Legislator Case Law & Legislation
1459/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's finding of causal link between illegal parking and death.

Case Number 1459/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a driver against a final judgment of the Court of First Instance of Heraklion regarding a traffic accident. The court found that the driver's illegal parking was causally linked to the fatal injuries sustained by the victim, who collided with the parked vehicle. Consequently, the court rejected the appellant's claims regarding procedural errors and the lack of causal connection, ruling that the lower court's assessment of evidence was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals only for specific procedural errors; factual assessments and causal links established by lower courts regarding tort liability are not subject to re-examination unless clearly erroneous.

Keywords

AI generated
traffic accident liability illegal parking causation fatal injury negligence appellate review limits evidence assessment finality

Cited Legislation

AI generated
Articles 237, 238 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1459 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1459/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Ε., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πολίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ν. του Χ., 2) Α. συζ. Α. Ν., το γένος Ε. Α., 3) Χ. Ν. του Α., 4) Α. Ν. του Α., 5) Μ. Ν. του Α., κατοίκων ... και 6) α. Α. Ν. του Χ., β. Μ. Ν. του Χ., γ. Χ. Ν. του Ν., δ. Ι. Ν. του Ν., ε. Α. Ν. του Ν. και στ. Μ. Ν. του Ν., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας Α. χας Χ. Ν., το γένος Ν. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2013 αγωγή των 1ου έως και 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, της ήδη αποβιωσάσης Α. χας Χ. Ν., το γένος Ν. Μ. και της Ε. Φ. του Ι., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 25-04-2021 (αρ. κατ. 11/05-05-2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 161/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία [άρθρα 237, 238 ΚπολΔ ως ίσχυαν πριν την ισχύ του Ν.4335/2015], ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης σε αυτούς την 12-04-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 161/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη πέντε πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, η Α.

χήρα Χ. Ν. και η Ε. Φ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων την ένδικη, από 31-05-2013 και με αρ. κατ. ...-2013 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά των (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) Α. Μ., Μ. Κ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Ανώνυμη Ασφαλιστική και Αντασφαλιστική Εταιρεία" και των ήδη αναιρεσειόντων πρώτου αναιρεσίβλητου και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, ζήτησαν την επιδίκαση των αναφερομένων σε αυτήν ποσών, ως αποζημίωση για τις ζημίες τις οποίες επικαλούντο ότι υπέστησαν οι δύο πρώτοι εξ αυτών και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που επικαλούντο ότι υπέστησαν άπαντες, εξαιτίας του θανάτου Ε.

Ν., υιού των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφού του τρίτου, τέταρτης και πέμπτης αυτών, εγγονού της έκτης και μνηστήρα της έβδομης αυτών, από τροχαίο ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα την 29-11-2012 και στο οποίο ο ανωτέρω αποβιώσας οδηγούσε την υπ'αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κάτω από τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες.

Επί της αγωγής αυτής, και αφού στη θέση της αρχικής ενάγουσας Α. χήρας Χ. Ν., η οποία απεβίωσε πριν από την συζήτησή της, οι υπό τον αριθμό 6 της παρούσας αναίρεσης αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι επανέλαβαν εκούσια τη δίκη επ' αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 1/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο έκρινε ως συνυπαίτιους για τον θανάσιμο τραυματισμό του Μ.

Ν., τόσο τον ίδιο, όσο και τους, πρώτη και δεύτερη εναγομένη καθώς και τον τέταρτο εναγόμενο, ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή ως προς την έβδομη ενάγουσα, ενώ ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους την έκανε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι όλοι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον , σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά της παραπάνω απόφασης και κατά των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης την από 20-06-2019 [Αρ.κατ.Εφ120/25-07-2019] έφεσή τους, η οποία συνεκδικάσθηκε με τις α] από 02-12-2019 [Αρ.κατ. Εφ10/30-01-2020] έφεση των αναιρεσιβλήτων και της ενάγουσας Ε. Φ. και β] από 11-07-2020 [Αρ.κατ.

ΕΦ78/23-07-2020] έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Ανώνυμη Ασφαλιστική και Αντασφαλιστική Εταιρεία" και της εναγομένης Μ. Κ. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θεώρησε καταργημένη τη δίκη επί της τρίτης ως άνω έφεσης ως προς την θανούσα εφεσίβλητη Α.

χήρα Χ. Ν., λόγω παραίτησης από το δικόγραφο των εκκαλούντων από το δικόγραφο αυτής και ακολούθως δέχθηκε αυτές στην ουσία τους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη στο σύνολό της και στη συνέχεια απέρριψε αυτή ως αβάσιμη όσον αφορά την έβδομη εκκαλούσα-ενάγουσα και την έκανε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία, κρίνοντας ότι συνυπαίτιοι του θανάσιμου τραυματισμού του Ε.

Ν., ήταν τόσο ο ίδιος , όσο και η πρώτη και η δεύτερη εναγόμενη, καθώς και ο τέταρτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων και αναγνώρισε ότι όλοι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.775,71 ευρώ, ως αποζημίωσή του και σε καθένα από όλους τους αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του Ε.

Ν.

Κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου στρέφονται ήδη με την ένδικη αναίρεσή τους οι αναιρεσείοντες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν, πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 161/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 29-11-2012 και ώρα 10.30 περίπου, ο Ε.

Ν. του Α. οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του και εκινείτο με αυτήν εντός της πόλης των Χανίων, επί της οδού ..., με κατεύθυνση από την Πλατεία Αγοράς προς την Πλατεία Ελευθερίας (Δικαστηρίων), στη λωρίδα κυκλοφορίας τον. H εν λόγω οδός είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, οι αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται κατά μήκος του οδοστρώματος με οριζόντια διπλή συνεχόμενη διαχωριστική διαγράμμιση, το οδόστρωμα έχει συνολικό πλάτος 9 μέτρων, χωρίς έρεισμα, ενώ το όριο ταχύτητας περιορίζεται σε 40 χιλ/ώρα λόγω της κατοικημένης περιοχής.

Σε κάθε δε πλευρά του οδοστρώματος υπάρχει πεζοδρόμιο, στην άκρη του οποίου είναι τοποθετημένα κατά μήκος μεταλλικά κιγκλιδώματα, ώστε να μην επιτρέπεται η διέλευση των πεζών στο οδόστρωμα και η στάθμευση των οχημάτων επί του πεζοδρομίου. Κατά την συγκεκριμένη δε ημέρα και ώρα οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από οποιονδήποτε παράγοντα και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή (βλ.

την από 29-11-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν τα όργανα του T.T. Χανίων). Κατά το ίδιο χρονικό σημείο, η πρώτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη Α. Μ. του Γ. βάδιζε στο πεζοδρόμιο της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού ..., στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ...-αυτής, στο σημείο περίπου της συμβολής της με την οδό ...

Όταν η τελευταία έφτασε στην συμβολή των δύο παραπάνω οδών, όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών ή φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς, έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα την οδό ... και να κατευθυνθεί στο Στάδιο των Χανίων, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο της εν λόγω οδού, πέρασε ανάμεσα από τα σταθμευμένα στην άκρη τον οδοστρώματος οχήματα και αφού έλεγξε την κίνηση των διερχόμενων οχημάτων άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα. 'Οταν ο Ε.

Ν. έφτασε στην συμβολή των παραπάνω οδών, έχοντας αναπτύξει με το όχημά τον υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, που υπερέβαινε τα 70 χιλ/ώρα, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή Α. Μ. που είχε ήδη διασχίσει ένα τμήμα της ανωτέρω λωρίδας κυκλοφορίας και βρισκόταν στο μέσον αυτής (έχοντας διανύσει απόσταση 1,30 μέτρου από τα σταθμευμένα οχήματα), κινούμενη επί της πορείας του (από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κίνηση του ίδιου) και συνέχισε την ευθεία πορεία του χωρίς να μειώσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του.

Μόλις ο Ε. Ν. αντιλήφθηκε την ανωτέρω πεζή, σε απόσταση λίγων μέτρων από αυτόν, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ο οποίος όμως δεν είχε αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα το όχημά του να επιπέσει στο σώμα της πεζής. Ακολούθως, λόγω της σύγκρουσης αυτής, ο Ε. Ν. έχασε πλήρως τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, η οποία παρέκκλινε προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα ο ίδιος να προσκρούσει με σφοδρότητα με το κεφάλι και τον ώμο του στην οπίσθια αριστερή γωνία και στην οπίσθια αριστερή πόρτα του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... I.X.E. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας - εφεσίβλητης Μ. Κ. του Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΊΑ A.E." και το οποίο ήταν παρανόμως σταθμευμένο στην άκρη του οδοστρώματος της εν λόγω λωρίδας κυκλοφορίας, δεδομένου ότι στο συγκεκριμένο σημείο ήταν τοποθετημένη πινακίδα απαγόρευσης στάθμευσης - Ρ39.

Στη συνέχεια, η εν λόγω μοτοσικλέτα, αφού προσέκρουσε στο αμέσως επόμενο (επίσης παρανόμως) σταθμευμένο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... I.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του τέταρτου εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος - εφεσίβλητου Ε. Σ. τον Ε., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην πέμπτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GRUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εξακολούθησε να κινείται ανεξέλεγκτα και, ενώ ύστερα από την τελευταία πρόσκρουση που αναφέρθηκε ο Ε.

Ν. έπεσε βίαια στο οδόστρωμα και σύρθηκε επί αυτού σε μεγάλη απόσταση [τουλάχιστον δέκα μέτρα ] έχοντας ακινητοποιηθεί στο μέσον της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας, η μοτοσικλέτα κινήθηκε διαγωνίως αριστερά, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και αφού διέσχισε αυτήν προσέκρουσε στα μεταλλικά κιγκλιδώματα που βρίσκονταν στην άκρη του πεζοδρομίου, όπου και τελικά ακινητοποιήθηκε ύστερα από λίγα μέτρα.

Εξαιτίας του ανωτέρω ατυχήματος ο Ε. Ν., υπέστη πολύ σοβαρές σωματικές κακώσεις, εξαιτίας των οποίων στη συνέχεια απεβίωσε. Συγκεκριμένα, ύστερα από το ατύχημα που αναφέρθηκε, ο τελευταίος διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων. "Ο Άγιος Γεώργιος" όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα, εγκεφαλικό οίδημα και νέκρωση-ισχαιμία στις ανατομικές περιοχές μεταξύ σκληράς μήνιγγας και εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε κρανιοτομία με αφαίρεση του υποσκληριδίου αιματώματος.

Στη συνέχεια ο Ε. Ν. νοσηλεύθηκε στη Μ.Ε.Θ του εν λόγω νοσοκομείου μέχρι τις 06-12-2012, οπότε απεβίωσε, ο δε θάνατος του οφειλόταν σε πολυοργανική δυσλειτουργία λόγω βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, εξαιτίας της βίαιης πρόσκρουσης της κεφαλής του επί ανένδοτης επιφάνειας (βλ. το από 2-1-2013 ιατρικό σημείωμα του ανωτέρω νοσοκομείου, την υπ' αριθμ. .../2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Χανίων και την υπ' αριθμ. ...-2013 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Σ.

Μ.). Με βάση δε τα ανωτέρω περιστατικά, κατά της πρώτης, της δεύτερης και του τέταρτου εκ των εναγομένων ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρα 28 και 302 παρ.1 τον ΠΚ). Κατά την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης, κατά την οποία ο πρώτος ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων λόγω της ψυχικής οδύνης που είχε υποστεί από τον θάνατο του τέκνου του, το αρμόδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων με την υπ' αριθμ. 927/2018 απόφασή του έκρινε ένοχους τους εν λόγω κατηγορούμενους για την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης και επέβαλε σε αυτούς ποινές φυλάκισης ενός έτους, οκτώ μηνών και οκτώ μηνών, αντίστοιχα, οι οποίες ανεστάλησαν επί τριετία.

Η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη για την πρώτη και τον τέταρτο εκ των εναγομένων, οι οποίοι δεν άσκησαν ένδικο μέσο κατά αυτής. Αντιθέτως, ύστερα από την άσκηση έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης από την δεύτερη εκ των εναγόμενων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 175/2020 απόφαση τον Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, με την οποία η τελευταία κρίθηκε αθώα για την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης.

Οι προαναφερόμενες ποινικές αποφάσεις δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο και δεν αποτελούν δεδικασμένο για την παρούσα αστική υπόθεση, αλλά συνεκτιμούνται ελεύθερα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα ως δικαστικά τεκμήρια (.....).Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του επίδικού ατυχήματος είναι τόσο η πρώτη, η δεύτερη και ο τέταρτος εκ των εναγομένων, όσο και ο θανών Ε.

Ν. Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη Α. Μ. του Γ. κρίνεται συνυπαίτια για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος σε ποσοστό 35%, διότι επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της προαναφερόμενης οδού χωρίς σύνεση, χωρίς να καταβάλει την επιμέλεια και την απαιτούμενη προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία κάθε λογικός και ευσυνείδητος πεζός επιδεικνύει ευρισκόμενος στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή λογική και την πείρα, η δε αμέλειά της τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα.

Συγκεκριμένα, η πρώτη εναγόμενη επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό ... σε σημείο όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών ή φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς, χωρίς να ελέγξει επαρκώς προηγουμένως την κίνηση των διερχόμενων οχημάτων και χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχε την δυνατότητα να κινηθεί χωρίς να εμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων που εκινούντο εκείνη την ώρα στην ίδια οδό που επρόκειτο να διασχίσει, χωρίς να θέσει αυτά και τον εαυτό της σε κίνδυνο. 'Ετσι, η τελευταία δεν αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο Ε.

Ν. και εκινείτο κανονικά στην λωρίδα κυκλοφορίας του, αν και είχε τη σχετική δυνατότητα να το αντιληφθεί σε μεγάλη απόσταση από αυτήν (τουλάχιστον τριάντα μέτρων), λαμβανομένων υπόψη όλων των συνθηκών, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη οδός σχηματίζει ευθεία στο συγκεκριμένο σημείο και η ορατότητά της δεν περιοριζόταν από οποιοδήποτε παράγοντα.

Αποτέλεσμα δε της ανωτέρω ενέργειάς της ήταν να παρεμβληθεί επί της πορείας του οχήματος του Ε. Ν., παρεμποδίζοντας και διακόπτοντας την ομαλή του κίνηση (κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ.4δ, ε και ζ του ν. 2696/1999) και να προκληθεί το επίδικο ατύχημα. Περαιτέρω ευθύνη της πρώτης εναγόμενης δεν προέκυψε.

Ακολούθως, η δεύτερη και ο τέταρτος εκ των εναγομένων κρίνονται συνυπαίτιοι για την πρόκληση τον επίδικου ατυχήματος σε ποσοστό 30%, διότι είχαν σταθμεύσει παρανόμως τα προαναφερόμενα οχήματά τους στην άκρη του οδοστρώματος της οδού ..., επί της λωρίδας κυκλοφορίας όπου εκινείτο με την μοτοσικλέτα του ο τελευταίος, περιορίζοντας σημαντικά το πλάτος αυτής κατά ενάμιση τουλάχιστον μέτρο, με αποτέλεσμα να περιορίζεται αντίστοιχα ο χώρος και η δυνατότητα ελιγμού του οδηγού Ε.

Ν. Ειδικότερα, λόγω της μείωσης του πλάτους του οδοστρώματος στην ανωτέρω λωρίδα κυκλοφορίας, ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά του Ε. Ν. δεν είχε επιτυχία, εξαιτίας της ύπαρξης των δύο διαδοχικά σταθμευμένων οχημάτων, με αποτέλεσμα, ύστερα από την σύγκρουση τον οχήματός του με την πεζή πρώτη εναγόμενη, να προσκρούσει ο ίδιος με το κεφάλι και τον ώμο του στο πρώτο όχημα της δεύτερης εναγόμενης και στη συνέχεια η μοτοσικλέτα του στο επόμενο όχημα του τέταρτου εναγόμενου και ο ίδιος, τελικά, να πέσει στο οδόστρωμα.

H παράνομη αυτή στάθμευση (κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 αριθ.3 παρ.2 - P-39, 34 παρ.1 τον ν. 2696/1999, που σκοπό έχουν όχι μόνο την ομαλή ρύθμιση της κυκλοφορίας, αλλά και την αποφυγή των τροχαίων ατυχημάτων) αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του επίδικου ατυχήματος και τον συνακόλουθο θανάσιμο τραυματισμό του Ε.

Ν., καθόσον, εάν ο καταληφθείς από τα οχήματα χώρος του οδοστρώματος ήταν ελεύθερος, ο εν λόγω οδηγός και το όχημά του με βεβαιότητα δεν θα προσέκρουαν στα προαναφερόμενα οχήματα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ήταν πολύ πιθανή στη συνέχεια η πρόσκρουση της ανωτέρω μοτοσικλέτας και του οδηγού της στα μεταλλικά κιγκλιδώματα που ήταν τοποθετημένα πέραν των σταθμευμένων οχημάτων, επί της άκρης του πεζοδρομίου [δεξιά ως προς την πορεία του θανόντος].

Ο ισχυρισμός δε της δεύτερης και του τέταρτου εκ των εναγομένων, καθώς και της τρίτης και πέμπτης εκ των εναγομένων - ασφαλιστικών εταιριών ότι η παράνομη στάθμευση των ανωτέρω οχημάτων δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα, ιδίως διότι ο Ε. Ν. είχε ήδη πέσει στο οδόστρωμα με την μοτοσικλέτα του πριν υπάρξει οποιαδήποτε επαφή με τα εν λόγω οχήματα, τα οποία δεν εμπόδιζαν την κυκλοφορία των υπόλοιπων οχημάτων, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο.

Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και έκρινε ότι η παράβαση που αναφέρθηκε συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση τον επίδικου ατυχήματος, οι σχετικοί δε λόγοι της από 20-6-2019 (αριθ. καταθ. 233/26-7-2019) έφεσης (πρώτος και τρίτος) και της από 11-7-2020 (αριθ. καταθ. 180/29-7-2020) έφεσης (δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος), με τους οποίους οι εκκαλούντες και οι εκκαλούσες αντίστοιχα παραπονούνται για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, ο θανών Ε. Ν. κρίνεται συνυπαίτιος για την πρόκληση του επίδικού ατυχήματος σε ποσοστό 35%, διότι οδηγούσε αμελώς, χωρίς σύνεση, χωρίς να καταβάλει την επιμέλεια και την απαιτούμενη προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία κάθε λογικός και ενσυνείδητος οδηγός επιδεικνύει ευρισκόμενος στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή λογική και την πείρα, η δε αμέλειά του τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα.

Ειδικότερα, δεν οδηγούσε με σύνεση, με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και κατά τρόπο ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς του οχήματός του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την ανωτέρω πεζή Α. Μ. που είχε ήδη διασχίσει κάθετα ένα μικρό τμήμα τον οδοστρώματος και παρεμβλήθηκε επί της πορείας του οχήματός του και να μην είναι σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημά του ή να ενεργήσει επιτυχώς οποιονδήποτε ελιγμό ώστε να αποφύγει το ατύχημα.

Συγκεκριμένα, ο Ε. Ν. αντιλήφθηκε καθυστερημένα την εν λόγω πεζή, σε απόσταση λίγων μέτρων από αυτήν, ενώ είχε την δυνατότητα να την αντιληφθεί σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση (τουλάχιστον 30 μέτρων) διότι η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από οποιονδήποτε παράγοντα, δεδομένου ότι η οδός ... είναι ευθεία στο συγκεκριμένο σημείο, δεν υπήρχαν επί της πορείας του και σε ολόκληρο το οδόστρωμα άλλα οχήματα, ο φωτισμός ήταν επαρκής και οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές (βλ.

την έκθεση αυτοψίας που αναφέρθηκε και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες), επομένως μπορούσε εύκολα να γίνει αντιληπτή από τους τρίτους. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο Ε. Ν. οδηγούσε το όχημά του με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το όριο των 40 χιλ/ώρα και ανερχόταν τουλάχιστον σε 70 χλμ/ώρα, όπως προκύπτει σαφώς, τόσο από τις ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων που δόθηκαν στο πλαίσιο της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε για την συγκεκριμένη υπόθεση, οι οποίοι αναφέρουν ότι η μοτοσικλέτα τον θανόντος είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα, όσο και από την με ημερομηνία 28-12-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι πραγματογνώμονες Ν.

Χ. και Α. Δ., κατ' εντολή τον T.T. Χανίων, στην οποία αναφέρεται ότι η ταχύτητα κίνησης της ανωτέρω μοτοσικλέτας ήταν ιδιαίτερα υψηλή. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα της επίδικης σύγκρουσης, δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η μοτοσικλέτα τον Ε. Ν. ύστερα από την σύγκρουσή της με την πεζή και από την πορεία που αυτή ακολούθησε ύστερα από την ανατροπή της (διανύοντας συνολικά απόσταση 37,5 μέτρων από την αρχική σύγκρουση), αλλά και από την απόσταση που διένυσε το σώμα του Ε.

Ν. ύστερα από την πτώση του στο οδόστρωμα, όπως αναφέρθηκε (βλ. το από 30-11-2012 πρόχειρο σχεδιάγραμμα τον τόπου τον ατυχήματος, που συνέταξαν τα όργανα τον T.T. Χανίων και συνοδεύει την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας). Τα παραπάνω ενισχύονται και από την με αριθμό ...-20136 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τον μηχανολόγου - μηχανικού Γ.

Τ., που συντάχθηκε με εντολή του πρώτου ενάγοντος, στην οποία η ταχύτητα της εν λόγω μοτοσικλέτας υπολογίστηκε σε 61 χλμ/ώρα. Εξαιτίας δε της ταχύτητας που είχε αναπτύξει το όχημά του και, μάλιστα, εντός κατοικημένης περιοχής στο εμπορικό κέντρο της πόλης των Χανίων, σε ώρα αυξημένης κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, ο Ε.

Ν. δεν είχε την δυνατότητα να τροχοπεδήσει εγκαίρως ώστε να το ακινητοποιήσει ή να ενεργήσει με επιτυχία οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος δεν εκτίμησε σωστά την Θέση και την κίνηση της ανωτέρω πεζής και πραγματοποίησε λανθασμένο ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση του οχήματός του με αυτήν, καθόσον έστριψε το όχημά του προς τα δεξιά, όπου υπήρχαν στην άκρη του οδοστρώματος σταθμευμένα αυτοκίνητα και πέραν αυτών τα προαναφερόμενα μεταλλικά κιγκλιδώματα.

Για την αποφυγή όμως του ατυχήματος Ε. Ν. όφειλε να επιχειρήσει τον ενδεδειγμένο ελιγμό προς τα αριστερά, όπου το οδόστρωμα ήταν άδειο από οχήματα και δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο, όπως σαφώς κατέθεσαν ενόρκως οι παρακάτω αναφερόμενοι μάρτυρες στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης. Εάν λοιπόν ο Ε. Ν. οδηγούσε το όχημά του με σύνεση, με κανονικές για τις περιστάσεις ταχύτητα και κατέβαλε την επιμέλεια και την απαιτούμενη προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, θα είχε αντιληφθεί εγκαίρως την ανωτέρω πεζή, θα είχε βεβαιωθεί για την θέση, την πορεία και την ταχύτητά της, θα είχε μειώσει την ταχύτητά του και θα είχε εκτελέσει με επιτυχία ελιγμό αποφυγής, ενώ δεν θα αντιδρούσε με τον τρόπο που αναφέρθηκε [δηλαδή κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1 και 2 και 3, 39 παρ.1 και 2του Ν.2696/1999], με αποτέλεσμα το επίδικο ατύχημα να είχε αποφευχθεί.

Περαιτέρω ευθύνη του Ε. Ν. δεν προέκυψε. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την συνυπαιτιότητα τόσο των ανωτέρω εναγομένων, όσο και του θανόντος, αποδείχθηκαν ιδίως από τις προσκομιζόμενες καταθέσεις μαρτύρων που δόθηκαν ενώπιον των οργάνων του Τ.Τ Χανίων στο πλαίσιο της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε για την συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά και από τις ένορκες καταθέσεις των ιδίων μαρτύρων ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις που αναφέρθηκαν και, ειδικότερα, από τις καταθέσεις τον αυτόπτη μάρτυρα Σ.

Δ. του Γ., σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Β. του Σ., Α. Σ. του Ε. και Α. Ζ. του Χ. Οι καταθέσεις αυτές, από τις οποίες προκύπτουν σαφώς οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η επίδικη σύγκρουση, κρίνονται αξιόπιστες, αφενός μεν διότι οι εν λόγω αυτόπτες μάρτυρες έχουν προσωπική γνώση και αντίληψη των γεγονότων, αφετέρου δε, διότι επιβεβαιώνονται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν, ιδίως από την ανωτέρω με ημερομηνία 28-12-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι πραγματογνώμονες Ν.

Χ. και Α. Δ., σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος. Αντιθέτως, οι ένορκες καταθέσεις των υπόλοιπων μαρτύρων δεν κρίνονται πειστικές και αξιόπιστες, καθόσον αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις των προαναφερόμενων μαρτύρων και δεν ενισχύονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 914,297,298,300 και 330 ΑΚ, ενώ διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος, με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό του πόρισμα και να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το εάν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στους ως άνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που εφάρμοσε, τους οποίους έτσι, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου και συνεπώς δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης στάθμευσης του οχήματος του πρώτου αναιρεσείοντος και του επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού του Ε. Ν., διέλαβε δε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα κάτωθι θεμελιούντα την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας της ως άνω συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος με το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα δέχθηκε α] ότι την 29-11-2012 και περί ώρα 10.30, ο θανών Ε.

Ν. εκινείτο στην οδό ..., εντός της πόλης των Χανίων, οδηγώντας την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινούμενος με ταχύτητα άνω των 70 χιλιομέτρων την ώρα, σε οδό που το όριο ταχύτητας περιοριζόταν σε 40 χιλιόμετρα την ώρα, λόγω του ότι η περιοχή ήταν κατοικημένη β] ότι την ίδια ώρα η πεζή, μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη, Α.

Μ., βάδιζε στο πεζοδρόμιο της ίδιας οδού ..., στο σημείο περίπου της συμβολής της οδού αυτής με την οδό ... και ότι όταν αυτή έφθασε στην συμβολή των οδών αυτών, όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών ή φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς, έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα την οδό ... κατέβηκε από το πεζοδρόμιο της εν λόγω οδού, πέρασε ανάμεσα από τα σταθμευμένα στην άκρη του οδοστρώματος οχήματα και αφού έλεγξε την κίνηση των διερχομένων αυτοκινήτων άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα γ] ότι όταν ο Ε.

Ν.ς έφθασε στην συμβολή των παραπάνω οδών, έχοντας αναπτύξει με το όχημά του υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, που υπερέβαινε κατά τα ανωτέρω τα 70 χ/ω, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή Α. Μ., που είχε ήδη διασχίσει ένα τμήμα της ανωτέρω λωρίδας και βρισκόταν στο μέσον αυτής, έχοντας διανύσει απόσταση 1,30 μέτρων από τα σταθμευμένα οχήματα, κινούμενη επί της πορείας του , από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την κίνηση αυτού, και συνέχισε την ευθεία πορεία χωρίς να μειώσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του δ] Ότι μόλις ο Ε.

Ν. αντιλήφθηκε την ανωτέρω πεζή, σε απόσταση λίγων μέτρων από αυτόν, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ο οποίος όμως δεν είχε αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα το όχημά του να επιπέσει στο σώμα της πεζής ε] ότι ακολούθως, λόγω της σύγκρουσης αυτής ο Ε. Ν. έχασε πλήρως τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, η οποία παρέκκλινε προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα ο ίδιος να προσκρούσει με σφοδρότητα με το κεφάλι και τον ώμο του στην οπίσθια αριστερή γωνία και την οπίσθια αριστερή πόρτα του με αριθμό ...

Ι.Χ.Ε σταθμευμένου αυτοκινήτου της εναγομένης Μ. Κ. και ότι στη συνέχεια, η εν λόγω μοτοσικλέτα, αφού προσέκρουσε στο αμέσως επόμενο, επίσης παρανόμως σταθμευμένο υπ' αριθμ. κυκλοφορία ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, εξακολούθησε να κινείται ανεξέλεγκτα και, ότι ύστερα από την τελευταία πρόσκρουση που αναφέρθηκε, δηλαδή αυτή επί του παρανόμως σταθμευμένου οχήματος του πρώτου αναιρεσείοντος, ο Ε.

Ν., έπεσε βίαια στο οδόστρωμα, γεγονός που σημαίνει ότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου και σε αυτήν την δεύτερη πρόσκρουση ο ανωτέρω οδηγός επέβαινε της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του και έπεσε στο οδόστρωμα μετά την δεύτερη αυτή σύγκρουση και ότι σύρθηκε επί αυτού σε μεγάλη απόσταση, τουλάχιστον δέκα μέτρων, έχοντας ακινητοποιηθεί τελικά στο μέσον της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας και ότι η μοτοσικλέτα κινήθηκε διαγωνίως αριστερά, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και αφού διέσχισε αυτήν προσέκρουσε στα μεταλλικά κιγκλιδώματα που βρίσκονταν στην άκρη του πεζοδρομίου , όπου και τελικά ακινητοποιήθηκε ύστερα από λίγα μέτρα στ]ότι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος ήταν και ο πρώτος αναιρεσείων, διότι είχε σταθμεύσει το όχημά του παρανόμως, στην άκρη του οδοστρώματος της οδού ..., επί της λωρίδος κυκλοφορίας, όπου εκινείτο με την μοτοσικλέτα του ο θανών, περιορίζοντας σημαντικά το πλάτος αυτής κατά ενάμιση τουλάχιστον μέτρο, από τα συνολικά 4,5 μέτρα του ρεύματος πορείας του[ το οδόστρωμα έχει συνολικό πλάτος 9 μέτρων], με αποτέλεσμα να περιορίζεται αντίστοιχα ο χώρος και η δυνατότητα ελιγμού του οδηγού Ε.

Ν. ζ] ότι ειδικότερα, λόγω της μείωσης του πλάτους του οδοστρώματος στην ανωτέρω λωρίδα κυκλοφορίας, ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά του Ε. Ν., προκειμένου να αποφύγει την ανωτέρω πεζή, δεν είχε επιτυχία, εξαιτίας της ύπαρξης των δύο διαδοχικά σταθμευμένων οχημάτων, με αποτέλεσμα, ύστερα από τη σύγκρουση του οχήματός του με την πεζή, να προσκρούσει ο ίδιος με το κεφάλι και τον ώμο του στο πρώτο ως άνω όχημα, στην συνέχεια η μοτοσικλέτα του να επιπέσει στο επόμενο σταθμευμένο όχημα, του πρώτου αναιρεσείοντος, οπότε και τελικά ο ίδιος έπεσε στο οδόστρωμα , γεγονός που σημαίνει ότι το Εφετείο δέχθηκε, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι μέχρι εκείνο το σημείο της δεύτερης πρόσκρουσης, ο θανών επέβαινε της μοτοσικλέτας του η] ότι η ανωτέρω παράνομη στάθμευση κατά παράβαση των άρθρων 4 αριθμ. 3 παρ.2 Ρ-39, 34 παρ. 1του Ν.2696/1999, αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του επίδικου ατυχήματος και τον συνακόλουθο θανάσιμο τραυματισμό του Ε.

Ν., καθόσον, εάν ο καταληφθείς από τα οχήματα χώρος του οδοστρώματος ήταν ελεύθερος, ο εν λόγω οδηγός και το όχημά του με βεβαιότητα δεν θα προσέκρουαν στα προαναφερόμενα οχήματα.

Συνεπώς, οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚπολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και της ανεπαρκούς, αντιφατικής και έλλειψης αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας, με το ειδικότερο περιεχόμενο ότι το σώμα του θανόντος μετά την σύγκρουση με το πρώτο των ανωτέρω παρανόμως σταθμευμένων οχημάτων δεν ήλθε σε οποιαδήποτε επαφή με το σταθμευμένο όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενόψει του ανωτέρω σαφώς εκτιθέμενου αποδεικτικού πορίσματος, ότι η παράνομη στάθμευση του οχήματος του πρώτου αναιρεσείοντος συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του Ε.

Ν., ο οποίος με την μοτοσικλέτα του διαδοχικά προσέκρουσε και στο σταθμευμένο όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του και ότι εάν ο καταληφθείς χώρος ήταν ελεύθερος ο εν λόγω οδηγός και το όχημά του με βεβαιότητα δεν θα προσέκρουαν σε αυτά. Σε κάθε περίπτωση οι φερόμενες ως ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις στην αιτιολογία της απόφασης, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών της σύγκρουσης, της έλλειψης συνυπαιτιότητάς τους στο ένδικο ατύχημα και το επελθόν αποτέλεσμα και στην έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης στάθμευσης του οχήματος του πρώτου αναιρεσείοντος και του θανάσιμου τραυματισμού του Ε.

Ν., η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, με τις παραπάνω δε αιτιάσεις και υπό το πρόσχημα της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το ως άνω σαφώς εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα για τα ως άνω ζητήματα.

Μετά από αυτά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚπολΔ], και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 25-04-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 11/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 161/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ