1459/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1459/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ.) Α. Κ., η οποία τους εκπροσώπησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο (το οποίο δίκασε ως Εφετείο), που παρέλαβε το δικόγραφο αυτό και ως αντίκλητος αυτής. Επομένως, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη (17η) δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΑΠ 1268/2018).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1459 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1459/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2) …. και 30) Δ. Γ. του Π., κατοίκου .... Η 17η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Α. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/4/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Τ. Τ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 9001/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9/11/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.
ΑΠ 142/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την νόμιμα προσκομιζόμενη 6736 ε/28.12.2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Π. - Κ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 15.05.2018 επιδόθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων (ανάμεσα στους οποίους είναι και η 17η απολειπόμενη Π.
Κ.) Α. Κ., η οποία τους εκπροσώπησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο (το οποίο δίκασε ως Εφετείο), που παρέλαβε το δικόγραφο αυτό και ως αντίκλητος αυτής. Επομένως, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη (17η) δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΑΠ 1268/2018).
Με την από 09.11.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 9001/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 156/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η ασκηθείσα έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ.5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).
Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παρ.4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Κατά δε την παρ.1 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010.
Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του οποίου ορίζεται ότι: (Παρ. 4) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ.5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" και ότι: (Παρ. 6) "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".
Κατά δε την παρ.1 του άρθρου έβδομου του ιδίου νόμου 3845/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου τρίτου αρχίζει από 1.6.2010. Οι προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των ως άνω νόμων 3833/2010 και 3845/2010, θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της σφοδρής δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 1147/2015).
Ειδικότερα, η θεσπισθείσα με τους νόμους αυτούς περικοπή μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (καθώς και συνταξιοδοτικών παροχών) αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση κατά το νομοθέτη της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας με μέτρα που εκ της φύσης των συμβάλλουν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης με την εξάλειψη των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερουμένης από την ενωσιακή νομοθεσία υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΟλΣτΕ 668/2012).
Ως εκ τούτου οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22, 23 και 28 του Συντάγματος και στις υπερνομοθετικής ισχύος ρυθμίσεις των κυρωθεισών με νόμο διεθνών συμβάσεων εργασίας που κατοχυρώνουν τη συλλογική αυτονομία των επαγγελματικών οργανώσεων (εργαζομένων και εργοδοτών) (σχετ.
ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψεις 23 επ.), ούτε σε εκείνες για την προστασία της περιουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η διάταξη αυτή δεν επάγεται το δικαίωμα λήψης συγκεκριμένου ποσού ως μισθού (ΕΔΔΑ, υπόθεση Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, με περαιτέρω παραπομπές).
Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι ανωτέρω, που αφορούν την οριζόντια περικοπή των μισθολογικών δαπανών για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του προϋπολογισμού τους, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 [υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής"] του κεφαλαίου Α υπό τον παράτιτλο ["Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών"] του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)" (ΦΕΚ Α 314) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (Παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (Παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:
α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό" και (Παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει".
Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται το Κεφάλαιο Α του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β, ενώ με η παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3891/2010 που προσέθεσε τέταρτη περίπτωση, ορίζεται ότι το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 εξακολουθούν να κατέχουν οποιοδήποτε ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου, σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, σε ανώνυμες εταιρείες για τις οποίες με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων έχουν αρχίσει οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης με την εισαγωγή μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά και σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης διαχείρισης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους με απόφαση της Διϋπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, εφόσον το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο της παρ.2 εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής.
Με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ήτοι με τις διατάξεις των άρθρων 2 - 14 αυτού, ρυθμίζονται ζητήματα προσαρμογής του καταστατικού αυτών στις ρυθμίσεις του νόμου, οργάνωσης και λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου των ως άνω επιχειρήσεων, κατάρτισης εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας και εσωτερικού ελέγχου αυτών, κατάρτισης στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου που υποβάλλεται στην Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, δια του εποπτεύοντος Υπουργείου, θεσπίζεται σειρά υποχρεώσεων αυτών σε διάφορα ζητήματα, προβλέπεται κρατικός έλεγχος και εποπτεία αυτών, προβλέπονται κυρώσεις για παραβάσεις του νόμου αυτού (δέσμευση εσόδων αυτών, διακοπή παροχής εγγυήσεων του δημοσίου κατά τη λήψη δανείων, παύση διευθύνοντος συμβούλου και μελών του διοικητικού συμβουλίου), ως και ζητήματα σύνταξης ετησίων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού για δοκιμαστική περίοδο ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν αυτές εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.
Αντιθέτως με τις διατάξεις του κεφαλαίου Β του ιδίου νόμου (άρθ. 16 και 17 αυτού) για τις υπαγόμενες σε αυτό εταιρείες (της παρ. 5 του άρθρου 1) ρυθμίζονται ουσιαστικά μόνο ζητήματα πρόσληψης προσωπικού, ενώ για ορισμένες από αυτές, όπου το Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου, γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α μόνο για ζητήματα πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 19 του ιδίου Ν. 3429/2005 και υπό τον παράτιτλο "εξαιρέσεις", όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάσταση αυτής με το άρθρο 1 του Ν. 3899/2010, ορίσθηκε στο εδάφιο α αυτής ότι από το πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού εξαιρούνται οι ανώνυμες εταιρείες που έχουν συσταθεί με βάση το Ν. 1955/1991 [αφορά την ίδρυση της εταιρείας ...
ΑΕ] και την εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 2229/1994 [αφορά την ίδρυση με κοινή υπουργική απόφαση ανωνύμων εταιρειών με σκοπό την υλοποίηση συγκεκριμένου έργου υποδομής] και όσες δημόσιες επιχειρήσεις έχουν ήδη τεθεί με ρητή διάταξη νόμου εκτός του, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ στο εδάφιο β ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού δύνανται να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής όλων ή ορισμένων διατάξεων του Κεφαλαίου Α του παρόντος νόμου και άλλες δημόσιες επιχειρήσεις.
Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης του εδαφίου β του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005, εκδόθηκε η υπ' αριθ. Φ3/18164/1440/2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφοράς και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 424/7.4.2006), με την οποία η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [αναιρεσείουσα] εξαιρέθηκε όλων των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005.
Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005 και ενόψει του επιδιωκομένου με τη σχετική ρύθμιση σκοπού ν' απαλλαγούν ορισμένες δημόσιες επιχειρήσεις από τις υποχρεώσεις που θέτουν οι προπαρατεθείσες ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ούτως ώστε αυτές να καταστούν περισσότερο ευέλικτες στη λειτουργία τους, σε συνδυασμό και προς το πλέγμα των ρυθμίσεων του κεφαλαίου Α του ως άνω νόμου, συνάγεται ότι η προβλεπομένη από τη διάταξη αυτή εξαίρεση αφορά τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α που αναφέρονται, κατά τον παράτιτλο αυτού στην οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των επιχειρήσεων αυτών (άρθ. 2 - 14 αυτού), και δεν αναφέρεται στην ιδιότητα των εν λόγω επιχειρήσεων ως δημοσίων επιχειρήσεων, κατά τις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 1 του ιδίου νόμου.
Συνεπώς την εν λόγω ιδιότητα των δημοσίων επιχειρήσεων εξακολουθούν να διατηρούν, εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις των παρ. 1 - 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, παρά τη σχετική εξαίρεση, τόσο οι δημόσιες επιχειρήσεις που ο ίδιος ο νόμος ορίζει ως εξαιρούμενες από το κεφάλαιο Α αυτού κατά το εδάφιο α της διάταξης αυτής (...
ΑΕ κλπ), όσο και οι δημόσιες επιχειρήσεις που εξαιρέθηκαν στη συνέχεια με την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης κατά το εδάφιο β της διάταξης αυτής. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι στο νομοθετικό κείμενο η διάταξη του άρθρου 1 διαλαμβάνεται στο κεφάλαιο Α, διότι υπό την εκδοχή αυτή δεν θα είχε έννοια η εξαίρεση από ρυθμίσεις, όπως εκείνες της παρ. 5 του ιδίου άρθρου.
Τούτο συνάγεται και από τον παράτιτλο του ως άνω άρθρου 1 "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής". Ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), με την οποία ορίσθηκε στο εδάφιο β αυτής ότι οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις διατάξεις της προηγουμένης περίπτωσης, καταργούνται, διότι η ρύθμιση αυτή τελεί σε συνάφεια με τη ρύθμιση της προηγούμενης διάταξης, που αντικατέστησε το άρθρο 19 του Ν. 3429/2005 στο σύνολό του και όρισε, καταργώντας τη σχετική εξαίρεση, ότι στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του εν λόγω νόμου [ενν.
του Ν. 3429/2005] υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2362/1995, με εξαίρεση το ταμείο του ν. 3864/2010 και τις εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και τη διαχείρισή τους.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 και του τρίτου άρθρου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε η οριζόντια μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τυγχάνουν εφαρμογής στις δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του Ν. 3429/2005, ανεξαρτήτως του εάν αυτές έχουν εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού, είτε κατ' εφαρμογή του εδαφίου α του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, είτε κατ' εφαρμογή του εδαφίου β του ιδίου νόμου με την έκδοση της προς τούτο κοινής υπουργικής απόφασης, είτε δεν έχουν εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού.
Η αληθής αυτή έννοια των ως άνω διατάξεων προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.6 του Ν. 3867/2010 (ΦΕΚ Α 128/3.8.2010), με την οποία ορίζεται ότι "δεν εξαιρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.5 του ν. 3833/2010 φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα που διέπονται από ειδικά καθεστώτα, όπως οι ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες έχουν ιδρυθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου πρώτου του ν. 1955/1991", οι οποίες, αναφερόμενες σε αυτήν ενδεικτικά (χρήση της λέξης "όπως"), το μεν κατά την παρ.2 του πρώτου άρθρου του εν λόγω νόμου (Ν. 1955/1991) λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σ` αυτές οι διατάξεις, που διέπουν εταιρείες που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 1147/2015), το δε κατά την ως άνω διάταξη του εδαφίου α του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005 ρητώς εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α του νόμου αυτού.
Άλλωστε, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει κατηγορίες απασχολουμένων, υπό οιαδήποτε μορφή, από τις ανωτέρω μειώσεις αποδοχών, τούτο το έπραξε ρητά, όπως συνέβη με την παρ.8 του άρθρου 1 του Ν. 3833/ 2010, κατά την οποία "οι ρυθμίσεις των παρ.5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β` του ν. 3429/2005, μεταξύ των οποίων οι ανώνυμες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες", με το άρθρο 6 του Ν. 3872/2010 (ΦΕΚ Α 148), σύμφωνα με το οποίο "από τις διατάξεις των παρ.2 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων και της παρ.1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου περί απαγόρευσης συνομολόγησης, χορήγησης ή καταβολής με οποιονδήποτε τρόπο αυξήσεων, καθώς και από τις διατάξεις των παρ.1, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, εξαιρείται αναδρομικά και αντιστοίχως, από 1 - 1 - 2010 και από 1 - 6 - 2010, το ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας" και με το τελευταίο εδάφιο της παρ.18 του τρίτου άρθρου του Ν. 3845/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 45 παρ.5 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α 66), με το οποίο εξαιρέθηκαν της εφαρμογής των διατάξεων των προηγουμένων εδαφίων της παραγράφου αυτής [που αφορούσαν τις μειώσεις μόνο από το Ν. 3845/2010] οι απασχολούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία είναι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ΟΠΕΚΕΠΕ, ΚΕΕΛΠΝΟ, ΚΕΘΕΑ και ΟΚΑΝΑ.
Αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων αυτών δεν μπορεί να συναχθεί από τις επικαλούμενες παρ.17, 18, 19 και 21 του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010, που προστέθηκαν με το άρθρο 2 του Ν. 3899/2010 και ορίζουν μεταξύ άλλων: "Παρ. 17. Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, απαγορεύεται από 1-1-2011 να υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ [...].
Παρ. 18. Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, μειώνονται, από 1-1-2011, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, καθώς και με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας. Εξαιρούνται, επίσης, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, εφόσον τα επιδόματα αυτά έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.6 του άρθρου αυτού.
Η μείωση του πρώτου εδαφίου διενεργείται εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων που εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στα δύο προηγούμενα εδάφια, υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αν με την εφαρμογή της διατάξεως του πρώτου εδαφίου οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές γενικά, υπολείπονται του ορίου του προηγούμενου εδαφίου, η μείωση περιορίζεται στο όριο των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ [...]. Παρ. 19. Το σύνολο των μειώσεων που επέρχεται με την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 17 και 18 δεν επιτρέπεται να υπερβεί κατά μήνα, υπολογιζόμενο σε δωδεκάμηνη βάση, το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά που θα καταβάλλονταν μηνιαίως, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Αν οι μειώσεις υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό, το όριο του πρώτου εδαφίου της παρ.17 αυξάνεται μέχρι του ποσοστού αυτού. Παρ. 21. Οι διατάξεις των παρ.17 έως και 20 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής ή κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.
Κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής ή κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές οι οποίες υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια που ορίζονται στις παρ.17 και 19, καταργείται.
Αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια αυτά αναπροσαρμόζονται αυτοδίκαια στο αντίστοιχο όριο". Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίσθηκαν ανώτατα και κατώτατα συνολικά όρια μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές διαμορφώνονται με τις επιβληθείσες νόμιμα μειώσεις, για την επιβολή περαιτέρω μειώσεων από 1.1.2011 των αναφερομένων σ` αυτές κατηγοριών εργαζομένων με υψηλές αποδοχές και δεν επήλθε διαφοροποίηση του πεδίου εφαρμογής των αρχικών (οριζοντίων) μειώσεων που προέβλεπαν οι ρυθμίσεις των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 (ΑΠ 1147/2015).
Ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από το ότι σε άλλες διατάξεις νόμων που αναφέρονται σε όλως διαφορετικά ζητήματα, όπως στο δικαίωμα προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας δημοσίων επιχειρήσεων που εμφανίζουν αρνητικά αποτελέσματα με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό τους ή επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό (άρθ. 56 παρ. 4 του Ν. 3691/2008) ή στην έννοια του δημοσίου τομέα για την εφαρμογή των κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης, με βάση την ενωσιακή νομοθεσία, και δημοσίου λογιστικού (άρθ. 14 παρ.1 του Ν. 4270/2014) γίνεται στις ως άνω διατάξεις ρητή μνεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005 "...
ανεξαρτήτως εάν έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή του νόμου αυτού...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 για αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016, λόγος αναίρεσης (μεταξύ άλλων) στηριζόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και κατά συνέπεια και στον ομοίου περιεχομένου αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα) εξετάζεται (και) αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 08.04.2013 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρία με την επωνυμία ".... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά την αναφερομένη στην εν λόγω αγωγή για τον καθένα ημερομηνία, προκειμένου να παράσχουν την εργασία τους με τις ειδικότητες του πολιτικού μηχανικού, του διοικητικού υπαλλήλου, του γραμματέα διεύθυνσης, του ηλεκτρολόγου μηχανικού κλπ, υπαγόμενοι στην από 25.11.2008 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε..
Ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αναιρεσείουσα, σε εφαρμογή των διατάξεων των Ν 3833/2010 και 3845/2010, προέβη σε περικοπή των αποδοχών τους και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά τα αναφερόμενα στην προμνησθείσα αγωγή ποσοστά για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο μέχρι Δεκέμβριο έτους 2010, μη νομίμως, όμως, καθόσον αυτή (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αναιρεσείουσα) είχε ρητά εξαιρεθεί από τον δημόσιο τομέα (ήτοι την εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν 3429/2005) και δεν υπαγόταν στις ρυθμίσεις των ανωτέρω νόμων, στις οποίες υπήχθη ρητά το πρώτον από 1.1.2011 ύστερα από την αντικατάσταση του άρθρ. 19 Ν 3429/2005 από τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 1 εδ.
β' Ν 3899/2010. Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθένα εξ αυτών τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων, όπως αυτές προκύπτουν βάσει των αποδοχών που αυτοί (ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι- αναιρεσίβλητοι) έπρεπε να λάβουν προ των περικοπών, σύμφωνα με την ανωτέρω ΕΣΣΕ, και εκείνων που τελικά έλαβαν, βάσει των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, άλλως και επικουρικά λόγω αντίθεσης των ανωτέρω διατάξεων των νόμων, που επέβαλαν τις περικοπές, στα άρθρα 22, 23, 28 του Συντάγματος, στις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, τα ποσά, δε, αυτά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προμνησθείσας αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 156/2014 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες τα αιτούμενα με την εν λόγω αγωγή ποσά. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγόμενης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απορρίπτοντας την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτοβαθμια απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η εναγόμενη συστήθηκε το 1996 ως ανώνυμη εταιρεία, θυγατρική του "Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε.", δυνάμει του από 10.5.1996 ισχύοντος Καταστατικού αυτής (ΦΕΚ τ.
ΑΕ - ΕΠΕ 1989/15.5.1996), του εγκριθέντος με την υπ' αριθμ. 11734/1360/5.4.1996 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και τελευταία τροποποιηθέντος την 23.2.2006 (ΦΕΚ 1527, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ/2006), καθώς επίσης με βάση τις διατάξεις των παρ. 2 περ. στ', 3, 4 και 5 του άρθρου 6 του ν.δ./τος 674 της 16/19.9.1970 (ΦΕΚ Α" 192) "Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", όπως αυτές προστέθηκαν με το άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α' 216/23.10.2008) και σύμφωνα με τις οποίες, (άρθρο 6 παρ. 2) "Ο Ο.Σ.Ε., [...], δύναται, [...], να ιδρύει επιχειρήσεις ή εταιρείες ή κοινοπραξίες κατασκευής έργων που χρηματοδοτούνται από κοινοτικά προγράμματα.
Στο αντικείμενο των πιο πάνω εταιρειών περιλαμβάνεται η ολική ή μερική μελέτη, δημοπράτηση, προμήθεια, κατασκευή, εξοπλισμός, οργάνωση, διαχείριση των έργων, καθώς και η διοίκηση, επίβλεψη και παρακολούθησή τους. [...] Οι ως άνω επιχειρήσεις ή εταιρείες που ιδρύει ο Ο.Σ.Ε. λειτουργούν για χάρη του δημόσιου συμφέροντος ως επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και εποπτεύονται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, όπως και ο Ο.Σ.
Ε" και περαιτέρο) (άρθρο 6 παρ. 3) "Ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.) δύναται με απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου να αναθέτει στην εταιρεία ".... Α.Ε.".. την παροχή προς αυτόν υπηρεσιών, κάθε φύσεως, που σχετίζονται με το σχεδίασμά, την ανάπτυξη, την υποστήριξη, τη λειτουργία ή τη συντήρηση των δραστηριοτήτων του".
Εξάλλου ο Ο.Σ.Ε.. σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος 674/1970, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε, κατόπιν συμπλήρωσης και τροποποίησής του, με το β.δ. 532/1972 (Φ.Ε.Κ. Α' 161) και όπως αυτό ισχύει μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ον. 3891/2010 (ΦΕΚ Α" 188/4.11.2010) για την "Αναδιάρθρωση, Εξυγίανση και Ανάπτυξη Ομίλου ΟΣΕ και ΤΡΑΙΝΟΣΕ", και περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις της Υπουργικής Απόφασης 41342/4616/27.12.1996 (Β' 1168/1996) "Καταστατικό του ΟΣΕ" (άρθρο 1 Κεφ.
Α'), ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδ/ώτικού δικαίου, με σκοπό την ενιαία οργάνωση, την εκμετάλλευση και ανάπτυξη των μεταφορών με σιδηροδρόμους (άρθρο 1 παρ. 1 β.δ. 532/1972), αποτελεί δε δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, με μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουσας διοικητική και οικονομική αυτονομία και υποκείμενης σε όλες τις διατάξεις της νομοθεσίας περί Ανωνύμων Εταιρειών, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο ως άνω β.δ., και ανήκει, τέλος, εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, τελώντας υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο (ος άνω νομοθέτημα (άρθρο 2 παρ. 1).
Με το ν. 3891/2010 και το άρθρο 43 παρ. 1 β' αυτού καταργήθηκαν οι ανωτέρω διατάξεις των παρ. 3, 4 και 5 του άρθρου 6 του ν.δ. 674/1970 και επαναπροσδιορίστηκαν οι αρμοδιότητες του ΟΣΕ, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του έναντι των θυγατρικών εταιρειών αυτού, ενώ περαιτέρω ορίστηκαν οι αρμοδιότητες της εναγόμενης ως εξής: (άρθρο 4) "Στις αρμοδιότητες της ...
περιλαμβάνονται: α) η μελέτη, δημοπράτηση, προμήθεια, κατασκευή, διοίκηση έργων σιδηροδρομικής υποδομής με των επ' αυτής σιδηροδρομικών συστημάτων, β) η παροχή υπηρεσιών προς τον ΟΣΕ σχετιζόμενων με το σχεδίασμά, ανάπτυξη και εφαρμογή των προγραμμάτων του, γ) η διενέργεια με μέριμνά της και δαπάνες του Δημοσίου ή τυχόν άλλων φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 1 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), κατά περίπτωση, απαλλοτριώσεων και επιτάξεων ιδιοκτησιών υπέρ τουΔημοσίου ή τυχόν άλλων φορέων του δημόσιου τομέα για την κατασκευή έργων σιδηροδρομικής υποδομής, καθώς και πάσης φύσεως έργων που της ανατίθενται, δ) η παροχή υπηρεσιών σχεδιασμού, ανάπτυξης, υποστήριξης, διαχείρισης, μελέτης, επίβλεψης και κατασκευής πάσης φύσεως έργων σε τρίτους στην Ελλάδα και το εξωτερικό και ε) κάθε άλλη δραστηριότητα που προβλέπεται από το καταστατικό της".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρ. 1 του Κεφ. Α' του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α' 314/27.12.2005) με θέμα "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)", "ως 'δημόσια επιχείρηση' νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", ενώ ) σύμφωνα με την παρ. 2 εδ.
α' του ίδιου άρθρου, "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:
α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του 50% ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου".
Επομένως, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, η εναγομένη είναι δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 εδ. α' του ν. 3429/2005, αφού αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε και χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τον ΟΣΕ, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενο αποκλειστικά από το ελληνικό δημόσιο κατά τα ως άνω εκτιθέμενα.
Ωστόσο, σύμφωνα με το β' εδάφιο της 1ης παρ. του άρθρου 19 του ν. 3429/2005, όπως αυτός ίσχυσε πριν την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α' 212/17.12.2010), ορίστηκε ότι, "Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού δύνανται να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής όλον ή ορισμένων διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του παρόντος νόμου και άλλες δημόσιες επιχειρήσεις".
Με βάση την νομοθετική εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό με το αρ. 47 παρ. 2 του Συντ., εκδόθηκε η με αριθμ. Φ3/18164/1440 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφοράς και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β' 424/7.4.2006). η οποία όρισε ότι "Εξαιρούμε από το πεδίο εφαρμογής όλων των διατάξεων του Κεφ.
Α' του ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΑΕΚΟ)" την ... Α.Ε. Η ισχύς της απόφασης αυτής αρχίζει από τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Έτσι, δυνάμει της ως άνω υπουργικής απόφασης και από ενάρξεως της ισχύος αυτής, ήτοι από 7.4.2006, η εναγόμενη εξαιρέθηκε από την εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ.
Α' του ν. 3429/2005. Στη συνέχεια, με το Ιο άρθρο παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 3899/2010 αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 του ν. 3429/2005 ως εξής: "Ια. Στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού, υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1Β' του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α') με εξαίρεση το Ταμείο του ν. 3864/2010 (ΦΕΚ 119 Α') και τις εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση τους. " και "Ιβ.
Οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 του ν. 3429/2005, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης, καταργούνται.", ελλείψει δε ειδικότερης νομοθετικής ρύθμισης, οι ανωτέρω διατάξεις αρχίζουν να ισχύουν από την ημέρα δημοσίευσής τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσείος.
ήτοι την 17.12.2010. Συνεπεία λοιπόν των οριζόμενων με τις προηγούμενες διατάξεις, η εναγομένη υπήχθη μόλις από την 17.12.2010 και εξής στο πεδίο εφαρμογής του Κεφ. Α' του ν. 3429/2005 για τις ΔΕΚΟ, από το οποίο είχε αρχικώς εξαιρεθεί δυνάμει της ως άνω κατ' εξουσιοδότηση του ν. 3429/2005 εκδοθείσας ΚΥΑ, η οποία καταργήθηκε με το ν. 3899/2010 κατά τα ανωτέρω.Περαιτέρω με το αρ. 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α' 40/15.3.2010) ορίστηκε ότι, "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Λ), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).
Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.. Σύμφωνα δε με το άρ. 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η ισγύς των ανωτέρω διατάξεων του 1ου άρθρου ορίστηκε αναδρομική, από την 1.1.2010. Περαιτέρω σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010. (ΦΕΚ Α' 65/6.5.2010) ορίστηκε ότι "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%). ...Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους", ενώ) με την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου προβλέφθηκε ότι, "6.
Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων I έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου- καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000)..." Τέλος, η ισχύς των εν λόγω διατάξεων ορίστηκε, σύμφωνα με το άρ. 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου, αρχόμενη από 1.6.2010.
Στη συνέχεια, ο νόμος 3899/2010, εισήγαγε την εκ νέου αναπροσαρμογή των αποδοχών των εργαζομένων στις δημόσιες επιχειρήσεις. Ειδικότερα με το άρθρο 2ο συμπλήρωσε τις ρυθμίσεις του άρθρου 3 του ν. 3845/2010, στο οποίο προσέθεσε τις υπ' αρ. 17-22 παραγράφους. Σύμφωνα με τη νέα παρ. 17 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 προβλέφθηκε ότι, "Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, απαγορεύεται από 1.1.2011 να υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
Για την εφαρμογή του ορίου του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές ή αποζημιώσεις, όπως διαμορφώνονται μετά την εφαρμογή των επόμενων παραγράφων", ενώ σύμφωνα με τη νέα παρ. 18 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, προβλέφθηκε ότι, "Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, μειώνονται, από 1.1.2011, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, καθώς και με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας. Εξαιρούνται επίσης, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, εφόσον τα επιδόματα αυτά έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού.
Η μείωση του πρώτου εδαφίου διενεργείται εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων που εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στα δύο προηγούμενα εδάφια, υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αν με την εφαρμογή της διατάξεως του πρώτου εδαφίου οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές γενικά, υπολείπονται του ορίου του προηγούμενου εδαφίου, η μείωση περιορίζεται στο όριο των χιλίων οκτακόσιων (1.800) ευρώ". Τέλος, με την παρ. 19 του άρθρου 3 ν. 3845/2010 ορίστηκε ότι, "Το σύνολο των μειώσεων που επέρχεται με την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 17 και 18 δεν επιτρέπεται να υπερβεί κατά μήνα, υπολογιζόμενο σε δωδεκάμηνη βάση, το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά που θα καταβάλλονταν μηνιαίος, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Αν οι μειώσεις υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό, το όριο του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 17 αυξάνεται μέχρι του ποσοστού αυτού". Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, κατά το χρόνο έκδοσης και έναρξης ισχύος του ν. 3833/2010, ήτοι την 15.3.2010, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 1 παρ. 5 του ίδιου νόμου περικοπές για τις αποδοχές και τα επιδόματα των εργαζομένων στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα που υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του Κεφ.
Α' του ν. 3429/2005, δεν αφορούσαν το εργαζόμενο στην εναγομένη προσωπικό, καθ' ότι αυτή είχε ήδη εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. Α' του ν. 3429/2005, δυνάμει της ως άνω, από 7.4.2006 ισχύουσας, υπ' αριθμ. Φ3/18164/1440 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφοράς και Επικοινωνιών.
Η εν λόγω απόφαση καταργήθηκε για το μέλλον, με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3899/2010, της οποίας η ισχύς, ελλείψει ειδικότερης νομοθετικής πρόβλεψης, κατέλαβε το χρονικό διάστημα μετά την 17.12.2010, ημέρα δημοσίευσης του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, έτσι ώστε για την εναγόμενη να χωρεί εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ.
Α' του ν. 3429/2005 μόλις από 17.12.2010 και εξής. Κατόπιν των ανωτέρω συνάγεται ότι η εναγόμενη μη νόμιμα προέβη σε περικοπές των αποδοχών των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2010 εως Δεκέμβριο 2010 και οι ενάγοντες δικαιούνται την διαφορά των αποδοχών ανάμεσα σε εκείνες που έπρεπε να λάβουν και σε εκίνες που έλαβαν με την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων .
Ειδικότερα, οι αποδοχές των εναγόντων για
το έτος 2010 διαμορφώνονταν σύμφωνα με τις συλλογικές ρυθμίσεις της από 3.4.2008 Εθνικής Κλαδικής ΣΣΕ (Πράξη κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας: 12/20.4.2008) και της υπ' αρ. 9/2008 ΔΑ (Πράξη κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας: 4/19.5.2008) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις τεχνικές, μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις.
Η ισχύς των εν λόγω συλλογικών ρυθμίσεων ορίστηκε καταρχήν για δύο έτη, αρχόμενη την 1.1.2008 και λήγουσα την 31.12.2009 (άρθρο 6 της ΣΣΕ και αντίστοιχα της ΔΑ), ενώ μετά την παρέλευση της ως άνω ημερομηνίας οι ρυθμίσεις αυτές εξακολούθησαν να ισχύουν δεσμευτικά ως αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1876/1990 -όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 2 παρ 5 της υπ' αρ. 6 ΠΥΣ./28.2.2012- και ως τη σύναψη νέας ΣΣΕ ή την έκδοση ΔΑ.
ήτοι εν προκειμένω της υπ' αρ. 4/2011 ΔΑ. Επομένως, πρέπει να καταβληθούν στον καθένα από τους ενάγοντες τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά για διαφορές μηνιαίων αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας , το ύψος των οποίων και ο τρόπος υπολογισμού τους που παρατίθεται στην αγωγή, δεν αμφισβητείται από την εναγομένη: 1/ Στην πρώτη , Δ.
Κ., το ποσό των 7.318,80€, 2/ Στην δεύτερη Ε. Γ., το ποσό των 9.532,86 €.,3/Στον τρίτο Γ. Κ., το ποσό των 9.619,41 ευρώ ,4/ Στον τέταρτο Δ. Ρ., το ποσό των 15.652,49€, 5/ Στην πέμπτη Μ. Τ., το ποσό των 8.118,17€ ,6/ Στην έκτη , Ε. Κ., το ποσό των 4.106,06Ε ,7/ Στον έβδομο Ι. Ν., το ποσό των 3.771,40€ ,8/ Στην όγδοη Ι. Τ., το ποσό των 3.031,64€ ,9/ Στην ένατη Ε. Μ., το ποσό των 3.831,04€ , 10/ Στον δέκατο , Χ.
Κ., το ποσό των 2.778.5^€\ 11/Στην ενδέκατη Χ. Μ., το ποσό τω 5.902,836,12) Στον δωδέκατο Δ. Α., το ποσό των 9.038,17 € , 13) Στην δέκατη τρίτη Τ. Τ., το ποσό 3.931,26€ , 14) Στον δέκατο τέταρτο Ν. Π., το ποσό των 12.563,39 €, 15) Στην δέκατη πέμπτη Ν. Κ., το ποσό των (3.561,62€), 16) Στον δέκατο έκτο Α. Γ., το ποσό των 5.501,30 € , 17) Στην δέκατη έβδομη Π. Κ., το ποσό των 3.599,42€ , 18) Στον δέκατο όγδοο Κ.
Μ., το ποσό των 7.156,976, 19) Στην δέκατη ένατη Α. Σ., το ποσό των 3.051,04 € , 20/ Στον εικοστό Ε. Γ., το ποσό των 6.999€, 21) Στον εικοστό πρώτο , Κ. Π., το ποσό των 8.392,12 €, 22) Στην εικοστή δεύτερη Μ. Μ., το ποσό των 9.354,73€, 23) Στον εικοστό τρίτο Α. Τ., το ποσό των 8.913,50€, 24/ Στον εικοστό τέταρτο Σ. Χ., το ποσό 8.698,21 , 25/ Στον εικοστό πέμπτο , Α.
Κ., το ποσό των 4.222,89€ , 26/ Στον εικοστό έκτο Α. Σ., το ποσό των 10.703,31€ ,
27) Στην εικοστή έβδομη , Β. Δ., το ποσό των 3.949,84€ , 28) Στον εικοστό όγδοο Δ.-Ν. Κ., το ποσό 9.611,09Ε , 29) Στην εικοστή ένατη Π. Φ., το ποσό των 8.668,276 , 30) Στον τριακοστό Δ. Γ., το ποσό 6.165.726....Όσα, δε, ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών νομικών διατάξεων, έκρινε ότι οι προβλεπόμενες στο άρθρ. 1 παρ. 5 Ν 3833/2010 περικοπές για τις αποδοχές και τα επιδόματα εργαζομένων στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημοσίου τομέα, που υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του Κεφ. A Ν 3429/2005, δεν αφορούσαν το εργαζόμενο προσωπικό αυτής (εναγόμενης....), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ...ότι οι διατάξεις των Ν 3833/2010 και 3845/2010, που προέβλεψαν τις περικοπές στις αποδοχές και
στα επιδόματα των εναγόντων......, κατισχύουν κάθε προγενέστερης γενικής ή ειδικής διάταξης και, συνεπώς, έχουν καταργήσει την προγενέστερη Φ3/18146/1440 - 2006 Υπουργική Απόφαση, που αφορούσε τις αποδοχές των τελευταίων...". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε και στη συνέχεια δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, καθότι στο πεδίο εφαρμογής αυτών υπαγόταν και το απασχολούμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προσωπικό της αναιρεσείουσας εταιρείας, εφόσον αυτή ήταν δημοσία επιχείρηση κατά την έννοια των παρ.1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, αδιαφόρως του εάν κατά το διάστημα μέχρι τις 17.12.2010 αυτή είχε εξαιρεθεί των (λοιπών) ρυθμίσεων του κεφαλαίου Α του τελευταίου αυτού νόμου.
Επομένως είναι βάσιμος ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα) πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής των ρυθμίσεων των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 στο απασχολούμενο από αυτήν προσωπικό, με αναφορά μάλιστα σχετικής εγκυκλίου της διοίκησης και με την επίκληση μερικής έστω (σιωπηράς) κατάργησης με τους νόμους αυτούς της ως άνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης που την εξαίρεσε από την εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως με την παρούσα, κατ' εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει η περαιτέρω έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος και του δευτέρου από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ) λόγου αναίρεσης.
Επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να γίνει δεκτή η ασκηθείσα από 28 Μαρτίου 2014 και με αριθ.
κατάθ. 42384/726/2014 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμό 156/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία την από 08 Απριλίου 2013 και με αριθ. κατάθ. 539/2013 αγωγή των εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσιβλήτων, να ερευνηθεί η αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη.
Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και του πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 9001/28.9.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται κατ' ουσία την από 28 Μαρτίου 2014 και με αριθμό κατάθεσης 42384/726/2014 έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 156/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Δικάζει την από 8 Απριλίου 2013 και με αριθμό κατάθεσης 539/2013 αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για την παρούσα δίκη, ως και τα δικαστικά έξοδα αυτών για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ