1459/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Αριστείδη Πελεκάνο και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1459/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "από την επισκόπηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, και ειδικότερα, ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1459 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1459/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Αριστείδη Πελεκάνο και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βούτσινο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πλέγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουλίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 791/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4/2013 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Δεκεμβρίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν, ουσιαστικού δικαίου, κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ή (και) των διεθνών συμβάσεων. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει και το άρθρο 25 εδ. α' ΑΚ, κατά το οποίο "οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη".
Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται και το άρθρο 3 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν. 1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, το οποίο ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι "η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη", στο δεύτερο εδάφιο ότι "η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης" και στο τρίτο εδάφιο ότι "με την επιλογή αυτή οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος της σύμβασης τους".
Με βάση, έτσι, την, απορρέουσα από αμφοτέρους τους ως άνω κανόνες, αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή ή να αναφέρεται σε ορισμένο κλάδο ή τμήμα του εν λόγω δικαίου, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί ηθελημένο περιεχόμενο της συμβάσεως. Εξάλλου, η ύπαρξη ή μη συμφωνίας περί του εφαρμοστέου δικαίου είναι πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα, γι' αυτό και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποτελούσα πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου. (ΑΠ 665/11, ΑΠ 904/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα πού προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα, συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ Α.Π.2/1989).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 11/1996, 12/1991).
Με τον πρώτο, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, λόγο, της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα αφενός η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 25 ΑΚ δέχθηκε ότι η ένδικη, μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση ασφάλισης είχε συμφωνηθεί με ρητό όρο αυτής (σύμβασης) να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της περί υπάρξεως προφορικής συμφωνίας των μερών προς υπαγωγή των ες αυτής (ένδικης σύμβασης) διαφορών στις διατάξεις, του ελληνικού ασφαλιστικού δικαίου και αφετέρου η από το άρθρο 559αρ 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον με την ασκηθείσα έφεσή της προβληθέντα λόγο, με τον οποίο αυτή, επανέφερε τον πρωτοδίκως προβληθέντα και με την προσβαλλομένη με την έφεση απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορριφθέντα ισχυρισμό της, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εφαρμογής στην ένδικη σύβαση ασφάλισης του ελληνικού και όχι του Αγγλικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "από την επισκόπηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, και ειδικότερα, ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο συνετάγη μεταξύ των διαδίκων και το οποίο, όπως προκύπτει, προσκόμισαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αμφότεροι οι διάδικοι, όπως εξάλλου συνομολογεί και η ενάγουσα - εκκαλούσα στο δικόγραφο της Προσθήκης - Αντίκρουσης των Προτάσεων της, που κατέθεσε στο Δικαστήριο τούτο, είχε συμφωνηθεί ρητά, μεταξύ των διαδίκων, ότι για την ένδικη σύμβαση θαλάσσιας ασφαλίσεως, εφαρμοστέο είναι το αγγλικό δίκαιο και η αγγλική πρακτική, και πλέον συγκεκριμένα, οι επισυναπτόμενες στο ασφαλιστήριο και αποτελούσες αναπόσπαστο τμήμα αυτού, Ρήτρες θαλαμηγών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1/1 1/1985 και ρήτρες Ταχυπλόων Σκαφών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1/11/1985 (INSTITUTE YACHT CLAUSES 1.11.1985 και INSTITUTE SPEEDBOAT CLAUSES 1.11.1985).
Επομένως, λόγω της ανωτέρω συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων ρήτρας, η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ασφαλιστικής συμβάσεως, όπως και οι όροι αυτής, θα κριθούν σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, εφόσον τούτο διέπει την επίδικη σύμβαση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η υποβολή της ως άνω ασφαλιστικής συμβάσεως στις διατάξεις του Αγγλικού δικαίου βάσει του περιληφθέντος σ' αυτή σχετικού όρου, που αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως, υπήρξε καθ' όλα νόμιμη, δοθέντος ότι, αποτελεί καθιερωθείσα συναλλακτική πρακτική, οι ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται στην Ελλάδα και αφορούν πλωτά ναυπηγήματα (σκάφη) και πλοία να διέπονται από το Αγγλικό Δίκαιο και την Αγγλική πρακτική, λόγω της ευελιξίας του δικαίου τούτου, της αυστηρότητας του, της απαρεγκλήτου τηρήσεως των υποχρεώσεων, τις οποίες επιβάλει στους συμβαλλόμενους, την επί σειρά ετών νομολογιακή διαμόρφωσή του και την καθιέρωσή του στην παγκόσμια ναυτιλιακή πρακτική.
Ενώ πρέπει να λεχθεί ότι, η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, δεν ήταν σύμβαση προσχωρήσεως, στην οποία προσχώρησε η ενάγουσα, αλλά αντίθετα, αυτή διαμορφώθηκε από τους διαδίκους, η οποία μπορούσε να τροποποιηθεί με τις διαπραγματεύσεις και να ορισθεί ως εφαρμοστέο δίκαιο το ελληνικό δίκαιο. Ενόψει των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε επί της επίδικης διαφοράς τις διατάξεις του Αγγλικού ουσιαστικού δικαίου, και επομένως, πρέπει, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης που υποστηρίζει τ' αντίθετα."Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, κρινόμενες, συνακολούθως, απορριπτέες ως αβάσιμες αφού αποδεικνύεται αφενός ότι ο από την αναιρεσείουσα, υπό τη μορφή παραπόνου κατά της απορριπτικής του προβληθέντος ως άνω ισχυρισμού κρίσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, διατυπωθείς, σχετικός λόγος της έφεσης της ερευνήθηκε και απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση και αφετέρου παραδοχή, μη υποκειμένη, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με την ύπαρξη ρητής συμφωνίας των διαδίκων, περί του ότι στην ένδικη σύμβαση ναυτικής ασφάλισης εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που περιέχεται στον Αγγλικό νόμο περί θαλάσσιας ασφάλισης του 1906 (Marine Insurance Act 1906), το οποίο οι διάδικοι επέλεξαν, ύστερα από σχετικές διαπραγματεύσεις, αντί του δυναμένου να επιλεγεί Ελληνικού ασφαλιστικού δικαίου, και όχι κατά προσχώρηση στο εκ των προτέρων επιλεγέν από την αναιρεσίβλητη Αγγλικό δίκαιο, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Ο περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο όρος επιλογής του εφαρμοστέου στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση Αγγλικού δικαίου πάσχει ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας της από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ 2 Η παρ i Ν.Δ 400/70, που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, επιβαλλομένης υποχρέωση γνωστοποίησης σ' αυτήν (αναιρεσείουσα), πριν από την κατάρτιση της σύμβασης, του προτεινομένου από την τελευταία και τελικώς επιλεγέντος Αγγλικού δικαίου κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος ενόψει της ρητής σχετικής παραδοχής της προσβαλλομένης απόφασης ότι "υπό τα δεδομένα αυτά είναι νόμιμη η υποβολή της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης στις διατάξεις του Αγγλικού δικαίου βάσει του περιληφθέντος σ' αυτή σχετικού όρου, που αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως" η οποία (διαπραγμάτευση) προϋποθέτει την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (εφόσον η αναιρεσείουσα ομολογεί ότι η δική της πρόταση δεν περιείχε ρητή υπόδειξη επιλογής δικαίου (βλ 26η σελίδα υπομνήματός της) γνωστοποίηση του προταθέντος προς εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου το οποίο και τελικώς επελέγη ελευθέρως από τα συμβληθέντα μέρη αφού κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, "η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση δεν ήταν σύμβαση προσχωρήσεως, στην οποία προσχώρησε η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) αλλά αντίθετα αυτή διαμορφώθηκε από τους διαδίκους, η οποία θα μπορούσε να τροποποιηθεί με τις διαπραγματεύσεις και να ορισθεί ως εφαρμοστέο δίκαιο το Ελληνικό δίκαιο".
Το Αγγλικό Δίκαιο της ναυτικής ασφαλίσεως περιέχεται κωδικοποιημένο στον Αγγλικό Νόμο περί Θαλασσίας ναυτικής Ασφαλίσεως του 1906 [Marine Insurance Act 1906]. οι διατάξεις του οποίου, ερμηνευόμενες και εμπλουτιζόμενες διαρκώς από τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων [case Law] και τους Άγγλους συγγραφείς και ερμηνευτές του Δικαίου [Authorities] ισχύουν αναλλοίωτες μέχρι σήμερα.
Οι διατάξεις του ως άνω Αγγλικού Νόμου [ΜΙΑ 1006] έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφαλίσεως πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλασσίων μέσων, αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Αποτελεί διεθνή συναλλακτική συνήθεια στον κλάδο ασφαλίσεως πλοίων, σκαφών και φορτίων να διέπεται η ασφάλιση, πέραν των διατάξεων του ανωτέρω εφαρμοστέου νόμου, και υπό εντύπων κωδικοποιημένων όρων ασφαλίσεως, εκπονημένων κατά κανόνα από το συλλογικό φορέα των Άγγλων Ασφαλιστών, που εδρεύει στο Λονδίνο, με την επωνυμία Ινστιτούτο Ασφαλισών του Λονδίνου [Institute of London Underwriters].
Σε περίπτωση συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως, η οποία διέπεται από το Αγγλικό Δίκαιο, αυτή ερμηνεύεται βάσει των διατάξεων του περί ναυτικής ασφαλίσεως νόμου, του κοινού δικαίου και της Αγγλικής πρακτικής, σε συνδυασμό προς τους εκάστοτε όρους ασφαλίσεως του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών, οι οποίοι προσιδιάζουν στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο και κατά τη συμφωνία των μερών ενσωματώνονται στο ασφαλιστήριο.
Εξ άλλου, βασική και θεμελιώδης αρχή του δικαίου της ναυτικής ασφαλίσεως αποτελεί η αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως [uberrima Fides], η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 17 του ως άνω Νόμου [ΜΙΑ 1906], που ορίζει ότι: "Μία σύμβαση ναυτικής ασφαλίσεως είναι σύμβαση βασιζόμενη στην υπέρτατη καλή πίστη [the utmost goolPPaith], και εάν η υπέρτατη καλή πίστη δεν τηρηθή υφ' οιουδήποτε συμβαλλομένου, δύναται ν' ακυρωθή υπό του άλλου συμβαλλομένου μέρους".
Με την παραπάνω διάταξη θεσπίζεται ρητά, η αμοιβαία υποχρέωση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών για την επίδειξη της υπερτάτης καλής πίστεως εντός των πλαισίων της μεταξύ των συναλλαγής, από του σταδίου των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως μέχρι και μετά την λήξη αυτής, περιλαμβανομένου του σταδίου της υποβολής απαιτήσεως εκ μέρους του ασφαλισμένου.
Ο ασφαλισμένος έχει το καθήκον να αποκαλύψει όχι μόνον όλα τα ουσιώδη περιστατικά προ της καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, αλλά και κάθε νέο ουσιώδες περιστατικό σε κάθε επομένη ανανέωση του ασφαλιστηρίου. Περιστατικά, τα οποία αντικειμενικά, έχουν την τάση να οδηγούν σε επίταση του κινδύνου ή σε επαύξηση της ευθύνης του ασφαλιστού, σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιζομένου κινδύνου, είναι ουσιώδη και ενδιαφέρουν τον ασφαλιστή, εφ' όσον θα ληφθούν σοβαρά υπόψη από αυτόν, κατά τη διαμόρφωση της αποφάσεώς του να αναλάβει ή όχι τον κίνδυνο, και κυρίαρχα για τον προσδιορισμό του ύψους της παροχής του ασφαλισμένου, δηλαδή του ασφαλίστρου (άρθρο 19 ΜΙΑ 1906).
Η συνέπεια της μη τηρήσεως εκ μέρους οιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών του καθήκοντος επιδείξεως της υπέρτατης καλής πίστεως ορίζεται από το Νόμο [ΜΙΑ 1906], ο οποίος δίνει το δικαίωμα στο έτερο συμβαλλόμενο μέρος, (άρθρο 20 ΜΙΑ) να ακυρώσει την ασφαλιστική σύμβαση. Καθίσταται, δηλαδή αυτή ακυρώσιμη κατ' επιλογή του βλαπτομένου μέρους.
Το δικαίωμα ακυρώσεως δύναται ν' ασκηθεί κατά πάντα χρόνο, ακόμη μετά τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου, εφόσον όμως ασκηθεί έχει αναδρομική ισχύ, με την έννοια ότι, η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη εξ αρχής [ab initio].
Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση, κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε - με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13, 495/2013, ΑΠ 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 17, 18 και 20 του Αγγλικού Νόμου "MARINE INSURANCE ACT 1906" έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την από την αναιρεσίβλητη, προς αντίκρουση της κατ' αυτής ασκηθείσας από την ίδια (αναιρεσείουσα ) αγωγής, προβληθείσα και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιουμένη ένσταση απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής της προβλεπομένης ασφαλιστικής αποζημίωσης δεχθείσα (κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων) ακυρότητα της ένδικης σύμβασης ναυτικής ασφάλισης απορρέουσα από την παράβαση από την εν λόγω ασφαλιζόμενη-αναιρεσείουσα, κατά την κατάρτιση της (ένδικης σύμβασης ναυτικής ασφάλισης), της υποχρέωσης τήρησης της υπέρτατης καλής πίστεως (αναληθείς δηλώσεις, απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων) παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την αποδοχή της.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εταιρία ("... ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε") είναι πλοιοκτήτρια εταιρία του υπό Ελληνική σημαία του ...
τουριστικού σκάφους "...", Νηολ.Πειραιώς 6677, κ.ο.χ 74,48, κ.κ χ. 43,13. Η ενανουένη εταιρία (ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ") είναι ασφαλιστική εταιρία, η οποία ασφαλίζει μεταξύ άλλων, πλοία και σκάφη αναψυχής. Στις 4/4/2007 η εταιρία με την επωνυμία "BLUE LINE YACHTING INSURANCE", ασφαλειομεσίτρια της ενάγουσας, διαβίβασε τηλεομοιοτυπικά στην εναγομένη (αναιρεσίβλητη) την από 3/4/2007 πρόταση ασφάλισης, με την οποία ζήτησε από την εναγομένη, να ασφαλίσει για ένα (1) έτος το σκάφος αναψυχής της ενάγουσας "...".
Στην υπ’ αριθμό 2 παράγραφο της ως άνω πρότασης ασφάλισης, που έφερε την επικεφαλίδα "ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΚΑΦΟΥΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΩΝ", έναντι της ένδειξης "ΥΛΙΚΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ", είχε σημειωθεί χειρόγραφα η συντομογραφία: "GRP", ήτοι ενισχυμένο πλαστικό και στην ένδειξη "ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΑΓΟΡΑΣ" είχε σημειωθεί χειρόγραφα το ποσό των 300.000 ευρώ.
Επίσης στην παράγραφο 3 της παραπάνω πρότασης, που έφερε την επικεφαλίδα "ΧΡΗΣΗ ΣΚΑΦΟΥΣ", έναντι των ενδείξεων "ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΜΟΝΟ" ΚΑΙ "ΕΝΟΙΚΙΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΠΛΗΡΩΜΑ", είχε τεθεί αντίστοιχα το σημείο "ν", ενώ έναντι της ένδειξης "ΕΝΟΙΚΙΑΣΗ ΜΕ ΠΛΗΡΩΜΗ" δεν είχε σημειωθεί οτιδήποτε. Στη συνέχεια, αφού η εναγομένη αποδέχθηκε την ανωτέρω πρόταση ασφάλισης, καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία, η εναγομένη ασφάλισε (κατά τους όρους του Ινστιτούτου ασφαλιστών Λονδίνου για σκάφη αναψυχής) το ανωτέρω σκάφος (με αντικείμενο ασφάλισης "MOTOR YACHT - PRIVATE" (Μηχανοκίνητη Θαλαμηγός- Ιδιωτική), [κατασκευασμένο από υλικό GRP (ενισχυμένο, πλαστικό)], την μηχανή (Hull and Machinery) καθώς και την αστική ευθύνη του σκάφους, τα μεν πρώτα (σκάφος και μηχανή) μέχρι του ποσού του 300.000 ευρώ, τη δε δεύτερη μέχρι του ποσού των 540.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 840.000 ευρώ, έναντι ασφαλίστρων 2.100,15 ευρώ, για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, το οποίο άρχιζε από την 12.00' μεσημβρινή της 4/4/2007 και έληγε την 12.00' μεσημβρινή της 4/4/2008.
Μεταξύ των διαδίκων συνετάγη το με αριθμό ... "ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλάδου σκαφών". Στις 26/4/2007 και ώρα 10.58', το ένδικο σκάφος που ήταν ελλιμενισμένο στη Μαρίνα Καλαμακίου κατ' εντολή της εναγομένης, επισκέφθηκε ο Α. Μ., υπάλληλος της, ο οποίος έλαβε και φωτογραφίες αυτού, από τις οποίες προκύπτει, α) ότι το σκάφος ήταν ελλιμενισμένο στην ανωτέρω Μαρίνα, και β) ότι η ονομασία του ήταν ...
χωρίς όμως να προκύπτει και το υλικό κατασκευής αυτού. Στη συνέχεια, στις 22/8/2007 η ανωτέρω ασφαλειομεσίτρια της ενάγουσας (BLUE LINE INSURANCE), διαβίβασε τηλεομοιοτυπικά στην εναγομένη δύο πιστοποιητικά, ήτοι το από 8/7/1998 έγγραφο εθνικότητας του σκάφους και το από 22/7/1996 Πιστοποιητικό Καταμέτρησης αυτού, όπου και στα δύο αυτά έγγραφα, ως υλικό κατασκευής του σκάφους είχε καταχωρηθεί η ένδειξη στην αγγλική γλώσσα "GRP", δηλαδή ενισχυμένο πλαστικό.
Από τα ίδια, ως αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, την 25/7/2007, το ως άνω σκάφος, με Κυβερνήτη τον διαχειριστή της ενάγουσας Π. Γ., απέπλευσε από τον Πειραιά, προς το Λαγονήσι - Αττικής και από το εκεί ευρισκόμενο ξενοδοχείο "Grand Resort", με τη βοήθεια βοηθητικής λέμβου, παρέλαβε πέντε επιβάτες, ήτοι τους E. V., E. Z., E. A., E. V. (Ρωσικής καταγωγής) και την Λ.
Γ., οι οποίοι το είχαν ναυλώσει (βλ.προσκομιζόμενο από 23/7/2007 Ναυλοσύμφωνο) και ανεχώρησε με προορισμό τη νήσο "Πάτροκλος", με πλήρωμα τον ανωτέρω αναφερόμενο Κυβερνήτη και ναύτη το Δ. Γ. (βλ. από 23/7/2007 έγγραφο του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά). Κατά τον περίπλου της νησίδος Αρσίδας, παρά την Παλαιά Φώκαια, και περί ώρα 14.00', το πλοίο προσέκρουσε επί παρακειμένου σκοπέλου, τον οποίο δεν εντόπισε ο κυβερνήτης του σκάφους, παρά το γεγονός, ότι όλα τα όργανα του σκάφους, παρά το γεγονός, ότι όλα τα όργανα του σκάφους ήταν σε πλήρη λειτουργία, με αποτέλεσμα την ακυβερνησία του σκάφους, την εισροή υδάτων σ' αυτό και την αδυναμία των αντλιών του πλοίου να τα αντλήσουν.
Κατόπιν τούτου, ο Κυβερνήτης εξέπεμψε σήμα κίνδυνου, αποβίβασε όλους τους επιβάτες στην παρακείμενη ακτή με τη βοηθητική λέμβο του πλοίου, με τη συνδρομή αλιευτικού σκάφους, το οποίο στη συνέχεια οδήγησε το πλοίο σε ασφαλή θέση για την αποφυγή βυθίσεως και προκλήσεως ρυπάνσεως. ... Από την ανωτέρω πρόσκρουση το σκάφος υπέστη εκτεταμένες ζημίες στα μηχανήματα και τον εξοπλισμό του όπως αναλυτικά αναφέρονται παρακάτω:...
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα ενημέρωσε, προφορικά την εναγομένη για τις συνθήκες του ατυχήματος. Η εναγομένη με την από 20/8/2007 "ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ" την οποία παρέλαβε στις 26/10/2007 ο διαχειριστής της ενάγουσας, Π. Γ., κατήγγειλε την υφιστάμενη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας ασφαλιστική σύμβαση, λόγω παράβασης, εκ προθέσεως, της υποχρέωσης ανακοινώσεως των στοιχείων εκείνων που ήταν ουσιώδη για την εκτίμηση του προς ασφάλιση κινδύνου και αρνήθηκε την κάλυψη του.
Ειδικότερα οι λόγοι καταγγελίας συνίσταντο : 1)στο ότι το σκάφος ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και όχι από ενισχυμένο πλαστικό υλικό, που είχε αναφέρει ως υλικό κατασκευής αυτού στην υποβληθείσα σ' αυτήν (εναγομένη) αίτηση ασφαλίσεως, και 2) στο ότι, ενώ το σκάφος θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά και μόνο για ιδιωτική χρήση και δη για προσωπική ευχαρίστηση, ουδέποτε την ενημέρωσε (η ενάγουσα), ότι, το σκάφος βρισκόταν, ή βρέθηκε σε ναύλο, όπως τη συγκεκριμένη ημέρα του ατυχήματος, με αποτέλεσμα αν τα γεγονότα αυτά ήταν εξ αρχής γνωστά, δεν θα είχε προβεί στην ασφάλιση του ένδικου σκάφους.
Στη συνέχεια, μεταξύ των διαδίκων αντηλλάγησαν διάφορες επιστολές, αλλά η εναγομένη στην από 25/9/2008 επιστολή της, που απηύθυνε στον Π. Γ., ανέφερε και πάλι τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατή η κάλυψη της υφισταμένης ζημίας που υπέστη το σκάφος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι, το ένδικο σκάφος που κατασκευάστηκε στις 23/7/1996 και ονομαζόταν ΤΣΑΝΣ (CHANCE), το αγόρασε η ενάγουσα την 1/6/1998 έναντι 42.000 Δολλ.
ΗΠΑ και το μετονόμασε σε "...". Στις 8/7/1998 καταχωρήθηκε στο βιβλίο Νηολογίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά η μεταβίβαση και εκδόθηκε το νέο έγγραφο εθνικότητας αυτού, στο οποίο ως υλικό κατασκευής του φερόταν το ενισχυμένο πλαστικό. Από το Πρωτόκολλο όμως Γενικής Επιθεώρησης Μικρού Ε/Γ πλοίου, που εκδόθηκε την 28/5/2004, από τον Ελληνικό Νηογνώμονα, ως υλικό ναυπήγησης του ένδικου σκάφους αναφερόταν η ξυλεία, ενώ το ίδιο πρωτόκολλο, που εκδόθηκε στις 18/7/2007 από το Γραφείο Πειραιά του Νηογνώμονα Lloyd's Register, ως υλικό κατασκευής αναφέρεται εσφαλμένα το ενισχυμένο πλαστικό.
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα, τουλάχιστον από το έτος 2004, γνώριζε ότι αυτό ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και όχι από ενισχυμένο πλαστικό, γεγονός άλλωστε που ομολογεί η ίδια στην ένδικη αγωγή της, όμως αυτή δεν προέβη έναντι των αρχών σε καμία ενέργεια διόρθωσης της εσφαλμένης αυτής καταχώρισης, με συνέπεια να εκδίδονται τα ανωτέρω πιστοποιητικά με αναληθές περιεχόμενο.
Κατά συνέπεια, η δήλωση που καταχωρήθηκε στην πρόταση ασφάλισης, σχετικά με το υλικό κατασκευής του σκάφους δεν αποτελεί παραδρομή της ασφαλειομεσίτριάς της (BLUE LINE YACHTING INSURANCE), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά απεικόνιση των αναληθών δηλώσεων που περιλαμβάνονται στο από 8/7/1998 έγγραφο εθνικότητας του σκάφους και στο από 22/7/1996 Πιστοποιητικό Καταμέτρησης αυτού, τα οποία απεστάλησαν στην εναγομένη, με σκοπό την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης.
Τα ανωτέρω ενισχύονται και από υπ' αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο συνετάγη μεταξύ της ενάγουσας και της ασφαλιστικής εταιρείας "COMMERCIAL VALUE AAE" και το οποίο προσκομίζει η ενάγουσα, σύμφωνα με το οποίο, η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία είχε ασφαλίσει το ένδικο σκάφος για το χρονικό διάστημα από 4/6/2004 έως 14/6/2005 και στο οποίο αναγράφεται ως υλικό κατασκευής "Wood" δηλαδή ξύλο.
Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας, ο οποίος αποτελεί και το δεύτερο λόγο εφέσεώς της, ότι η εναγομένη γνώριζε το υλικό κατασκευής του (σκάφους), πριν προβεί στην ασφάλισή του, αφού αυτή, μέσω πραγματογνώμονα της, το είχε επιθεωρήσει λεπτομερώς, ελέγχεται ως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο Α.
Μ. που επισκέφτηκε το πλοίο στις 26/4/2007, ήταν Διοικητικός υπάλληλος της εναγομένης και δεν είχε τεχνικές γνώσεις, προκειμένου να διαπιστώσει το υλικό κατασκευής του σκάφους, το οποίο άλλωστε δεν ήταν ορατό με γυμνό οφθαλμό ούτε από την επισκόπιση των φωτογραφιών του σκάφους (βλ. από 11/10/2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΒΜΤ Marine and Offshore surveys).
Επί πλέον πρέπει να λεχθεί, ότι η εντολή που είχε λάβει από την εναγομένη ο ανωτέρω (Α. Μ.) ήταν να διαπιστώσει, αν το ένδικο σκάφος βρισκόταν ελλιμενισμένο στη Μαρίνα Καλαμακίου και όχι να διαπιστώσει το υλικό κατασκευής του. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος που αναλαμβάνει η εναγομένη με την ασφάλιση ενός ξύλινου σκάφους είναι μεγαλύτερος, απ' ότι ενός σκάφους με εvισχυμένο πλαστικό, και επιπλέον, τα ασφάλιστρα που απαιτούνται για την ασφάλιση ξυλίνου σκάφους είναι υψηλότερα απ' ότι ενός πλαστικού (βλ.
υπ' αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ" του ξύλινου σκάφους "MY JAIL", παρόμοιου με το ένδικο σκάφος, όπου τα μικτά ασφάλιστρα ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 11/12/2005 έως 11/6/2006 ήτοι έξι (6) μηνών σε 3.201,37 € και τα ετήσια σε 6.402,74 ευρώ).
Όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεών της με την εναγόμενη εταιρεία για την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως του ως άνω σκάφους, και συγκεκριμένα την 3/4/2007, που έγινε μέσω της ασφαλειομεσίτριας της ενάγουσας ("BLUE LINE YACHTING INSURANCE"), δήλωσε ότι το προς ασφάλιση σκάφος της "..." ήταν κατασκευασμένο από υλικό "GRP" ήτοι ενισχυρένο πλαστικό και ότι ήταν μόνο για "ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ".
Όμως οι δηλώσεις αυτές της ενάγουσας ήταν αναληθείς, αφού αποδείχθηκε: Α) Ότι το ως άνω σκάφος ήταν κατασκευασμένο από "ξύλο" και Β) Ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος (25/7/2007) ήταν ναυλωμένο \σε τρίτα πρόσωπα και είχε ως πλήρωμα: Κυβερνήτη τον Π. Γ. και ναύτη το Δ. Γ.. Με βάση τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση ότι oι προαναφερόμενες ανακριβείς δηλώσεις της ενάγουσας καθώς και οι μη αποκαλύψεις αυτής αφορούν περιστατικά που ήταν γνωστά στην ίδια και που είναι "ουσιώδη", δηλαδή μπορούν να επηρεάσουν και πράγματι επηρέασαν στην προκείμενη περίπτωση την απόφαση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας για την κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου και το συμφωνηθέντος ασφαλίστρου.
Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον η ενάγουσα, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως ασφαλίσεως, αφενός μεν δήλωσε αναληθώς στην εναγομένη, αφετέρου δε παρέλειψε να δηλώσει σ' αυτήν ουσιώδη γεγονότα γνωστά στην ίδια, τα οποία αν γνώριζε η εναγομένη δεν θα προέβαινε στη σύναψη της ένδικης σύμβασης για την κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου, αυτή (εναγομένη) δεν είναι υπόχρεη στην καταβολή της επίδικης ασφαλιστικής αποζημίωσης, καθόσον οι παραπάνω αναληθείς δηλώσεις και μη αποκαλύψεις, έχουν ως αποτέλεσμα την, με επιλογή της εναγομένης, ακύρωση (ενεργούσα αναδρομικώς) της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Συνακόλουθα, κατά παραδοχή της προβληθείσης από την εναγομένη, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, νόμιμης ένστασης, που θεμελιώνεται στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 20 του αγγλικού νόμου "MARINE INSURANCE ACT 1906 (ΜΙΑ 1906)", ως κατ' ουσίαν βάσιμης πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ακολούθως το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις του Αγγλικού νόμου διαλαβόν στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασής του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις, το πραγματικό των οποίων και καλύπτουν πλήρως αυτά δικαίολογούντα απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση.
Από τη διάταξη του αρθρ.559 αρ.10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο παραπάνω δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος με τον οποίο προβάλλεται η από το αρθ.559 αρ.10 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος αναφορικά με την αποδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη από τα άρθρα 17, 18 και 20ΜΙΑ 1906 ένστασης δέχθηκε, παρά το νόμο ως αληθείς τους προβληθέντες από την ενισταμένη - αναιρεσίβλητη προς θεμελίωση αυτής (ένστασης) αυτοτελείς ισχυρισμούς της χωρίς να προσκομιστεί σχετική περί αυτών απόδειξη, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, από τις υπ' αριθμ. ...
και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμ/φου Πειραιώς Μαρίας Νάκου - Μανίσαλη, οι οποίες έχουν ληφθεί με την επιμέλεια της ενάγουσας, νομότυπα και μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Κ.) καθώς και από όλα.τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", ελεγχομένης συνακολούθως αρνητικά της προβαλλομένης σχετικής αιτίασης .
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ 495 παρ 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-13 και με αριθμ. καταθ. 124/13, αίτηση αναίρεσης της 4/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στα χίλια οκτακόσια (1.800)ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ