Legislator Case Law & Legislation
145/2009 AI generated

145/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 145/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

145/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 145 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 145/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ......, 2α. ......, κατοίκου ......, 2β. ......, κατοίκου ......, 2γ. ......, κατοίκου ......, 2δ. ......, κατοίκου ......, 3. ......, κατοίκου ...... και 4α. ......, 4β. ...... και 4γ. ......, κατοίκων ...... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Δανιηλίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ...... και 2. Ψ2, κατοίκου ......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 738/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-6-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις εκθέσεις επίδοσης ...... και ...... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ......, τις οποίες προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 11-6 2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους αναιρεσίβλητους, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς.

Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ίδιου Κώδικα). Από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του ΑΠ υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. α, 26 παρ. 11, 29 παρ. 2,5 και 8 του ν. 2882/2001 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", που διαχρονικώς έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του χρόνου κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (άρθρ. 29 παρ. 2, 5 του ως άνω νόμου), προκύπτει ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την αποκλειστική διαδικασία της αναγνωρίσεως των δικαιούχων, αποφαίνεται οριστικά σχετικά με τα πρόσωπα των δικαιούχων της αποζημίωσης που έχει καθοριστεί για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου.

Η απόφαση αυτή, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, αποτελεί δεδικασμένο για το ποιός είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης έναντι όλων των ενδιαφερομένων, είτε μετείχαν στη δίκη της αναγνώρισης και δεν διεκδίκησαν την αποζημίωση, είτε μετείχαν σ' αυτήν αλλά δεν αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι, είτε τέλος δεν μετείχαν σ' αυτήν, ανεξάρτητα του αν κλητεύθηκαν ή όχι, ενώ το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υποχρεούται να αποδώσει στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε, με την προσκόμιση της απόφασης.

Το δεδικασμένο αυτό αποκλείει την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, για την καταβολή στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο της αποζημίωσης που έχει κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, του ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος είναι κύριος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, είτε ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε στη δίκη αναγνωρίσεως δικαιούχων, είτε προβλήθηκε και απορρίφθηκε.

Σε άλλη όμως δίκη, άσχετη με την αποζημίωση για την απαλλοτρίωση, δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την απόφαση αυτή για την κυριότητα του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, διότι το δικαίωμα κυριότητας στη δίκη αναγνωρίσεως δικαιούχων κρίνεται μόνο παρεμπιπτόντως και το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να κρίνει για την κυριότητα, κατά την ειδική αυτή διαδικασία, με δύναμη δεδικασμένου, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο πραγματικός κύριος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, ή αυτός που αξιώνει άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου αυτού, μπορεί να προσφύγει στην τακτική διαδικασία και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας κατά το χρόνο προσδιορισμού της τιµής μονάδας αποζηµίωσης, αφού σύμφωνα µε το άρθρο 70 ΚΠολΔ, πρόδηλο είναι το έννοµό του συµφέρον, προκειμένου να προετοιμάσει άσκηση άλλου δικαιώµατος (Α.Π. 1459/2003).

Μια τέτοια αγωγή, όχι µόνο δεν εµποδίζεται από την προηγηθείσα απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου περί αναγνωρίσεως δικαιούχων, αλλά αντιθέτως την προβλέπει ρητά ο ν. 2282/2001 στο άρθρο 26 παρ. 11 εδ. τελευταίο και παρ. 12 αυτού, το οποίο µάλιστα αναφέρεται σε διαδίκους ή τρίτους που αξιώνουν δικαιώµατα στο απαλλοτριούµενο ακίνητο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, που είχαν δικασθεί ερήµην στο πρωτόδικο δικαστήριο και απέρριψε ως προς αυτούς την από 15 - 9 - 2003 αγωγή των αναιρεσειόντων, µε την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί του αναφερόμενου ακινήτου, που αναγκαστικώς απαλλοτριώθηκε λόγω ρυμοτομίας καθώς και να τους καταβληθεί η ορισθείσα αποζημίωση, με την αιτιολογία ότι, για το ζήτημα πως το απαλλοτριωθέν ακίνητο δεν ανήκει στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, αλλ' αποτελεί κοινόχρηστη οδό που ανήκει στο Δήμο ......, υπάρχει δεδικασµένο από την 548/2000 προηγούµενη απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και µε την οποία απορρίφθηκε αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζηµίωσης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχτεί δηλαδή ότι υπάρχει δεδικασμένο και για την κυριότητα των αναιρεσειόντων, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ και επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 738/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ