145/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1509/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6819/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated145/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία, κατ' άρθρο 109 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. ορίζεται ότι: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Full text
Απόφαση 145 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 145/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Χ., υπαλλήλου - κλητήρα του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Βερολίνο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1509/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6819/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανάγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ήδη ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.
Η θεσπιζόμενη με την παραπάνω διάταξη βραχυπρόθεσμη παραγραφή - ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθρ. 250 παρ. 6 και 17 Α.Κ., 289 παρ. 1 Κ.Ι.Ν.Δ.) - είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερουμένη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας του νόμου έναντι των πολιτών, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από τη φύση των πιο πάνω αξιώσεων και την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου.
Περαιτέρω, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου και ούτε (προσκρούει) στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3α του ν. 2462/1997 "κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου", που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο μια πρόσφορη προσφυγή στην περίπτωση που παραβιάζονται τα ατομικά του δικαιώματα και οι ελευθερίες του, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά δικαιώματα, όχι όμως και να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση του επιδόματος τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εκ της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπόκειται στην άνω διετή παραγραφή, δεν παραβίασε τους ρηθέντες ουσιαστικού δικαίου κανόνες, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της αναίρεσης. 2.
Με την διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία, κατ' άρθρο 109 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. ορίζεται ότι: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην περίπτωση χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, αυτό, κατ' εξαίρεση προς τις γενικές διατάξεις υποχρεούται στην καταβολή νόμιμων τόκων υπερημερίας από την επίδοση σε αυτό της καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση της οφειλής του.
Η ρύθμιση αυτή της υποχρεώσεως του Δημοσίου στην καταβολή νομίμων τόκων ή τόκων υπερημερίας από την επίδοση σε αυτό της καταψηφιστικής αγωγής δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος εγκειμένου στην περιστολή των από την αιτία αυτή δαπανών του Δημοσίου, τις οποίες εξυπηρετεί δια χρημάτων κυρίως του συνόλου των πολιτών και την κάλυψη δια των εξοικονουμένων ετέρων τοιούτων (δαπανών) για την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο και δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα, των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 119 της ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ που κυρώθηκε με το ν. 945/1979, του άρθρου 100 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας που κυρώθηκε με το Ν. 46/1975 και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίον προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε, με την προσβαλλομένη απόφαση, που δέχθηκε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ότι η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά "με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και, κατ' άρθρο 183 ΚΠολΔ, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. Αυτά, κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως τροποποιήθηκε με τη 7429/16.2.1988 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ 12 ν. 1738/1987 είναι οριστέα στο προσδιοριζόμενο στο διατακτικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση του Ι. Ζ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6819/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ