Legislator Case Law & Legislation
1459/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court judgment for awarding more than requested in civil action.

Case Number 1459/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment. The lower court awarded amounts that included claims previously limited to recognition, effectively granting more than requested. Consequently, the court annulled the contested decision and remanded the case for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) C.Pol.D.; Art. 559(9) C.Pol.D.: An appeal is admissible if the judgment lacks legal basis due to contradictory or insufficient reasoning on facts affecting the outcome, or if the court awards more than requested.

Keywords

AI generated
excessive judgment appeal admissibility legal basis remand for retrial court costs civil procedure Greek law

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) C.Pol.D.
Art. 559(9) C.Pol.D.
Art. 580(3) C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 191(2) C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1459 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1459/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Βαγενά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Ζ. του Ζ. και 2) Σ. συζ. Π. Ζ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Καψόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την χρονολογούμενη από 12-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 17-7-2012.

Εκδόθηκαν η 1658/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1926/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 17-7-2012 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι σύζυγοι ισχυρίσθηκαν ότι η ήδη αποβιώσασα, αρχικώς εναγομένη, Γ. Π., στην ουσιαστική και δικονομική θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ο ήδη αναιρεσείων, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος εκείνης, είχε προσλάβει με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον πρώτο εξ αυτών ως ψήστη και τη δεύτερη ως λαντζιέρα, για το εστιατόριο που διατηρούσε και ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η εναγομένη όφειλε στον καθένα από τους ενάγοντες τα χρηματικά ποσά που ειδικότερα προσδιορίζονται σ’ αυτήν, μεταξύ άλλων και για τα μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2007 έως 2011, για τις αποδοχές αδείας του ιδίου χρονικού διαστήματος και για τη νόμιμη προσαύξηση της παροχής εργασίας κατά τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος των ετών 2007 έως 2012.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εναγομένη ισχυρίσθηκε παραδεκτώς (βλ. τα πρακτικά της συζήτησης) ότι έχει εξοφλήσει άπαντα τα κονδύλια της αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός έγινε δεκτός πρωτοδίκως και η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και αφού υπολόγισε λεπτομερώς τα κατά νόμον ποσά, τα οποία ο καθένας από τους ενάγοντες θα έπρεπε να έχει λάβει για τις αιτίες που αναφέρθηκαν, έκρινε περαιτέρω ότι η προταθείσα ένσταση εξοφλήσεως "είναι απορριπτέα λόγω της προφανούς αοριστίας της [...], αφού δεν αναφέρονται [σ’ αυτήν] ούτε τα συνολικώς καταβληθέντα στους ενάγοντες ποσά, ούτε τα επί μέρους καταβληθέντα σε αυτούς ποσά για εκάστη αιτία, καθώς και ο χρόνος καταβολής αυτών για κάθε μια επίδικη αξίωση", μη δυνάμενη [η ένσταση] να συμπληρωθεί παραδεκτά από τις [επικαλούμενες και προσκομιζόμενες] αποδείξεις.

Περαιτέρω, όμως, κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων, δέχθηκε, ειδικότερα, και τα εξής: Ότι ο πρώτος από τους ενάγοντες θα έπρεπε να έχει λάβει [πέραν των άλλων] α) για δώρο Χριστουγέννων 2008 το ποσό των 997 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 842,63 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 31-12-2008 απόδειξη πληρωμής - εκκαθαριστικό σημείωμα που είναι υπογραμμένη από τον ίδιο, οπότει του οφείλεται η διαφορά που είναι 157,37 ευρώ, β) για δώρο Πάσχα 2009 το ποσό των 620,55 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 505,57 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 28-4-2009 απόδειξη πληρωμής - εκκαθαριστικό σημείωμα που είναι υπογραμμένη από τον ίδιο, οπότε του οφείλεται η διαφορά που είναι 114,90 ευρώ.

Ότι η δεύτερη από τους ενάγοντες θα έπρεπε να έχει λάβει [πέραν των άλλων] α) για δώρο Χριστουγέννων 2008 το ποσό των 975 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 817,87 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 31-12-2008 απόδειξη πληρωμής - εκκαθαριστικό σημείωμα που είναι υπογραμμένη από την ίδια, οπότε της οφείλεται η διαφορά που είναι 157,13 ευρώ, β) για δώρο Πάσχα 2009 το ποσό των 606,90 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 490,72 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 28-4-2009 απόδειξη πληρωμής - εκκαθαριστικό σημείωμα που είναι υπογραμμένη από την ίδια, οπότε της οφείλεται η διαφορά που είναι 116,18 ευρώ.

Ότι, περαιτέρω, αμφότεροι οι ενάγοντες δεν είχαν λάβει ουδέν ποσό για επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας (ενώ έπαιρναν άδεια αναπαύσεως in natura), καθ’ όσον ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγομένης δεν αποδεικνύεται, διότι ούτε στο βιβλίο αδειών ούτε στις "αναλυτικές καταστάσεις μισθοδοσίας", που προσκομίζονται από την εναγομένη και απεικονίζουν τις επί μέρους οφειλόμενες και ως καταβληθείσες φερόμενες αποδοχές, δεν υπάρχει η υπογραφή των εναγόντων.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές (και όλες τις υπόλοιπες, ως προς τις οποίες δεν διατυπώνεται αιτίαση με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως) το δικαστήριο της ουσίας εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας καταψηφιστικά στον πρώτο από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 17.388,24 ευρώ και στη δεύτερη από αυτούς το συνολικό ποσό των 15.161,22 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις.

Με την αιτιολογία αυτή, όμως, το μονομελές εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση. Πράγματι, ενώ κατ’ αρχήν δέχεται ότι ο περί εξοφλήσεως (ΑΚ 416) ισχυρισμός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, στη συνέχεια, αντιφατικώς, τον ερευνά κατ’ ουσίαν και, στις περιπτώσεις που αναφέρονται παραπάνω, τον κρίνει ως βάσιμο, στηριζόμενο στις "αποδείξεις πληρωμής - εκκαθαριστικά σημειώματα" που μνημονεύει.

Ενώ για όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις δέχεται ότι τα έγραφα αυτά δεν έχουν ουδεμία αποδεικτική ισχύ, επειδή δεν φέρουν την υπογραφή των εργαζομένων, παρά τη δικονομική επιταγή σύμφωνα με την οποία, στη διαδικασία με την οποία δίκασε, λαμβάνονται υπ’ όψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΚΠολΔ 671 εδ.

α’ , που εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου καταθέσεως της εφέσεως). Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι ως άνω παραβιάσεις και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν [...]".Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο, οι ενάγοντες περιόρισαν το αρχικό, καταψηφιστικό αίτημα της ένδικης αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό.

Ειδικότερα, από τις ένδικες αξιώσεις, ο πρώτος από αυτούς ζήτησε να του επιδικασθεί ποσό 10.500 ευρώ για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2007 έως 2011 και ποσό 9.450 ευρώ για επιδόματα αδείας και αποδοχές αδείας των ετών 2007 έως 2009. Ο ίδιος περιόρισε σε αναγνωριστικό το αίτημα για τις υπόλοιπες αξιώσεις του, μεταξύ των οποίων και αυτές για επιδόματα αδείας και αποδοχές αδείας των ετών 2010 και 2011 και για προσαύξηση ημερομισθίου Κυριακών των ετών 2007 έως 2012.

Παρομοίως, η δεύτερη από τους ενάγοντες ζήτησε να της επιδικασθεί ποσό 7.500 ευρώ για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2007 έως 2011 και ποσό 11.812,50 ευρώ για επιδόματα αδείας και αποδοχές αδείας των ετών 2007 έως 2011. Η ίδια περιόρισε σε αναγνωριστικό το αίτημα για τις υπόλοιπες αξιώσεις της, μεταξύ των οποίων και αυτές για προσαύξηση ημερομισθίου Κυριακών των ετών 2007 έως 2012.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, το μονομελές εφετείο επιδίκασε καταψηφιστικά στον πρώτο από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 17.388,24 ευρώ και στη δεύτερη από αυτούς το συνολικό ποσό των 15.161,22 ευρώ. Στα ποσά που επιδικάσθηκαν καταψηφιστικά περιλαμβάνονται και οι ως άνω αξιώσεις, για τις οποίες το αίτημα της αγωγής είχε περιορισθεί σε αναγνωριστικό.

Με τον τρόπο αυτό, όμως, και παρά το γεγονός ότι σε απόλυτους αριθμούς τα ποσά που επιδικάσθηκαν είναι μικρότερα από το συνολικό ποσό, στο οποίο ο καθένας από τους ενάγοντες διατήρησε τον καταψηφιστικό χαρακτήρα του αιτήματός του, το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε καταψηφιστικά αυτοτελείς αξιώσεις που είχαν ζητηθεί μόνο αναγνωριστικά.

Με τον τρόπο αυτό επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται οι ως άνω παραβίαση και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτουμένου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1926/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Ιουνίου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ