1459/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2006 και υπ' αριθ. κατάθ. 479/16-1-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3639/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2871/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-11-2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1459/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, ο ασφαλιστής αποκτά το δικαίωμα να στραφεί κατά του ασφαλισμένου και να απαιτήσει από εκείνον ό,τι εκείνος όφειλε και αυτός, εξαιτίας της ασφαλιστικής κάλυψης της ευθύνης του, κατέβαλε στον ζημιωθέντα, έχοντας όμως ο ασφαλισμένος κατά την άσκηση της αξίωσης αυτής του ασφαλιστή, τη δυνατότητα να αντιτάξει ό,τι θα μπορούσε να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος (ΑΠ 194/1992).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1459 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1459/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Δρυλλεράκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Χαρίσογλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2006 και υπ' αριθ. κατάθ. 479/16-1-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3639/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2871/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου, τρίτου και πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τέταρτου και έκτου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 αριθμ. 12 της υπ' αριθμ. Κ4/585/5-4-1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην" (ΦΕΚ 795/1978 ΑΕ και ΕΠΕ) "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι αμέσως ή εμμέσως από έκρηξιν ή φλόγας του οχήματος ή πυρκαϊάν μεταδοθείσαν εξ αυτού".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή για το λόγο που αναφέρεται σ' αυτή, όχι έναντι αυτού που ζημιώθηκε αλλά μόνο έναντι του ασφαλισμένου. Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης.
Αυτό μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με την παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/385/5-4-1978 Α.Υ.Ε. και συγκεκριμένα στον παραπάνω όρο, ενώ αρκεί προς τούτο και παραπομπή απευθείας στο ΦΕΚ που περιέχει την εν λόγω Υπουργική Απόφαση (ΑΠ 76/2005, ΑΠ 1101/2004). Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με διάφορους τρόπους, όπως με την καταβολή των ασφαλίστρων, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, την επικόλληση στο παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου του ειδικού σήματος που παραδίδει ο ασφαλιστής στον αντισυμβαλλόμενο ή τη δήλωση του επιγενόμενου ατυχήματος (ΑΠ 1491/2006, ΑΠ 525/2001).
Η συνομολόγηση του προαναφερόμενου όρου δεν απαλλάσσει, όπως ήδη αναφέρθηκε, τον ασφαλιστή της υποχρέωσης να αποζημιώσει τον τρίτο που ζημιώθηκε, παρέχει όμως σ' αυτόν δικαίωμα αναγωγής, η οποία στηρίζεται στο γεγονός ότι, χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση από την ασφαλιστική "σύμβαση κατέβαλε στον ζημιωθέντα το ποσό της ζημίας του και με τον τρόπο αυτό, ελευθέρωσε τον ασφαλισμένο από τη δική του ευθύνη, υποκαθιστάμενος, κατά τη διάταξη του άρθρου 488 ΑΚ, στα δικαιώματα του ζημιωθέντος, του οποίου η απαίτηση μεταβιβάζεται από το νόμο αυτοδικαίως σ' αυτόν.
Έτσι, ο ασφαλιστής αποκτά το δικαίωμα να στραφεί κατά του ασφαλισμένου και να απαιτήσει από εκείνον ό,τι εκείνος όφειλε και αυτός, εξαιτίας της ασφαλιστικής κάλυψης της ευθύνης του, κατέβαλε στον ζημιωθέντα, έχοντας όμως ο ασφαλισμένος κατά την άσκηση της αξίωσης αυτής του ασφαλιστή, τη δυνατότητα να αντιτάξει ό,τι θα μπορούσε να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος (ΑΠ 194/1992).
Με το νεότερο Νόμο 3557/2007 περιορίσθηκαν δραστικά οι περιπτώσεις των λόγων εξαίρεσης τους οποίους προέβλεπαν τα άρθρα 25 και 26 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. και τους οποίους μπορούσε ο ασφαλιστής να συμφωνήσει υπέρ του, συνάπτοντας την ασφαλιστική σύμβαση, μεταξύ δε αυτών και η περίπτωση του αριθμού 12 του άρθρου 25, με συνέπεια ο λόγος αυτός να μην επιτρέπεται να διαλαμβάνεται πλέον ως λόγος εξαίρεσης στις συναπτόμενες συμβάσεις, στις δε υφιστάμενες να καθίσταται εφεξής αυτοδικαίως άκυρος, εφόσον όμως δεν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου (14.5.2007). Αντίθετα, στις περιπτώσεις, όπως η κρινόμενη, όπου η ασφαλιστική περίπτωση έχει επέλθει στις 5-1-2004, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του νόμου και η σχετική αξίωση του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου έχει γεννηθεί, αυτή δεν επηρεάζεται από το νέο νόμο.
Η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη ζημιών που προξενούνται αμέσως ή εμμέσως από έκρηξη ή φλόγα του ασφαλισμένου οχήματος ή πυρκαϊά που μεταδόθηκε από αυτό σε αυτοκίνητο τρίτου, αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος. Όμως, προϋπόθεση για τη λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (ΑΚ 330).
Επομένως, ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει ή κατέβαλε οικειοθελώς αποζημίωση σε τρίτο ζημιωθέντα, χωρίς να έχει ευθύνη λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών από πυρκαϊά σε αυτοκίνητο τρίτου, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου και να αξιώσει από αυτόν το καταβληθέν ποσό, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα στην πρόκλησή της.
Για την απόδειξη του ως άνω στοιχείου της υπαιτιότητας, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση απαλλαγής του ασφαλιστή, δεν υπάρχουν στο Ελληνικό δίκαιο ιδιωτικής ασφάλισης ειδικές διατάξεις που να ρυθμίζουν το θέμα αυτό. Αλλά ούτε και στα άρθρα 25 και 26 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, ούτε στο Νόμο 2496/1997 υπάρχουν γενικές ή ειδικές ρυθμίσεις, από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί ερμηνευτική απάντηση στο εν λόγω ζήτημα.
Επομένως, η απάντηση πρέπει να δοθεί με αξιοποίηση των γενικών αρχών, όπως είναι η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής, που εκδηλώνεται με την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη ή την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΑΚ 330, 335, 336, 337 και 382). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η ευθύνη του οφειλέτη, στην περίπτωση της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής διέπεται από την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας.
Κατά συνέπεια, εναπόκειται στον εξ αναγωγής εναγόμενο να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 2277/2009, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, με την υπ' αριθμ. καταθ. 479/16-1-2007 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι στις 5-1-2004 το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ίδια, ανεφλέγη ενώ βρισκόταν σταθμευμένο στο χωριό Τζερμιάδο Λασιθίου Κρήτης, μεταδίδοντας στη συνέχεια τη φωτιά στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ε. Π., με αποτέλεσμα το τελευταίο να υποστεί ολοσχερή καταστροφή. Ότι η ίδια υποχρεώθηκε στα πλαίσια του εξώδικου συμβιβασμού που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του ιδιοκτήτη του ως άνω υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 17.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος του.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε, επικαλούμενη συμβατικό όρο εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη στην περίπτωση που η ζημία του τρίτου προκαλείται από πυρκαγιά του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 17.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2871/2009 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 5-1-2004 και περί ώρα 05.00 π.μ. στο χωριό Τζερμιάδο Λασιθίου Κρήτης προκλήθηκε πυρκαγιά στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εναγομένου Ε.
Σ., καθόν χρόνο αυτό βρισκόταν σταθμευμένο στην άκρη του δρόμου, με αποτέλεσμα το ίδιο να καταστραφεί ολοσχερώς και μετακινούμενο στη συνέχεια προς τα εμπρός, να μεταδώσει τη φωτιά στο σταθμευμένο σε απόσταση 10 μέτρων, στον ίδιο δρόμο έμπροσθεν αυτού με αντίθετη κατεύθυνση, υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ε.
Π.. Σύμφωνα με την από 5-1-2004 έκθεση αυτοψίας του αρχιπυροσβέστη Σ. Ζ., η πυρκαγιά εκδηλώθηκε στο εσωτερικό του πρώτου αυτοκινήτου από την πλευρά του οδηγού και μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς το αυτοκίνητο μετακινήθηκε περίπου 15 μέτρα από άγνωστη αιτία και ακούμπησε με το μπροστινό μέρος το υπ' αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο και του μετέδωσε την πυρκαγιά. Επίσης στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι το χειρόφρενο του αυτοκινήτου δεν ήταν δεμένο, ενώ υπήρχε ταχύτητα στο σασμάν. Ο Ε. Δ. - μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος που διενήργησε στη συνέχεια πραγματογνωμοσύνη μετά από πρόσκληση της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αγίου Νικολάου, στην από 18-1-2004 Τεχνική Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, αναφέρει ότι τα αίτια της πυρκαγιάς προκλήθηκαν από άγνωστο εξωτερικό παράγοντα και η φωτιά ξεκίνησε από το σημείο μεταξύ καθίσματος του οδηγού και πεντάλ συμπλέκτη - χωρίς, πάντως να οφείλεται σε βλάβη της ηλεκτρικής εγκατάστασης ή του μηχανισμού θέρμανσης του οχήματος και χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις βραχυκυκλώματος.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση το αυτοκίνητο κινήθηκε προς τα εμπρός σε απόσταση 10 μέτρων, πιθανώς μετά από ενεργοποίηση της μίζας του, λόγω της θερμοκρασίας που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του εξαιτίας της πυρκαγιάς, που έλιωσε τα καλώδια, σε συνδυασμό με το ότι το κιβώτιο ταχυτήτων ήταν χαλασμένο και το χειρόφρενο εκτός λειτουργίας.
Εξαιτίας της πυρκαγιάς, το αυτοκίνητο του Ε. Π., μάρκας Mitsubishi Pajero Pinin H60, 1834 cc, υπέστη εκτεταμένες ζημιές και συγκεκριμένα, κάηκε ο βενζινοκινητήρας του, η ηλεκτρική εγκατάσταση και ολόκληρο το εμπρόσθιο μέρος του, από τον προφυλακτήρα μέχρι το ταμπλώ των οργάνων. Το κόστος της επισκευής αυτού ανέρχεται στο ποσό των 19.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
Η αξία του εν λόγω αυτοκινήτου πριν από τη σύγκρουση, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό είχε τεθεί σε κυκλοφορία το Νοέμβριο του έτους 2002 και είχε διανύσει 35.000 χιλιόμετρα, ανερχόταν στο ποσό των 18.500 ευρώ. Έτσι με συνυπολογισμό και της μείωσης της αξίας του, η επισκευή του ήταν οικονομικά ασύμφορη και ως εκ τούτου θεωρείται από οικονομικής άποψης ότι αυτό έχει υποστεί ολική καταστροφή.
Επιπλέον, ενόψει του ότι το πλαίσιο του αυτοκινήτου (σασί), λόγω της υψηλής θερμοκρασίας που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου από την πυρκαγιά για αρκετά λεπτά της ώρας, έχει χάσει τη μηχανική αντοχή που είχε πριν, τυχόν επισκευή του θα εγκυμονούσε κινδύνους τόσο για τους επιβαίνοντες σ' αυτό, όσο και για άλλα οχήματα, οπότε θεωρείται ότι έχει υποστεί ολική καταστροφή και από τεχνική άποψη.
Κατά συνέπεια η ζημία του ιδιοκτήτη του, Ε. Π. από τη φθορά του ανέρχεται στην πιο πάνω προσδιορισθείσα αξία του πριν το ατύχημα, αφαιρούμενης της αξίας των υπολειμμάτων του, που υπολογίζεται στο ποσό των 500 ευρώ, δηλαδή 18.000 (18.500 - 500) ευρώ (σημειωτέον ότι η αξία αυτού δεν αμφισβητείται).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το πιο πάνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου, ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από πρόκληση ζημιών σε τρίτους στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία. Συγκεκριμένα, μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστικό συμβόλαιο που κάλυπτε την χρονική περίοδο από 16-1-2003 μέχρι 16-1-2004.
Προς τούτο, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία μετά από εξώδικο συμβιβασμό που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του ιδιοκτήτη του καταστραφέντος αυτοκινήτου, Ε. Π., κατέβαλε στον τελευταίο το ποσό των 17.000 ευρώ για την ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησης του (Π.) από την καταστροφή του αυτοκινήτου του. Το ποσό αυτό διεκδικεί τώρα αναγωγικά από τον εναγόμενο, επικαλούμενη συμβατικό όρο εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη στην περίπτωση που η ζημία του τρίτου προκαλείται από πυρκαγιά του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.
Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, σύμφωνα με ρητό όρο του πιο πάνω υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου, ο οποίος είχε τη μορφή γενικού όρου συναλλαγών, είχαν εξαιρεθεί από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ άλλων, οι ζημίες που προκλήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από έκρηξη ή φλόγες του οχήματος που μεταδόθηκαν σ' αυτό.
Ο όρος αυτός-ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα και το περιεχόμενο του άρθρου 25 αριθμ. 12 της Κ4/585/5-4-1978 Α.Υ.Ε., στην οποία παρέπεμπε ρητά η ασφαλιστική σύμβαση - ήταν δεσμευτικός για τους διαδίκους, αφού είχε καταστεί περιεχόμενο της μεταξύ τους σύμβασης με την ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφαλίσεως, ο δε εναγόμενος σε κάθε περίπτωση, είχε σιωπηρά αποδεχθεί τους όρους του ασφαλιστηρίου, με την καταβολή των ασφαλίστρων, αλλά και στη συνέχεια, με τη δήλωση του ένδικου ατυχήματος, επικαλούμενος τις συνέπειες του ασφαλιστηρίου σε βάρος της ενάγουσας.
Με βάση τον παραπάνω όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, η ενάγουσα απαλλάσσεται της συμβατικής υποχρέωσής της να καλύψει τον εναγόμενο όσον αφορά στην απαίτηση του ιδιοκτήτη του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκινήτου Ε. Π. για αποζημίωσή του από την καταστροφή του οχήματος του εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, την οποία ήδη ικανοποίησε η ενάγουσα και συνεπώς ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει το ποσό των 17.000 ευρώ, το οποίο αυτή κατέβαλε στον παραπάνω τρίτο ζημιωθέντα (Π.) και ανταποκρίνεται κατά τα προαναφερόμενα στη ζημία που ο τελευταίος υπέστη από την παραπάνω αιτία.
Ο εναγόμενος συνομολογεί την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα τον βαρύνει για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, αφού είχε παραδώσει το αυτοκίνητό του για επισκευή στο συνεργείο του Ε. Π. ένα μήνα πριν το ατύχημα, ενώ ο λόγος της ανάφλεξης είναι άγνωστος.
Ο ισχυρισμός του αυτός, αν θεωρηθεί ότι βάλλει κατά της ύπαρξης της σε βάρος του απαίτησης του Ε. Π. και εξ αυτού του λόγου και κατά της επίδικης αναγωγικής αξίωσης της ενάγουσας, με την έννοια ότι, αν στο πρόσωπο του ασφαλισμένου της δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης του, δεν υφίσταται και δικό της δικαίωμα αναγωγής, δεν αρκεί για να άρει την ευθύνη του έναντι του ζημιωθέντος τρίτου και κατ' επέκταση και την υποχρέωση του να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό που εκείνη κατέβαλε στον ζημιωθέντα (απαλλάσσοντας τον ίδιο από τη σχετική υποχρέωση), αφού η ευθύνη του ως ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στηριζόμενη στο ν.
ΓΠΝ/1911, είναι αντικειμενική και ανατρέπεται μόνο με την προβολή και απόδειξη ενός από τους ρητά προβλεπόμενους στο νόμο λόγους, δηλαδή ανώτερης βίας, αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος ή πταίσματος τρίτου προσώπου που δεν ανήκει στην υπηρεσία του αυτοκινήτου και όχι μόνο με την επίκληση της έλλειψης δικής του υπαιτιότητας.
Το γεγονός δε ότι τα αίτια της ζημίας παρέμειναν τελικά άγνωστα δε μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή του από τη σχετική ευθύνη του.
Αλλά και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του βάλλει ευθέως κατά της αναγωγικής αξίωσης της ενάγουσας, με την έννοια ότι η τελευταία δεν δικαιούται να στραφεί κατ' αυτού ως λήπτη της ασφάλισης και να αξιώσει το ως άνω καταβληθέν ποσό, αφού η ρήτρα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του, γιατί δεν τον βαρύνει καμιά υπαιτιότητα σε σχέση με την ανάφλεξη του αυτοκινήτου, δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο η ουσιαστική βασιμότητά του.
Αντίθετα αποδεικνύεται ο εναγόμενος βαρύνεται με αμέλεια για την πρόκληση της πυρκαγιάς του αυτοκινήτου του. Ειδικότερα το ανωτέρω αυτοκίνητο του, μάρκας OPEL ASCONA, έτους κυκλοφορίας 1985, παρουσίαζε μηχανικό πρόβλημα στο κιβώτιο ταχυτήτων (σασμάν) και γι' αυτό το λόγο ο ενάγων το είχε παραδώσει ένα μήνα πριν, στον εγγονό του Ε.
Σ. προκειμένου να το μεταφέρει στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων του Ε. Π. για την αποκατάσταση του προβλήματος. Επειδή όμως στο συνεργείο δεν υπήρχε επαρκής χώρος για τη στάθμευση, ο ιδιοκτήτης του συνεργείου συνέστησε στον Ε. Σ. να το πάρει και να το επιστρέψει για επισκευή, αφού πρώτα προμηθευόταν τα υποδειχθέντα από αυτόν απαιτούμενα ανταλλακτικά.
Έτσι ο τελευταίος πήρε το αυτοκίνητο, χωρίς όμως στη συνέχεια να το επαναφέρει στο συνεργείο. Ο ίδιος ο εγγονός του εναγομένου εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι όταν πήγε το αυτοκίνητο στο συνεργείο, το παρέδωσε στο μηχανικό και το άφησε σε μία "αλάνα". Όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα αξιόπιστο μέσο.
Ο ιδιοκτήτης του συνεργείου, εξεταζόμενος προανακριτικά κατέθεσε ότι το αυτοκίνητο το πάρκαρε ο Ε. Σ. (εγγονός) στο δρόμο γιατί δεν υπήρχε χώρος στο συνεργείο του και ότι στο σημείο εκείνο βρισκόταν το αυτοκίνητο επί ένα μήνα. Επίσης ότι το αυτοκίνητο είχε κάποιο πρόβλημα, πλην όμως κυκλοφορούσε και ότι ο εναγόμενος δεν του είχε πάει ακόμη τα ανταλλακτικά για να γίνει η επισκευή.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η εκδήλωση της πυρκαγιάς έγινε καθόν χρόνο το αυτοκίνητο βρισκόταν σταθμευμένο στο δρόμο. Τούτο προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία, στο οδόστρωμα στο σημείο που ήταν σταθμευμένο (πριν τη φωτιά) το πρώτο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, υπήρχαν σπασμένα τμήματα κρυστάλλων αυτοκινήτου με κάπνα στην επιφάνειά τους και εξ' αυτού του λόγου ο ως άνω πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στο σημείο εκείνο έγινε η έναρξη της φωτιάς, έπειτα δε λόγω της υπερθέρμανσης η θραύση των κρυστάλλων και μετά η κίνηση του οχήματος προς τα εμπρός.
Όπως δε αναφέρθηκε πιο πάνω το χειρόφρενο του αυτοκινήτου ήταν λυμένο και στο σασμάν υπήρχε ταχύτητα, που σημαίνει ότι κάποιος επιχείρησε να θέσει σε λειτουργία το αυτοκίνητο και το εγκατέλειψε όταν προκλήθηκε ανάφλεξη. Βέβαια δε μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης της πόρτας του αυτοκινήτου, αφού σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση αυτοψίας από την έρευνα που έγινε δεν βρέθηκαν ίχνη παραβίασης.
Κάτι τέτοιο εξάλλου δεν ισχυρίζεται ούτε ο εναγόμενος. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω στοιχεία, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η θέση σε λειτουργία του αυτοκινήτου επιχειρήθηκε, είτε από τον ενάγοντα, είτε τον εγγονό του, στον οποίο ο πρώτος είχε αναθέσει να επιμεληθεί της επισκευής του και ότι εγκαταλείφθηκε αμέσως μετά την ανάφλεξη.
Επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος περί έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου και άρση εξ αυτού του λόγου της ευθύνης του. Αντίθετα το τελευταίο βαρύνει αμέλεια στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, αφού γνώριζε την ύπαρξη του μηχανικού προβλήματος του αυτοκινήτου του και δεν είχε φροντίσει να προβεί στην επιδιόρθωση αυτού, ώστε να αποφευχθεί το παραπάνω επιζήμιο γεγονός, ενώ ο ίδιος δεν είχε αποξενωθεί της κατοχής του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την ως άνω προσωρινή παράδοση στον εγγονό του προκειμένου να επιμεληθεί της επισκευής του.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, ούτε εσφαλμένως εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν.
Ειδικότερα ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, από το Εφετείο, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 4 του Ν. ΓΠΝ/1911, 2 περ.1, 6 παρ.1, 10 παρ.1 και 11 παρ.1 του Ν. 489/1976 και του άρθρου 25 αριθ. 12 της Κ4/585/5-4-1978 ΑΥΕ, καθώς και του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 2496/1997, με την επίκληση ότι προϋπόθεση για την ευθύνη του λήπτη της ασφάλισης είναι να αναφέρεται στην αγωγή και να αποδεικνύεται από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία η υπαιτιότητα αυτού (ΑΚ 330) ώστε να δικαιούται αυτή να στραφεί αναγωγικώς κατ' αυτού, ως κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, σε τρίτον, από μετάδοση πυρκαϊάς στο αυτοκίνητό του και καταστροφή αυτού από το ζημιογόνο αυτοκίνητο, στο οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαϊά, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή του ορισμού του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, με την επίκληση ότι θα έπρεπε η ασφαλιστική εταιρεία να αποδείξει την υπαιτιότητα του ασφαλισμένου της, στην πρόκληση της πυρκαϊάς και όχι ο εναγόμενος ασφαλισμένος της, που αρνήθηκε ότι τον βαρύνει κάποια υπαιτιότητα, και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με την επίκληση ότι ο ισχυρισμός περί υπαιτιότητας του εναγομένου, ουδέποτε από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) προτάθηκε, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στον εξ αναγωγής εναγόμενο ασφαλισμένο εναπόκειται να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας.
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (Ολ.ΑΠ 1/1987).
Εξάλλου, με τα άρθρα 520 παρ. 1 και 533 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της έφεσης, καθώς και ότι το Εφετείο, αν κρίνει παραδεκτή την έφεση, εξετάζει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι όταν έγινε δεκτή πρωτοδίκως η αγωγή και ασκήθηκε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε με τους λόγους εφέσεως, έστω κι αν προτάθηκε με τις προτάσεις του εκκαλούντος ή ήταν εξεταστέος αυτεπαγγέλτως, αφού αφενός μεν πρόταση νέου λόγου εφέσεως με τις προτάσεις δεν είναι παραδεκτή, (άρα ο ισχυρισμός δεν προτάθηκε "νομίμως", στο Εφετείο, όπως απαιτεί η προπαρατεθείσα διάταξη), αφετέρου δε μόνο το γεγονός ότι ο μη προταθείς ισχυρισμός ήταν εξεταστέος αυτεπαγγέλτως δεν αρκεί για το παραδεκτό του επ' αυτού στηριζόμενου λόγου αναίρεσης, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις περιπτώσεις που αναφέρονται στην προπαρατεθείσα διάταξη (ΑΠ 500/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 και όχι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έκρινε την αγωγή ορισμένη, ενώ έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος να την απορρίψει, λόγω αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, επειδή σε κανένα σημείο αυτού δεν αναφέρει την ύπαρξη πταίσματος του εναγομένου στην ανάφλεξη του οχήματος του αλλά ούτε και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία το θεμελιώνουν.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, έπρεπε να προτείνει την αοριστία της αγωγής με λόγο εφέσεως, πλην όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε με αυτή στο Εφετείο, αλλά μόνον με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση της έφεσης.
Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προβλήθηκαν απαραδέκτως, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των προτάσεων της ασφαλιστικής εταιρείας ενώπιον του Εφετείου, αναφέρονται ένα προς ένα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν έγινε (όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων) γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που αυτή είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως. Τέλος, ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς όλα τα ζητήματα, από τα ρητώς στην απόφαση αυτή αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία (ΑΠ 1360/2010).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 23-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 2871/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ