Legislator Case Law & Legislation
1459/2011 AI generated

1459/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1459/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2000 αγωγή της Χ. χας Ε. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2001 μη οριστική, 33/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 258/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της δύο τελευταίων αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-2-2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1459/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η (αρχικώς) ενάγουσα Χ. Χ., μητέρα της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, και η αδελφή της Β. Μ., μητέρα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, είχαν αγοράσει με το .../1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άρτας Δημοσθένη Παπαβασιλείου, που μεταγράφηκε νομίμως, ένα οικόπεδο εμβαδού 200,12 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." Αγίου Νικολάου.

Keywords

AI generated
agreement on devolved inheritance shares auction terms non-implementation of the offending agreements contractual consideration ratification of settlement withdrawal following settlement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1459 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1459/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Χ. του Ε. συζ. Δ. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παναγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2000 αγωγή της Χ. χας Ε. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2001 μη οριστική, 33/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 258/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της δύο τελευταίων αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-2-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 5-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (ΟλΑΠ 40/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης 258/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλόμενης 33/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

2.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 180, 211, 214, 513 και 1033 ΑΚ, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε περίπτωση καταχωρισμένης, σε συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύμβασης πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.

Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου. Καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο.

Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η (αρχικώς) ενάγουσα Χ. Χ., μητέρα της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, και η αδελφή της Β. Μ., μητέρα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, είχαν αγοράσει με το .../1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άρτας Δημοσθένη Παπαβασιλείου, που μεταγράφηκε νομίμως, ένα οικόπεδο εμβαδού 200,12 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." Αγίου Νικολάου.

Μετά από χρόνια με βάση την …/1983 οικοδομική άδεια ανήγειραν στο οικόπεδο αυτό ισόγεια οικοδομή εμβαδού 97.46 τ.μ. Για την ανέγερση της οικοδομής αυτής συνήψαν από κοινού δάνειο με την Εθνική Κτηματική Τράπεζα ποσού 855.000 δρχ. Στην συνέχεια οι δύο αδελφές με την .../1985 πράξη του συμβολαιογράφου Άρτας Β. Ν., που μεταγράφηκε νομίμως, συνέστησαν επί της οικοδομής οριζόντια ιδιοκτησία, κατά την οποία καθεμία αδελφή εμφανιζόταν ως συγκυρία του ισογείου και του 1ου ορόφου σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

Περαιτέρω με το από 1-8-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό οι δύο αδελφές: (ι) Προέβησαν σε άτυπη διανομή της οικοδομής, σύμφωνα με την οποία η μεν (αρχικώς) ενάγουσα Χ. Χ., αφού η αδελφή της Β. Μ. της μεταβίβασε ατύπως το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου (50%), έλαβε ολόκληρο το ισόγειο, η δε Β. Μ., αφού η αδελφή της Χ. Χ. της μεταβίβασε (ατύπως) το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου (50%), έλαβε ολόκληρο τον 1° όροφο (αέρινη στήλη), (ιι) Ρύθμισαν τις μεταξύ τους οικονομικές διαφορές, ήτοι (α) η Χ.

Χ. ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην Β. Μ. 100.000 δρχ. σε συμψηφισμό των δαπανών της δεύτερης για την ανέγερση του ισογείου, ενώ η πρώτη θα κατέβαλλε και το ήμισυ των δαπανών της εκδόσεως οικοδομικής αδείας για τον 1° όροφο και (β) συμφωνήθηκε ότι οι οφειλόμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις από το δάνειο της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας θα εξοφλούνταν κατά το 1/2 και από τις δύο αδελφές.

Στην συνέχεια η Χ. Χ. με το .../3-9-1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άρτας Β. Ν., που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε στον εναγόμενο, γιο της Β. Μ., το μερίδιό της, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της αέρινης στήλης του 1ου ορόφου της οικοδομής. Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται ως αιτία της μεταβιβάσεως η πώληση του ως άνω μεριδίου αντί ποσού 450.000 δρχ.

Σκοπός των συμβαλλομένων στην ως άνω σύμβαση που συνήφθη με το .../1986 συμβόλαιο ήταν να υλοποιήσουν με νόμιμο τρόπο την προαναφερθείσα άτυπη συμφωνία διανομής των δύο αδελφών, επελέγη δε ο τρόπος της "πωλήσεως" απ' ευθείας στον εναγόμενο του μεριδίου της ενάγουσας προκειμένου να αποφευχθεί η δια συμβολαίου διανομή μεταξύ των αδελφών και η εν συνεχεία μεταβίβαση του 1ου ορόφου στον εναγόμενο από την μητέρα του Β.

Μ., πράξεις που θα επιβάρυναν τις δύο αδελφές και ειδικότερα την τελευταία τόσο με συμβολαιογραφικά όσο και με έξοδα μεταβιβάσεως (φόροι κ.τ.λ.). Για τα ανωτέρω σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως Φ. Τ., αδελφού των ανωτέρω δύο αδελφών και θείου εξ αίματος των ήδη διαδίκων, και Μ.

Π., γαμβρού των δύο αδελφών και θείου (εξ αγχιστείας) των νυν διαδίκων. Οι μάρτυρες αυτοί δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και όσα κατέθεσαν κρίνονται ότι είναι αξιόπιστα, αφ' ενός μεν, επειδή, λόγω του στενού συγγενικού δεσμού τους με τους διαδίκους, προέρχονται από ιδία γνώση τους, αφ' ετέρου δε και κυρίως επειδή δεν έχουν κανένα συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ενώ δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο που να μειώνει την αξιοπιστία τους.

Αντίθετα και οι δύο μάρτυρες ανταποδείξεως κατέθεσαν ρητώς ότι πρώτος εξ αυτών είχε με τους διαδίκους, αλλά και με τις αδελφές του, καλές σχέσεις. Ειδικότερα οι ανωτέρω κατέθεσαν (α) ότι ο δικηγόρος Άρτας Α. Κ. υπέδειξε στις δύο αδελφές να κάμουν τις αμοιβαίες μεταβιβάσεις των ποσοστών τους επί των δύο ορόφων της οικοδομής, ότι η μεταβίβαση στον εναγόμενο έγινε επειδή αυτός ήθελε να ανεγείρει τον 1° όροφο και για να αποφευχθεί η διπλή μεταβίβαση (δηλαδή από την Χ.

Β. και από αυτήν στον εναγόμενο), αλλά και επειδή η Β. δεν είχε εκκαθαριστικό από την εφορία, ότι σκοπός των συμβαλλομένων ήταν να εξυπηρετηθεί ο εναγόμενος, όπως δήλωσε στον μάρτυρα και ο συμβολαιογράφος Β. Ν., ότι όλοι στην οικογένεια γνώριζαν ότι η Χ. δεν πήρε χρήματα ούτε από την Β. ούτε από τον εναγόμενο, ότι η αντιδικία ξεκίνησε το 1998-1999 όταν ο εναγόμενος ζήτησε από την θεία του Χ.

χρήματα για την στέγη της οικοδομής, η οποία δεν συμφωνούσε να του τα καταβάλει και ότι εξ αιτίας του γεγονότος αυτού η Β. δεν υπέγραφε το συμβόλαιο μεταβιβάσεως του μεριδίου της επί του ισογείου στην Χ., παρ' ότι από το 1986 συνεχώς υποσχόταν ότι θα το υπογράψει, ότι ο εναγόμενος όλα αυτά τα χρόνια ήταν παρών στις συζητήσεις μεταξύ των δύο αδελφών σχετικά με την μεταβίβαση από την μητέρα του του μεριδίου της στην αδελφή της και ότι ο εναγόμενος και η σύζυγος του πίεζαν την μητέρα του να μην υπογράψει το συμβόλαιο μεταβιβάσεως του μεριδίου της επί του ισογείου στην αδελφή της-ενάγουσα και (β) ότι ο ως άνω δικηγόρος συμβούλευσε τις δύο αδελφές να κάνουν τις μεταβιβάσεις των μεριδίων τους η μία προς την άλλη, ότι ύστερα από αίτημα της Β.

έγινε η μεταβίβαση του μεριδίου της Χ.ς στον εναγόμενο για τους προαναφερθέντες λόγους, ότι πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να υλοποιήσουν την άτυπη συμφωνία διανομής του 1986, ότι ο ίδιος ο συμβολαιογράφος Β. Ν. είπε στον μάρτυρα ότι το συμβόλαιο ήταν εικονικό, τούτο δε το γνώριζε ο εναγόμενος για την εξυπηρέτηση του οποίου έγινε, αλλά και όλη η οικογένεια, ότι η Β.

δεν υπέγραφε το συμβόλαιο μεταβιβάσεως του μεριδίου για το θέμα της στέγης που προαναφέρθηκε ύστερα από πιέσεις του εναγομένου. Αντίθετα η κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Ε. Α., που κατέθεσε ότι το συμβόλαιο δεν ήταν εικονικό και ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στην Χ. το ποσό των 450.000 δρχ., καθώς και της άλλης μάρτυρος ανταποδείξεως Α.

Μ., που κατέθεσε ότι δόθηκαν τα χρήματα και ότι η διένεξη άρχισε με το θέμα της στέγης του 1ου ορόφου, παρουσιάζουν μειωμένη αξιοπιστία. Τούτο διότι (1) ο 1ος δήλωσε ότι όσα κατέθεσε τα γνώριζε από διηγήσεις του εναγομένου, τούτο δε το επιβεβαίωσε και η άλλη μάρτυρας ανταποδείξεως, εκτός από το γεγονός της καταβολής του ποσού των 450.000 δρχ.

για το οποίο κατέθεσε ότι την ημέρα, που επρόκειτο να παραδώσει ο εναγόμενος το ποσό αυτό στην θεία του Χ., είχε συναντηθεί με τον εναγόμενο σε καφενείο της Άρτας και ο τελευταίος του έδειξε τα χρήματα. Όμως για το θέμα αυτό η κατάθεσή του ήταν ασαφής, αφού αφενός μεν δεν θυμόταν σε ποιο καφενείο έγινε η συνάντησή του με τον εναγόμενο, αφετέρου δε ενώ αρχικά κατέθεσε ότι η συνάντηση αυτή έγινε το 1996 ή 1997 στην συνέχεια (σε νέα εξέταση του) κατέθεσε ότι έγινε το 1986 με 1987.

Εξ άλλου η 2η μάρτυρας είναι σύζυγος του εναγομένου και ως εκ των κοινών συμφερόντων τους η κατάθεση της παρουσιάζει μειωμένη αξιοπιστία, ενόψει και των σαφών αντίθετων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως. Περαιτέρω το ότι η επίδικη δικαιοπραξία έγινε για να εξυπηρετηθεί ο εναγόμενος, που ήθελε να ανεγείρει τον 1° όροφο, συνάγεται και από την γενομένη την ίδια ημέρα μεταβίβαση προς αυτόν του μεριδίου της μητέρας του Β. (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί του 1ου ορόφου της οικοδομής, λόγω γονικής παροχής, με το .../3-9-1986 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου Β.

Ν.. Σχετικά με την ισχύ του ως άνω από 1-8-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού αποδείχθηκε ότι αυτό τηρήθηκε από την πλευρά της Χ. Χ., αφού αυτή κατέβαλε στον εναγόμενο, που εισέπραξε για λογαριασμό της μητέρας του, μέσω του μάρτυρα αδελφού της Φ. Τ. το ποσό των 100.000 δρχ. που αναφερόταν στο συμφωνητικό αυτό. Αλλά και στην από 12-12-1986 εξώδικη διαμαρτυρία της Β.

Μ. προς την αδελφή της Χ. Χ. αναφέρεται το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ως ισχύον, ενώ γίνεται μνεία ότι η μεταβίβαση του 1/2 του 1ου ορόφου με το επίδικο συμβόλαιο έγινε προς αυτήν (Β. Μ.) και όχι προς τον γιο της εναγόμενο. Συνομολογείται δηλαδή η εικονικότητα της επίδικης δικαιοπραξίας ως προς το πρόσωπο του φερομένου ως "αγοραστή".

Βέβαια στο εξώδικο αυτό γίνεται μνεία περί "πωλήσεως" του μεριδίου της αρχικώς ενάγουσας προς την αδελφή της, τούτο όμως είναι αβάσιμο κατά τα προεκτεθέντα. Επίσης στο ίδιο εξώδικο γίνεται μνεία ότι ισχύει η υπόσχεση της Β. Μ. προς την αδελφή της - ενάγουσα- περί μεταβιβάσεως του μεριδίου της επί του ισογείου, σύμφωνα με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Περαιτέρω επειδή είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού και η Β. Μ. δεν είχε προβεί στην μεταβίβαση του μεριδίου της επί του ισογείου στην Χ. Χ., η τελευταία της απέστειλε την από 8 -11 -1999 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία, αφού αναφέρεται στο από 1-8-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό, την καλούσε να προβεί στη σύνταξη του σχετικού μεταβιβαστικού του μεριδίου της (επί του ισογείου) συμβολαίου προς αυτήν.

Παρόμοια εξώδικη πρόσκληση η ανωτέρω επέδωσε και στον εναγόμενο, στην οποία, αφού αναφέρεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό της 1- 8 -1986, εκθέτει ότι δεν είχε εισπράξει το τίμημα της επίδικης "πωλήσεως", ότι η μεταβίβαση προς τον εναγόμενο έγινε στα πλαίσια της συμφωνηθείσας μεταβιβάσεως των μεριδίων των δύο αδελφών προς αλλήλας και τον καλούσε να ενεργήσει τα δέοντα για την σύνταξη του μεταβιβαστικού του μεριδίου της μητέρας του συμβολαίου προς αυτήν.

Οι ανωτέρω (εναγόμενος και η μητέρα του) με τις από 15-12-2000 (δύο) εξώδικες δηλώσεις τους αρνήθηκαν τα αναφερόμενα στις ως άνω δηλώσεις της ενάγουσας. Τέλος και από την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης Α. Μ. προκύπτει ότι το από 1-8 -1986 ιδιωτικό συμφωνητικό ίσχυε και δεν είχε καταργηθεί, αφού όπως αυτή κατέθεσε "...

Το ιδιωτικό συμφωνητικό που είχαν συντάξει οι δύο αδελφές δεν το είχα δει. Γνώριζα όμως το περιεχόμενο του γιατί το συζητούσαν μπροστά μου ...", για να συνεχίσει καταθέτοντας ότι "... καμία συμφωνία του συμφωνητικού δεν τηρήθηκε". Αν όμως δεν ίσχυε το συμφωνητικό δεν υπήρχε λόγος να το συζητούν. Σε κάθε όμως περίπτωση το ζητούμενο είναι αν όταν συντάχθηκε το επίδικο συμβόλαιο ήταν σε ισχύ η συμφωνία που περιλαμβανόταν στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό.

Τούτο δε αναμφισβητήτως συνέβαινε, κυρίως ενόψει των αναφερομένων στην παραπάνω από 12-12-1986 εξώδικη διαμαρτυρία της μητέρας του εναγομένου Β. Μ. προς την αδελφή της Χ., η οποία απεστάλη ενώ ήδη είχε καταρτισθεί το επίδικο συμβόλαιο και η οποία είχε το προαναφερθέν περιεχόμενο. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση, με την οποία η ενάγουσα μεταβίβασε στον εναγόμενο το μερίδιό της επί του 1ου ορόφου της οικοδομής, ήταν εικονική και ως εκ τούτου άκυρη, με την έννοια ότι οι συμβληθέντες δεν είχαν σοβαρή πρόθεση η μεν ενάγουσα να πωλήσει το μερίδιο της επί του 1ου ορόφου, ο δε εναγόμενος να αγοράσει το μερίδιο αυτό, αλλά συνήψαν την σύμβαση αυτή μόνο φαινομενικά.

Οπωσδήποτε δε οι συμβληθέντες, ήτοι η αρχικώς ενάγουσα και ο εναγόμενος, τελούσαν εν γνώσει της εικονικότητας αυτής. Σκοπός των συμβαλλομένων ήταν ο ανωτέρω εκτεθείς, η δε επίδικη δικαιοπραξία ήταν μία ανταλλακτική σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της αδελφής της Β. Μ. προκειμένου να πραγματωθούν όσα συμφωνήθηκαν με το από 1-8-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η καταρτισθείσα με το προαναφερθέν συμβόλαιο σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας είναι άκυρη ως εικονική.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, με εσφαλμένη εφαρμογή της, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Είναι συνεπώς αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που αναφέρεται σε παραβίαση των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι οι ερμηνευτικές αυτές διατάξεις δεν έχουν έδαφος εφαρμογής για την κρίση αν μία δικαιοπραξία είναι εικονική, για την οποία δεν αναζητείται το αληθινό νόημα των δηλώσεων της βούλησης των συμβαλλομένων, αλλά ερευνάται αν οι δηλώσεις αυτές είναι σοβαρές ή αν έγιναν μόνο φαινομενικά, κατά προσποίηση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως ανωτέρω, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας της επίδικης σύμβασης, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ.

Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης(από τους αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, (αναφορικά με την εικονικότητα της επίδικης σύμβασης), η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτοι.

3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι εσφαλμένα δέχθηκε (με την προσβαλλόμενη απόφασή του) ότι "επελέγη ο τρόπος της "πωλήσεως" απ' ευθείας στον εναγόμενο του μεριδίου της ενάγουσας, προκειμένου να αποφευχθεί η δια συμβολαίου διανομή μεταξύ των αδελφών και η εν συνεχεία μεταβίβαση του 1ου ορόφου στον εναγόμενο από την μητέρα του Β. Μ., πράξεις που θα επιβάρυναν τις δύο αδελφές και ειδικότερα την τελευταία τόσο με συμβολαιογραφικά όσο και με έξοδα μεταβιβάσεως (φόροι κ.τ.λ.), δεδομένου ότι με την κατάρτιση συμβολαίου διανομής και ακολούθως συμβολαίου γονικής παροχής προς αυτόν από τη μητέρα του φορολογική ελάφρυνση θα υπήρχε και όχι επιβάρυνση". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 7/2002, 8/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος, που ο αναιρεσείων είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Είναι γεγονός και τούτο δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα ότι μετά το 1986, που προφανώς οι σχέσεις των διαδίκων ήταν ομαλές, ο εναγόμενος ανήγειρε τον πρώτο όροφο της οικοδομής εν γνώσει και υπό τα όμματα της ενάγουσας.

Μάλιστα κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών η ενάγουσα, λόγω και της στενής συγγενικής τους σχέσεως (θεία του), του παρείχε εξυπηρετήσεις στις διάφορες εργασίες, κυρίως δε του παρείχε νερό και ηλεκτρικό ρεύμα. Όλο το χρονικό διάστημα από το 1986 που συντάχθηκε το εικονικό συμβόλαιο μέχρι την άσκηση της αγωγής, η ενάγουσα δεν έδειξε αδράνεια σχετικά με την μεταβίβαση σε αυτήν του μεριδίου της αδελφής της επί του ισογείου.

Αντίθετα συχνά γινόταν λόγος μεταξύ τους και στην ευρύτερη οικογένεια για την εκκρεμότητα αυτή, η Β. Μ. συνομολογούσε την υποχρέωσή της να της μεταβιβάσει το μερίδιό της επί του ισογείου, αλλά πάντοτε με κάποια πρόφαση (κυρίως για λόγους οικονομικούς) δεν υλοποιούνταν η υποχρέωση αυτή. Στις συζητήσεις αυτές ήταν παρών πολλές φορές και ο εναγόμενος.

Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά (από όταν ανεγέρθηκε ο 1ος όροφος) ο εναγόμενος συναρτούσε την σύνταξη του μεταβιβαστικού συμβολαίου από την καταβολή σ' αυτόν εκ μέρους της ενάγουσας του ημίσεως της δαπάνης της στέγης της οικοδομής, καταβολή με την οποία δεν συμφωνούσε η ενάγουσα. Όμως η ενάγουσα στηριζομένη στο από 1-8-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό και στο "λόγο" της αδελφής της ότι θα φανεί συνεπής στην υποχρέωσή της, την οποία άλλωστε γνώριζε όλη η ευρύτερη οικογένεια τους, ανέμενε την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, η οποία τελικώς όχι μόνον δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά ο εναγόμενος ισχυριζόταν ότι ανήκε στην μητέρα του και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ισογείου, οπότε η ενάγουσα αναγκάσθηκε να ασκήσει την κρινομένη αγωγή.

Από τα ανωτέρω καταφαίνεται ότι δεν μεσολάβησε αδράνεια της ενάγουσας σχετικά με την άσκηση του επιδίκου δικαιώματός της, υπό την έννοια ότι συνεχώς ενδιαφερόταν και ενοχλούσε την αδελφή της και τον εναγόμενο για την μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ισογείου, η οποία (μεταβίβαση) συναρτάτο άμεσα με την επίδικη εικονική δικαιοπραξία, αφού αυτή αποτελούσε το ένα σκέλος των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει οι δύο αδελφές με το από 1-8-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Η πάροδος δε διαστήματος 14 ετών από την σύναψη της εικονικής δικαιοπραξίας μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής, ενόψει των ως άνω γεγονότων (ανάληψη υποχρεώσεως από την μητέρα του για μεταβίβαση του μεριδίου της, σύναψη εικονικής δικαιοπραξίας, συνεχείς συζητήσεις για την μεταβίβαση του μεριδίου της μητέρας του) δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι αν η μητέρα του δεν μεταβίβαζε στην ενάγουσα το μερίδιό της επί του ισογείου, η τελευταία δεν θα ασκούσε την κρινομένη αγωγή, η οποία θα ήταν το μόνο μέσο άμυνάς της κατά της συμπεριφοράς της μητέρας του να μη συμμορφωθεί προς την ως άνω υποχρέωσή της, αλλά και να προστατέψει το δικαίωμα της συγκυριότητάς της επί της οικοδομής, το οποίο με την άρνηση της μητέρας του εναγομένου, ύστερα από πιέσεις που δεχόταν από τον εναγόμενο να της μεταβιβάσει το μερίδιό της επί του ισογείου, ενώ αυτή είχε μεταβιβάσει το μερίδιό της επί του 1ου ορόφου, υφίστατο πλέον αδικαιολόγητη προσβολή.

Ούτε όμως και η επικαλούμενη οικονομική ζημία του εναγομένου από την ακύρωση της επίδικης δικαιοπραξίας μπορεί να καταστήσει την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος καταχρηστική, αφού ο εναγόμενος, ο οποίος δεν επέτρεπε στην υπερήλικη μητέρα του να μεταβιβάσει το μερίδιό της επί του ισογείου στην ενάγουσα, με την συμπεριφορά του αυτή προξένησε ανάλογη ζημία στην ενάγουσα.

Ενόψει όλων των ανωτέρω η άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας της κρινομένης αγωγής δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που διαγράφονται στην διάταξη του αρθρ. 281 ΑΚ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, που είχε προτείνει ο αναιρεσείων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την εσφαλμένη μη εφαρμογή της, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος.

5.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν τα "πράγματα" προτάθηκαν από το διάδικο (αναιρεσείοντα) που έχει προβάλει τον ισχυρισμό. Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό Συνεπώς, αν από την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή αβάσιμος από το δικαστήριο της ουσίας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται στο αναιρετήριο, ο σχετικός από τη διάταξη αυτή λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στο αναιρετήριο), ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της ενάγουσας, που περιέχεται στην ένδικη αγωγή, ότι "η αληθής βούληση (των συμβαλλομένων) κάλυπτε δωρεά προς την Β.

Μ.". Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του, αναφορικά με την προβληθείσα από αυτόν ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, τον ισχυρισμό του περί αποδυνάμωσης του ασκουμένου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πώλησης.

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν λάβει υπόψη ισχυρισμό του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Ο έκτος επίσης λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος,διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της προαναφερθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, την οποία και απέρριψε κατ' ουσίαν, έλαβε υπόψη (και) τον ανωτέρω περί αποδυνάμωσης του δικαιώματος ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεδομένου, ότι η "αποδυνάμωση" του δικαιώματος δεν συνιστά κάποια άλλη (γνήσια, μη αυτοτελή) ένσταση, πληρούσα το πραγματικό άλλης ουσιαστικής διάταξης, διαφορετικής από εκείνης του άρθρου 281 ΑΚ, που εφάρμοσε το Εφετείο, επάγουσα διαφορετικές έννομες συνέπειες από τις υπό της τελευταίας προβλεπόμενες.

6.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος της Β. Μ. για το οικονομικό έτος 1986 της Δ.Ο.Υ Άρτας, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί μη εικονικότητας της επίδικης σύμβασης πώλησης. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος (περί της εικονικότητας της επίδικης σύμβασης), έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και το πιο πάνω έγγραφο . Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.

7.- Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η αρχικώς ενάγουσα Χ. Χ. δεν είχε συνείδηση των πραττομένων κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής και κατά το χρόνο παράστασής της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο άσκησης της κρινομένης αγωγής (Οκτώβριος του έτους 2000) δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και ότι ως εκ τούτου ήταν ανίκανη να παρασταθεί στο Δικαστήριο.

Όπως κατέθεσε ο αδελφός της μάρτυρας Φ. Τ. είχε μεν υποβληθεί σε ορθοπεδική εγχείρηση το έτος 1999 (στα γόνατα), από την οποία της δημιουργήθηκαν προβλήματα κινητικά, όμως είχε πνευματική διαύγεια. Σημειώνεται ότι τον Απρίλιο 2000 είχε συνταχθεί το .../13-4-2000 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Λάμπρου, με το οποίο η ενάγουσα, έχουσα συνείδηση των πραττομένων, καθιστούσε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Δικηγόρο Ιωαννίνων Παύλο Παπαδόπουλο, ενώ το έτος 2001 συντάχθηκε το .../27-8-2001 πληρεξούσιο του ιδίου συμβολαιογράφου, με το οποίο η ενάγουσα έδωσε πληρεξουσιότητα στον ως άνω Δικηγόρο να ασκεί αγωγές κατά του εναγομένου για το επίδικο ακίνητο.

Η επικαλούμενη από τον εναγόμενο υπ' αριθμ. 576β/21-12-1999 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας ..., σύμφωνα με την οποία η τελευταία μετέβη στο Ίδρυμα "Δογορίτη" των Ιωαννίνων, όπου βρισκόταν η ενάγουσα, και ότι "... μετά από βεβαίωση της διεύθυνσης του Ιδρύματος ότι δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί της, επέδωσα το ανωτέρω έγγραφο στον Διευθυντή του άνω Ιδρύματος ..." δεν μπορεί να αναιρέσει τα ανωτέρω, κυρίως γιατί η εκτιθέμενη στην έκθεση αυτή "αδυναμία επικοινωνίας" με την ενάγουσα αναφέρεται σε χρόνο πολύ προ της ασκήσεως της αγωγής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ενάγουσα δεν είχε την ικανότητα να παρασταθεί στο Δικαστήριο είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ικανότητας της ενάγουσας για παράστασή της στο δικαστήριο, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 ΚΠολΔ, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2008).

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγων ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμος Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, (αναφορικά με την ικανότητα της ενάγουσας για παράστασή της στο δικαστήριο), η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος.

8.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αρχικώς ενάγουσα Χ. Χ. είχε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής συνείδηση των πραττομένων και ικανότητα παράστασής της στο δικαστήριο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 576β'/21-12-1999 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ιωαννίνων ..., στην οποία αναφέρεται "βρήκα προσωπικά την ίδια (Χ. Χ.) στο Ίδρυμα Δογορίτη (28ης Οκτωβρίου και μετά από βεβαίωση της διεύθυνσης του Ιδρύματος, ότι δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί της, επέδωσα το ανωτέρω έγγραφο στον Διευθυντή του άνω Ιδρύματος". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-2-2010 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της 258/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και της 33/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ