Legislator Case Law & Legislation
145/2007 AI generated

145/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 145/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4754/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 953/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Μαρτίου 2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

145/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4754/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 953/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Μαρτίου 2005 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 145 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 145/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Σιγάλα.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αδαμαντία Καφούτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4754/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 953/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Μαρτίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπεία ανυπάρκτου ή αντιφατικής ή ανεπαρκούς αιτιολογίας στερείται νομίμου βάσεως και εντεύθεν καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.

Εκ τούτου έπεται ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή αντιφάσεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί ζητήματος που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης. ΄Ετσι ο προκείμενος λόγος δεν μπορεί να αφορά απόρριψη αγωγής ως αόριστης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη και εντεύθεν χωρίς ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (χωρίς δηλ. το δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία και διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα), διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω ο ίδιος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, γιατί ενώ δέχεται την έφεση της αναιρεσείούσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση στη συνέχεια απορρίπτει ως αόριστη την αγωγή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ανεξάρτητα του ότι δεν πρόκειται περί αντιφάσεως, δεν θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος από το άνω άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως στην περίπτωση διατάξεων με τις οποίες γίνεται δεκτή η έφεση και απορρίπτεται η αγωγή ως αόριστη, αφού από τέτοιες διατάξεις απόφασης δεν δημιουργείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή αβεβαιότητα ως προς τη σκοπηθείσα διάπλαση ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων.

ΙΙ. Παραπάνω εκτέθηκε, προκύπτει δε από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτόδικης απόφασης, απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας ως αόριστη και συνεπώς το Εφετείο που δίκασε δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας. Επομένως και αφού για να στοιχειοθετηθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος πρέπει το Δικαστήριο να είχε εισέλθει στην έρευνα της ουσίας ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, κατά τον οποίο το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το επικληθέν και προσαχθέν από την αναιρεσείουσα από 24-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως από την αναιρεσίβλητη μισθίου πλησίον του επιδίκου σαν συγκριτικό στοιχείο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Τα αποδεικτικά μέσα δεν είναι "πράγματα" κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και αν δεν ληφθούν υπόψη δεν θεμελιώνεται ο από το άρθρο αυτό αριθμός 8 λόγος αναίρεσης. Επομένως, ο αυτός αμέσως άνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το δεύτερο μέρος του κατά τον οποίο το Εφετείο που δίκασε, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, αφού αυτό δεν είναι "πράγμα" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

IV. Ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο άφησε αίτηση, ήτοι την αγωγή της, αδίκαστη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως παραπάνω εκτέθηκε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της ως αόριστη. Κατ΄ ακολουθία όλων αυτών, πρέπει ν΄ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνητης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) η οποία κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της 953/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε εφτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ