψη τα αναφερόμενα (με τους λόγους αυτούς) αποδεικτικά μέσα (ιατρικές βεβαιώσεις, εκθέσεις ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, μαρτυρικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφων, αποσπάσματα από επιστημονικά συγγράμματα καθηγητών ψυχιατρικής-νευρολογίας, την υπ' αριθ. 3502006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ι. Τ. και Χ. Κ., το τετράδιο σημειώσεων του διαθέτη, το από 7-6-2002 πληρεξούσιο του διαθέτη, τις από 22-3-2005 και 27-12-2006 εκθέσεις των γραφολόγων Δ. Θ., Ι. Δ. και Μ. Κ. καθώς και την έκθεση της γραφολόγου Μ. Κ.), δηλαδή να δεχθεί την ένδικη αγωγή, ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, και ως προς τις δύο βάσεις της και ειδικότερα να δεχθεί ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος Α. Β. δεν είχε γραφεί ιδιοχείρως και υπογραφεί από τον ίδιο και ότι ο τελευταίος κατά το χρόνο που φέρεται ότι συνέταξε τη διαθήκη αυτή ήταν δεν είχε συνείδηση των πράξεων του, καθώς και ότι βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και συνακόλουθα την ικανότητα του για σύνταξη αυτής και όχι να δεχθεί εσφαλμένα, ότι η εν λόγω διαθήκη γράφηκε, υπογράφηκε και χρονολογήθηκε από τον ως άνω αποβιώσαντα, ο οποίος και είχε την ικανότητα για σύνταξη αυτής. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των προαναφερομένων πλημμελειών εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, και, κυρίως, του περιεχομένου εγγράφων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
6.- Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται, όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση όμως με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντιθέτως, η παραβίαση των δικονομικών κανόνων, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται, περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 388 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας με ανεπαρκείς αιτιολογίες το αίτημά του για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση της διανοητικής κατάστασης του διαθέτη κατά το χρόνο της σύνταξης της επίμαχης διαθήκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού το άρθρο 388 ΚΠολΔ περιέχει δικονομικό κανόνα, που προβλέπει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, πραγματογνωμοσύνη.
7.- Επειδή, ο αναιρεσείων, με το δέκατο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή αρίθμηση, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση εξέτασης του διαθέτη από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στα πλαίσια της δίκης για να τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης, από την οποία προέκυπτε ότι ο τελευταίος δεν είχε ικανότητα (από διανοητικής άποψης) για τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή του ως άνω εγγράφου στο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε, άλλωστε, μνημονεύεται στο ίδιο το αποδεικτικό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλομένης απόφασης αιτιάσεις και από τους αριθμούς 1, 8, 10, 12, 13, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να της προσάπτει συγκεκριμένες πλημμέλειες, που ιδρύουν τους εκ των αριθμών αυτών λόγους αναίρεσης. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές είναι εντελώς αόριστες και ως εκ τούτου απορριπτέες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-9-2010 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της 3130/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 14-10-2011 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011 . Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ