Supreme Court partially allows appeal, acquitting defendant on fraud charge but remanding sentencing for forgery and aggravated fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the defendant's appeal against the Third Instance Court's judgment. The court found the defendant guilty of fraud but acquitted him regarding the specific charge against the notary, removing the aggravating circumstance of special damage. Consequently, the case was remanded for a new sentencing hearing to recalculate the total penalty for the remaining crimes of forgery and continued attempted fraud.
Legislator headnote
AI generatedArticles 386, 512, 515, 522 of the Criminal Procedure Code; The Supreme Court may acquit a defendant on specific charges while remanding the case for new sentencing on other charges if the appeal successfully overturns the conviction on the former but not the latter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1458 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1458/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σωτηρόπουλο, για αναίρεση της αποφάσεως 116/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Μ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3197/26-4-2024 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 30-8-2024 προσθέτους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε
Ι)Την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε:
1. να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά το κεφάλαιο της πράξης της τετελεσμένης απάτης (άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ) που φέρεται να τέλεσε στην ... την 30-12-2016 σε βάρος της εγκαλούσας Ε. Μ. με φερόμενο ως εξαπατηθέντα τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης,
2. να απαλειφθεί η επιβαρυντική περίσταση της ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας που προκλήθηκε από την δεύτερη πράξη της τετελεσμένης απάτης σε βάρος της ίδιας εγκαλούσας με εξαπατηθείσα τη συμβολαιογράφο Βλαχοκερασιάς Μ. Α.,
3. να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για την αναφερόμενη στο στοιχείο 1. αξιόποινη πράξη,
4. να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές για νέα επιμέτρηση της ποινής για το αδίκημα της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, λαμβανομένου υπόψη από το δικαστήριο του απαλλακτικού μέρους και για επανακαθορισμό συνολικής ποινής και
5. να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ (ν.4620/2019) ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου εμφανιστεί ο αναιρεσείων και δεν εμφανιστεί ο υποστηρίζων την κατηγορία, καίτοι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα, η συζήτηση της υπόθεσης διεξάγεται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στο προεισαγωγικό της απόφασης αυτής δικάσιμο (17.9.2024) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα, εμφανίστηκε και παραστάθηκε νόμιμα ο αναιρεσείων. Αντίθετα, δεν παραστάθηκε, καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, θεωρείται ως δικονομικώς απούσα, η Ε.
Μ. του Ε., κάτοικος ..., η οποία, ως και πρωτοδίκως, είχε παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, από το από ....2024 αποδεικτικό επίδοσης, που συντάχθηκε αρμοδίως από την Κ. Ε., αρχιφύλακα του Α.Τ.
Μεσσήνης Μεσσηνίας, προκύπτει ότι επιδόθηκε στην υποστηρίζουσα την κατηγορία, με παράδοση στα χέρια του σύνοικου συζύγου της Α. Σ., επειδή η ίδια δεν βρέθηκε στην κατοικία της, η υπ' αριθ. 480/20.5.2024 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να παραστεί η ίδια δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο, αντίγραφο δε της κλήσης επιδόθηκε, ως εκ περισσού, και στο δικηγόρο Παναγιώτη Γατσόπουλο (Δ.Σ.Τρίπολης), ως αντίκλητο αυτής, όπως προκύπτει από το από ....2024 αποδεικτικό επίδοσης, που συντάχθηκε αρμοδίως από τον Κ.
Δ., αρχιφύλακα του Α.Τ. Τρίπολης Αρκαδίας. Επομένως, αφού η υποστηρίζουσα την κατηγορία δεν παραστάθηκε, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να διεξαχθεί σαν να ήταν και η ίδια παρούσα.
Η υπό κρίση από 25.4.2024 αίτηση του κατηγορουμένου Β. Μ. του Ε., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26.4.2024, για αναίρεση της υπ' αριθ. 116/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, και καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις 1) της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού εγγράφου και 2) της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, έχει ασκηθεί νομότυπα με δήλωσή του, μέσω του έχοντος την προς τούτο ειδική εντολή πληρεξούσιου δικηγόρου του Γεώργιου Ε.
Σωτηρόπουλου (Δ.Σ.Αθηνών), και εμπρόθεσμα [άρθρα 466 παρ. 1 εδ. α', 473 παρ. 2,3, 474 παρ. 2Α του νέου ΚΠΔ], περιέχει δε ως λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ειδικότερα του άρθρου 216 παρ. 1-2 ΠΚ [άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ]. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη, λόγω της πρόδηλης συνάφειας, με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στις 30.8.2024 ενώπιον του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθ. 509 ΚΠΔ), από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, δυνάμει της από 30.8.2024 χορηγηθείσας σ' αυτόν σχετικής εξουσιοδότησης, και περιέχει ως πρόσθετο λόγο αναίρεσης, επικουρικώς προβαλλόμενο έναντι του ως άνω κύριου αναιρετικού λόγου, την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και δη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ [άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' ΚΠΔ]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ (ν.4619/2019), αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υποθέσεως, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ' αρχήν, υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η επιπρόσθετη χρηματική ποινή.
Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 1/2020). Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Kατά την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ.
α', και 518 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 590 παρ.1 εδ.α' αυτού, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, όπως την παρούσα, συνάγεται ότι, εφόσον η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή και το δικαστήριο που την εξέδωσε έχει σφάλει λόγω μη εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου αναφορικά με την προβλεπόμενη ποινή ή εάν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος έχει καταστεί ανέγκλητη, τότε ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη συγκεκριμένη πλημμέλεια, ακόμη και αν δεν προτάθηκε και αναιρεί την απόφαση, στην τελευταία δε περίπτωση (της ανέγκλητης πράξης) εφόσον δεν υπάρχει πλέον αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, ακόμη και αν ο τελευταίος δεν εμφανιστεί (ΟλΑΠ 3/1995).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ.1 του προϊσχύσαντος, μέχρι 30.6.2019, ΠΚ, αλλά και του ισχύοντος, από 1.7.2019, νέου ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας πίστης περί τα υπομνήματα και της ασφάλειας των έγγραφων συναλλαγών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ' του ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και περαιτέρω σκοπός του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο και οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση.
Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος ως προς τα λοιπά στοιχεία, πλην του σκοπού παραπλάνησης, για τον οποίο απαιτείται υπερχειλής δόλος (ΟλΑΠ 179/1990, ΑΠ 556/2023, ΑΠ 227/2023). Χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στο σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά αυτό (έγγραφο) προσιτό και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον που επιδιώκεται να παραπλανηθεί) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε (ΟλΑΠ 3/2008).
Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, υπό την έννοια δε αυτήν έγγραφο είναι και η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία κατά το άρθρο 1721 ΑΚ, γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος μέχρι 30.6.2019 ΠΚ, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της εδώ ερευνώμενης πράξης της πλαστογραφίας, "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Επίσης, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερες είναι αυτές του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ, καθόσον:
α) η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση κατά την παρ. 1, ώστε να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής για την αύξηση αυτής, αλλά αυτοτελή πράξη (τυποποιούμενη στην παρ.2 του άρθρου 216 νέου ΠΚ) που συρρέει φαινομενικά όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια και απορροφάται από αυτήν, όπως, άλλωστε, προβλέπεται ρητά και στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ, ενώ υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος ΠΚ, η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελούσε, κατά τη νομολογία, συντιμωρητή ύστερη πράξη [ΑΠ 671/2017] και β) ειδικώς και μόνο ως προς την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αφού με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ.
από 10 ημέρες έως 5 έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών έως 5 έτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του προϊσχύσαντος, μέχρι 30.6.2019, ΠΚ, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της εδώ ερευνώμενης πράξης της απάτης, "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε από 1.7.2019 μέχρι τις 11.11.2021 [έναρξη ισχύος του ν. 4855/2021] "Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.
Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ....". Με τον, ισχύοντα από 12.11.2021, νόμο 4855/2021 και ειδικότερα με το άρθρο 92 αυτού, τροποποιήθηκε εκ νέου η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του νέου ΠΚ και προβλέπεται για το βασικό αδίκημα απάτης μόνο ποινή φυλάκισης, ενώ προβλέπεται και μια άλλη διακεκριμένη μορφή στο έγκλημα της απάτης, αυτή με ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κάτω, όμως, των 120.000 ευρώ, για την οποία απειλείται σωρευτικά ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή [βλ.
ΑιτΕκθ του νέου ΠΚ]. Από τη σύγκριση των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 92 ν. 4855/12.11.2021 είναι ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη για τη βασική μορφή απάτης ποινή και, συνεπώς, εφαρμοστέα, εν προκειμένω, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, αφού προβλέπεται μόνο ποινή φυλάκισης, ενώ ως προς την επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 1 εδ.
α'του ίδιου άρθρου (386) του νέου ΠΚ, πριν από την τροποποίησή της με το ν. 4855/2021, αφού είχε απαλειφθεί η εν λόγω επιβαρυντική περίσταση, η οποία επαναφέρθηκε μετά την τροποποίηση αυτήν. Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, υπάρχει δε τέτοια βλάβη (ζημία) σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, ενώ εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε.
Η περιουσιακή βλάβη, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης αρκεί ότι το έγκλημα αυτό δεν συντελέσθηκε μεν, πλην άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του.
Περαιτέρω, το αρμόδιο για τη δημοσίευση ιδιόγραφης διαθήκης όργανο προβαίνει στη δημοσίευση αυτής αφού προηγουμένως εξετάσει, αυτεπαγγέλτως, και διαπιστώσει ότι πρόκειται για υποστατή διαθήκη, ήτοι έγγραφο που έχει χαρακτήρα διάταξης τελευταίας βούλησης, δύναται δε να αρνηθεί μόνον αν κρίνει ότι δεν προσκομίζεται ενώπιόν του το πρωτότυπο της διαθήκης ή όταν δεν πρόκειται για (υποστατή) διαθήκη, όταν, δηλαδή, κατά την κρίση του, το έγγραφο που προσκομίστηκε δεν φέρει χαρακτήρα τελευταίας διατάξεως.
Σε κάθε άλλη περίπτωση το δικαστήριο έχει υποχρέωση να δημοσιεύσει τη διαθήκη, έστω και αν αυτή είναι άκυρη κατά τον τύπο ή έχει ανακληθεί ή αν, λόγω παρελεύσεως μακρού χρόνου από του θανάτου του διαθέτη, έχουν παραγραφεί τα εξ αυτής δικαιώματα [ΑΠ 493/1992 (πολιτική)]. Αρμόδιος για τη δημοσίευσή της είναι, κατ' άρθρο 807 ΚΠολΔ, ο ειρηνοδίκης στον οποίο προσκομίζεται για να δημοσιευθεί, ενώ η διαδικασία για τη δημοσίευσή της δεν έχει αντικείμενο ούτε διαγνωστικό ούτε διαπλαστικό αλλά το δικαστήριο περιορίζεται στην πιστοποίηση του κειμένου και τα ορατά εξωτερικά ελαττώματά της.
Αποτελεί άσκηση μη γνήσιας δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της εκούσιας δικαιοδοσίας, που αρκείται στη σύνταξη πρακτικού με το οποίο πραγματώνεται η ως άνω πιστοποίηση. Γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγος για δεδικασμένο ούτε για διαπλαστική ενέργεια ούτε για έκδοση απόφασης. Ενόψει αυτών, η δημοσίευση πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης από τον ειρηνοδίκη, ενώπιον του οποίου προσκομίζεται αυτή, εφόσον αυτός διαπιστώσει ότι έχει τον εξωτερικό τύπο ιδιόγραφης διαθήκης, οφείλει να τη δημοσιεύσει, χωρίς η ενέργειά του αυτή να είναι το αποτέλεσμα της προς αυτόν παράστασης ψευδούς γεγονότος σαν αληθινού ή αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινού γεγονότος, αλλά ενέργεια επιβεβλημένη από το νόμο.
Απάτη, όμως, τελείται και με παραπλάνηση του συμβολαιογράφου, ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 5 παρ.1, 2 ν. 2830/2000 (Κώδικα περί Συμβολαιογράφων), είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός και οφείλει να απέχει από τη σύνταξη πράξεων οι οποίες αντίκεινται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη, όταν ύστερα από ψευδείς παραστάσεις πείθεται και συντάσσει συμβολαιογραφική πράξη με την οποία βλάπτεται τρίτος είτε με μείωση της αξίας της περιουσίας του είτε με τον κίνδυνο αυτής από την εμπλοκή του σε δικαστικό αγώνα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 116/2024 απόφασής του, μετά από συνεκτίμηση των, κατά το είδος τους, μνημονευόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων [ανωμοτί κατάθεση της υποστηρίζουσας την κατηγορία, ανάγνωση πρακτικών πρωτοβάθμιας δίκης, εγγράφων και απολογία του κατηγορουμένου], δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα εξής: "Στις ...
απεβίωσε η Ε. Μ., κάτοικος ..., καταλείποντας ως εξ αδιαθέτου συγγενείς της τα τέκνα της - διαδίκους, ήτοι τον κατηγορούμενο και την παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας, πλην όμως στις 14.12.2016 δημοσιεύτηκε, με τα με αριθμό 397/14.12.2016 πρακτικά δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Τρίπολης και κατόπιν αιτήσεως της Π.
Σ., αδερφής της αποβιωσάσης και θείας των διαδίκων, η από ... φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιωσάσης, με την οποία κατέλιπε την περιουσία της στον υιό της Β. Μ. - κατηγορούμενο, ενώ στην κόρη της - παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας ουδέν κατέλιπε. Ωστόσο, η ανωτέρω διαθήκη δεν ήταν γνήσια αλλά πλαστή, αφού γράφηκε και υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο, όπως η ανωτέρω κρίση επιρρωνύεται:
α) από την από ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Β. Σ., η οποία διορίστηκε με τη με αριθμό 53/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και σύμφωνα με το συμπέρασμα της οποίας "η υπό έλεγχο υπογραφή στην ανωτέρω διαθήκη εκφέρεται με προσομοιάζον σκεπτικό σύνθεσης με τις γνήσιες υπογραφές της διαθέτιδος αλλά με διαφορά στην ακολουθία των γραφικών κινήσεων.
Εντοπίσθηκε διαφορά στη γραφική ικανότητα και στην ποιότητα της γραφικής κίνησης με στοιχεία διστακτικότητας και με βραδεία, ανακοπτόμενη και με ανασχέσεις γραφική κίνηση και σύμφωνα με αυτά προκύπτει ότι δεν έχει τεθεί από την Ε. Μ. αλλά από άλλο πρόσωπο μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια του τύπου των γνήσιων υπογραφών της.
Δεν έχει γραφολογική σύνδεση με τις γνήσιες υπογραφές της Ε. Μ., εμφανίζει κάποια φαινομενική προσομοίωση χάραξης εν μέρει σε ορισμένα γράμματα μετά από ανεπιτυχή απομίμηση του τύπου των γνησίων υπογραφών της παραπάνω. Εμφανίζει διαφορά στη δομική και ποιοτική συγκρότηση, διαφορετικό σχηματισμό στα γραμματικά στοιχεία και διαφορά στη γραφική δεξιότητα και στην ικανότητα και από αυτά προκύπτει ότι έχει τεθεί από άλλο πρόσωπο και όχι από την ίδια την Ε.
Μ." και β) από την από ... έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Α. Μ., η οποία συντάχθηκε κατόπιν ανάθεσης αυτής από την παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας και σύμφωνα με το συμπέρασμα της οποίας η υπό έλεγχο διαθήκη δεν έχει, στο σύνολό της, γραφεί και υπογραφεί από το ίδιο πρόσωπο, η δε υπό έλεγχο υπογραφή παρουσιάζει διαφοροποίηση ως προς τις διαθέσιμες δειγματικές υπογραφές της Ε.
Μ. και εκτιμάται (από τον γραφολόγο) ότι η διαφοροποίηση αυτή αποτελεί ένδειξη ανεπιτυχούς απόπειρας απομίμησης του γνήσιου υπογραφικού τύπου της φερόμενης ως υπογράφουσας, έτι δε περαιτέρω η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την από ... έκθεση γραφολογικής αντίκρουσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Β.
Α., η οποία απεφάνθη με βάση το υλικό που της προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, χωρίς όμως να λάβει υπόψη της τις χειρόγραφες επιστολές που ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατέχει από την αλληλογραφία του με την αποβιώσασα μητέρα του τα χρόνια που ζούσε στην Αμερική, ήτοι έως το έτος 2008 περίπου, ισχυρισμός που επανέλαβε και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, επιπλέον δε και η ανωτέρω γραφολόγος δεν κατέληξε με βεβαιότητα ότι η υπογραφή στην ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη χαράχθηκε από την αποβιώσασα.
Άλλωστε στην ίδια κρίση κατέληξε και η με αριθμό 30/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, ήδη τελεσίδικη κατόπιν της με αριθμό 102/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από ... ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιωσάσης στις ... Ε. χας Ε. Μ., η οποία δημοσιεύτηκε με το με αριθμό 397/14.12.2016 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Τρίπολης.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε ότι ο ίδιος κατήρτισε την ανωτέρω πλαστή διαθήκη και δεν γνώριζε για την ύπαρξή της, πλην όμως ο ισχυρισμός του κρίνεται ως μη πειστικός ιδίως διότι με την ανωτέρω πλαστή διαθήκη τιμήθηκε μόνο ο ίδιος από τη μητέρα του, επιπλέον όμως τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα πλησιοχρόνως του θανάτου της Ε.
Μ. επιβεβαιώνουν τη σύνταξη της πλαστής διαθήκης από τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις 08.12.2016 στην αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, προσκομίζοντας τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της, το με αρ. 1212/22.11.2016 πιστοποιητικό του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Τρίπολης περί μη δημοσίευσης διαθήκης και το με αρ. ....2016 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του δήμου Τρίπολης, τα οποία συνετάγησαν μόλις τρεις ημέρες μετά το θάνατο της μητέρας τους, δυνάμει της με αριθμό ....2016 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Βλαχοκερασιάς Μ.
Α. - Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης την επόμενη, στην ενέργειά του δε αυτή προέβη - κατά την κρίση του δικαστηρίου - ώστε να απομακρύνει τις υποψίες για τη σύνταξη της πλαστής διαθήκης, η οποία επρόκειτο να δημοσιευτεί. Βέβαια, η από ... ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιωσάσης μητέρας του Ε. χας Ε. Μ. δημοσιεύτηκε κατόπιν αιτήσεως της αδερφής της θανούσας Π.
Σ., η οποία επίσης έχει αποβιώσει. Ωστόσο η ανωτέρω, εξεταζόμενη τόσο ανωμοτί στις 28.06.2018 ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών και στις 13.10.2020 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Τρίπολης, όσο και ενόρκως με τη με αριθμό 372/03.08.2017 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρίπολης, αρνείται ότι η ίδια βρήκε την ανωτέρω διαθήκη στο σπίτι της αποβιωσάσης αδερφής της, καθώς ουδέποτε είχε κλειδί για την οικία της και πρόσβαση σε αυτή, επιπλέον δε αρνείτο ότι μετέβη στο Ειρηνοδικείο Τρίπολης για να φροντίσει για τη δημοσίευση της διαθήκης, εκτιμώντας ότι πρόκειται για μεθόδευση του κατηγορουμένου, με τον οποίο είχε διαταραγμένες σχέσεις λόγω της συμπεριφοράς του, επιπλέον δε η ίδια έπασχε από τύφλωση και στους δύο οφθαλμούς και πρακτικά ήταν τυφλή με ποσοστό αναπηρίας 100%, όπως αυτό είχε πιστοποιηθεί το έτος 2018 με απόφαση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
Ως ήδη ελέχθη, η πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύτηκε στις 14.12.2016 και στις 16.12.2016 (ήτοι δύο ημέρες μετά) ο κατηγορούμενος απέστειλε την με ίδια ημερομηνία εξώδικη πρόσκληση - δήλωση και διαμαρτυρία προς τον Π. Σ. - μισθωτή ενός των κληρονομιαίων ακινήτων, με την οποία τον ενημερώνει ότι ο ίδιος είναι αποκλειστικός κύριος του ακινήτου ήδη από την 01.09.2014, δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης, ενώ επισημαίνεται ότι στις 08.12.2016 (ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδεμία γνώση είχε περί της ιδιόγραφης διαθήκης) ο κατηγορούμενος υπέβαλε τη με αριθμό ...
δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης για το ίδιο ως άνω ακίνητο με μισθωτή τον Π. Σ. και η οποία αφορούσε το από 24.11.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης επαγγελματικής στέγης, όπου ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν ως εκμισθωτής με ποσοστό κυριότητας 100%. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος απέστειλε στον ανωτέρω μισθωτή Π.
Σ. τα από 16.12.2016 και 17.01.2017 εξώδικα με τα οποία του ζητούσε να καταβάλει στον ίδιο το μηνιαίο μίσθωμα ποσού 300 ευρώ, ως μόνο και αποκλειστικό κύριο του μισθίου καταστήματος, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο, αφού γνώριζε ότι η μητέρα του δεν είχε καταλείπει σε αυτόν το ανωτέρω μίσθιο αλλά η ιδιόγραφη διαθήκη που ο ίδιος επικαλείτο για τη θεμελίωση του κληρονομικού του δικαιώματος ήταν πλαστή και ο ίδιος την είχε καταρτίσει.
Ωστόσο, δεν πέτυχε τον σκοπό του αφού ο μισθωτής δεν πείσθηκε να του καταβάλλει τα μισθώματα. Εκ του συνόλου των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στο δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, ως αναλυτικά περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας, ακολούθως δε παραπλάνησε τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης ως προς το ότι η, ενώπιόν του προσκομισθείσα, διαθήκη όντως είναι γνήσια και αποτελεί την αληθή βούληση της Ε.
Μ. και τον έπεισε να τη δημοσιεύσει. Ακολούθως, δε, δυνάμει του με αριθμό ....2016 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Βλαχοκερασιάς Μ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, απεδέχθη την κληρονομιά που καταλείπονταν σε αυτόν με την πλαστή διαθήκη, πείθοντας την συμβολαιογράφο ότι η διαθήκη είναι νόμιμη, ώστε να συντάξει το συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς και να μεταγράψει την πράξη στα βιβλία υποθηκών.
Με τον τρόπο αυτό προκλήθηκε περιουσιακή ζημία στην αδελφή του κατηγορουμένου - παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας Ε. Μ., στην οποία η Ε. Μ., δυνάμει της με αριθμό ....2008 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κ. Μ., η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 374/2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, κατέλιπε κατά πλήρη κυριότητα μια οικία που βρίσκεται στον οικισμό του Τ.Δ.
Βλαχοκερασιάς, αποτελούμενη από υπόγεια αποθήκη εμβαδού 81,47 τμ και ισόγειο κατάστημα εμβαδού 81,47 τμ. Με την πλαστή, όμως, διαθήκη που συνέταξε και πέτυχε να δημοσιευθεί ο κατηγορούμενος και με την αποδοχή κληρονομιάς που έκανε και μετεγγράφη, η εν λόγω οικία φέρεται να καταλείπεται, από την Ε. Μ., στον ίδιο κατ' αποκλειστική κυριότητα, ακολούθως δε επήλθε στον ίδιο κατά πλήρη κυριότητα λόγω της γενόμενης αποδοχής κληρονομιάς και μεταγραφής αυτής, προκαλώντας περιουσιακή βλάβη στην εγκαλούσα, μη προσδιορισθείσας επ' ακριβώς, αξίας αλλά πάντως άνω των 80.000 ευρώ και λιγότερη από 120.000 ευρώ, ήτοι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κι επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατά τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. ...".
Το ως άνω Δικαστήριο, [αφού κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, της αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως επειδή η πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη δεν κηρύχθηκε κυρία], ακολούθως τον κήρυξε ένοχο των αξιόποινων πράξεων α) της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού εγγράφου και β) της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, με το ακόλουθο διατακτικό:
"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο Β. Μ. του Ε., κάτοικο ..., και ήδη κάτοικο ..., ένοχο του ότι στην Τρίπολη, στις 14.12.2016: Α) κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και, ακολούθως, έκανε χρήση αυτού. Ειδικότερα, κατήρτισε πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη της μητέρας του Ε.
Μ., με φερόμενη ημερομηνία σύνταξης την 29.8.2014, απομιμούμενος το γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή αυτής και την προσεκόμισε μέσω της θείας του Π. Σ. ενώπιον του τμήματος διαθηκών του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, πετυχαίνοντας την δημοσίευσή της από τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης με το με αριθμό 397/14.12.2016 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης, παραπλανώντας τον ως προς το ότι πρόκειται για γνήσια διαθήκη της Ε.
Μ., ήτοι για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες. Β) Ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παριστάνοντας ψευδή γεγονότα ως αληθή, έπεισε άλλον να προβεί σε πράξη από την οποία προκλήθηκε περιουσιακή ζημία σε τρίτο άτομο. Ειδικότερα, με τις προαναφερθείσες, υπό στοιχείο Α του κατηγορητηρίου, ενέργειές του, παραπλάνησε τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης ως προς το ότι η, ενώπιόν του προσκομισθείσα, διαθήκη όντως είναι γνήσια και αποτελεί την αληθή βούληση της Ε.
Μ. και τον έπεισε να τη δημοσιεύσει. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2016 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Βλαχοκερασιάς Μ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, απεδέχθη την κληρονομιά που καταλείπονταν σε αυτόν με την πλαστή διαθήκη, πείθοντας την συμβολαιογράφο ότι η διαθήκη είναι νόμιμη, ώστε να συντάξει το συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς και να μεταγράψει την πράξη στα βιβλία υποθηκών.
Με τον τρόπο αυτό προκλήθηκε περιουσιακή ζημία στην αδελφή του κατηγορουμένου, εγκαλούσα Ε. Μ., στην οποία η Ε. Μ., δυνάμει της με αριθμό ....2008 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κ. Μ., η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 374/2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, κατέλιπε, κατά πλήρη κυριότητα, μια οικία που βρίσκεται στον οικισμό του Τ.Δ.
Βλαχοκερασιάς, αποτελούμενη από υπόγεια αποθήκη εμβαδού 81,47 τμ και ισόγειο κατάστημα εμβαδού 81,47 τμ. Με την πλαστή, όμως, διαθήκη που συνέταξε και πέτυχε να δημοσιευθεί ο κατηγορούμενος και με την αποδοχή κληρονομιάς που έκανε και μετεγγράφη, η εν λόγω οικία φέρεται να καταλείπεται από την Ε. Μ. στον ίδιο κατ' αποκλειστική κυριότητα και ακολούθως στον ίδιο κατά πλήρη κυριότητα λόγω της γενόμενης αποδοχής κληρονομιάς και μεταγραφής αυτής, προκαλώντας περιουσιακή βλάβη στην εγκαλούσα, μη προσδιορισθείσας επ' ακριβώς αξίας αλλά πάντως άνω των 80.000 ευρώ και λιγότερη από 120.000 ευρώ, ήτοι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Επίσης, στις 16.12.2016 και στις 17.1.2017, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προσπάθησε, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, να πείσει άλλον σε πράξη από την οποία θα προκαλείτο περιουσιακή βλάβη σε τρίτον, πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό του για λόγους άσχετους της βούλησής του.
Συγκεκριμένα, επιδιώκοντας να εισπράττει πλέον ο ίδιος το μηνιαίο μίσθωμα ποσού 300 ευρώ που κατέβαλε ο Σ. Π. για την εκμίσθωση - ήδη από το χρόνο που βρισκόταν εν ζωή η Ε. Μ. - του προαναφερθέντος, υπό στοιχείο Β του κατηγορητηρίου, ακινήτου, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο, αφού όπως προαναφέρθηκε το ακίνητο κληρονόμησε δυνάμει της με αριθμό ....2008 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κ.
Μ., η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 374/2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, η εγκαλούσα Ε. Μ., η οποία υποκατέστησε την αποβιώσασα μητέρα της στην μισθωτική σχέση, απέστειλε εξώδικες δηλώσεις προς τον Σ. Π., παριστάνοντάς του, ψευδώς, ότι εκείνος είναι ο νόμιμος κληρονόμος δυνάμει της προαναφερθείσας πλαστής διαθήκης του ακινήτου και ότι ο μισθωτής οφείλει να του καταβάλλει πλέον το μηνιαίο μίσθωμα ποσού 300 ευρώ αξιώνοντας την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων Δεκεμβρίου 2016 και Ιανουάριου 2017.
Πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό του αφού ο μισθωτής δεν πείσθηκε να του καταβάλει τα μισθώματα.". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατ' αρχάς, την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του πρώτου των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δηλαδή εκείνου της πλαστογραφίας, με παράθεση όλων των στοιχείων που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ.
α', 27, 216 παρ. 1, 2 του νέου ΠΚ, σύμφωνα με τις διακρίσεις που εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, το Εφετείο ορθά, κατ' αρχήν, όσον αφορά το άρθρο 216 ΠΚ [πλην της παράλειψης απάλειψης της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης του πλαστού, που ασκεί επιρροή μόνο στην επιμέτρηση της ποινής, όπως, ειδικότερα, θα εκτεθεί παρακάτω] ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν το παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης (πλαστογραφίας) και ειδικότερα α) το πλαστό έγγραφο, ήτοι η από 29.8.2014, φερόμενη ως ιδιόγραφη, διαθήκη της Ε. Μ., την οποία κατήρτισε εξ αρχής ο ήδη αναιρεσείων υιός της, κατ' απομίμηση του γραφικού της χαρακτήρα και της υπογραφής της, με το αναληθές περιεχόμενο ότι κατέλιπε σ'αυτόν το αναφερόμενο ακίνητο, καθώς και ο τρόπος χρησιμοποίησης της πλαστής διαθήκης από τον ίδιο, που την προσκόμισε, μέσω του ως άνω συγγενικού του προσώπου, ενώπιον του τμήματος διαθηκών του Ειρηνοδικείου Τρίπολης προς δημοσίευση, και β) ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση της πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης τον, αρμόδιο για τη δημοσίευσή της, Ειρηνοδίκη Τρίπολης, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ότι, δηλαδή, αυτή ήταν γνήσια και να επιτύχει, έτσι, τη δημοσίευσή της.
Παρά τις, περί του αντιθέτου, προβαλλόμενες με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αιτιάσεις, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, α) αιτιολογεί ειδικώς και με την προσήκουσα επάρκεια γιατί πείστηκε από τις δύο γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των ειδικών δικαστικών γραφολόγων Β. Σ. και Α. Μ. ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη είναι πλαστή και δεν πείστηκε από την αντίθετη γραφολογική γνωμοδότηση της, διορισθείσας από τον αναιρεσείοντα, ειδικής δικαστικής γραφολόγου Β.
Α., δεχόμενο, ειδικότερα, ότι η τελευταία "απεφάνθη με βάση το υλικό που της προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, χωρίς όμως να λάβει υπόψη της τις χειρόγραφες επιστολές που ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατέχει από την αλληλογραφία του με την αποβιώσασα μητέρα του τα χρόνια που ζούσε στην Αμερική, ήτοι έως το έτος 2008 περίπου, ισχυρισμό που επανέλαβε και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, επιπλέον δε και η ανωτέρω γραφολόγος δεν κατέληξε με βεβαιότητα ότι η υπογραφή στην ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη χαράχθηκε από την αποβιώσασα", και β) αιτιολογεί ειδικώς, με την προσήκουσα, επίσης, επάρκεια, και παρά το γεγονός ότι οι ως άνω δύο γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των ειδικών δικαστικών γραφολόγων Β.
Σ. και Α. Μ., οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα, δεν αποδίδουν την πλαστογραφία σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ότι η πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη καταρτίστηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα, με παράθεση, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, συγκεκριμένων, προς τούτο, πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και στηρίζουν το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Η επίκληση στην προσβαλλόμενη απόφαση της υπ' αριθ. 30/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθ. 102/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη, δεν συνιστά παραδοχή, στην οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για την πλαστότητα της διαθήκης και τον πλαστογράφο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά αναφέρεται ιστορικά και ως επιχείρημα ενισχυτικό της κρίσης του για την πλαστότητα αυτής (διαθήκης).
Απαραδέκτως δε, επικαλείται ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης τις παραδοχές της ως άνω αποφάσεως του πολιτικού εφετείου, την οποία μέμφεται ότι εμπεριέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή ή μη των όρων περί της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης, αφού αυτές (παραδοχές) δεν συνιστούν και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Τέλος, το εάν η δημοσίευση της πλαστής αυτής διαθήκης έγινε κατ' αίτηση της θείας του (αναιρεσείοντος), Π. Σ., ή όχι, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην περί της ενοχής κρίση του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος κατήρτισε την πλαστή διαθήκη.
Συνεπώς, δεν δημιουργούνται λογικά κενά ούτε ασάφεια ή αντίφαση ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 216 παρ. 1 [χωρίς την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης του πλαστού] του νέου ΠΚ και ως εκ τούτου τυγχάνει αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του με εκ πλαγίου παραβίαση. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σχετικές με την κατηγορία της πλαστογραφίας, αιτιάσεις συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ως και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος και είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, όσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας, καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή εκατό (100) ημερήσιων μονάδων προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, χωρίς να διαλάβει ρητή μνεία περί της εφαρμογής του νέου ΠΚ ως ευμενέστερου όσον αφορά την κατά το άρθρο 79 επιμέτρησή της. Ωστόσο, το Εφετείο δεν απάλειψε, ως όφειλε, από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τη διατύπωση της χρήσης του πλαστού εγγράφου από τον ίδιο τον πλαστογράφο (αναιρεσείοντα), η οποία δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση, κατά την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο και, συνεπώς, εφαρμοστέα, διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του νέου ΠΚ, αλλά αυτοτελή πράξη, που συρρέει φαινομενικά και απορροφάται από την πλαστογραφία, εφόσον πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, ενώ υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΠΚ, η χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο συνιστούσε συντιμωρητή υστέρα πράξη που ασκούσε επιρροή μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία νομική σκέψη. Ενόψει των παραπάνω, εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο το νόμο ως προς την επιμέτρηση της ποινής όσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας, εφόσον δεν προέβη στην απαιτούμενη ως άνω διάκριση (ΑΠ 556/2023, ΑΠ 1062/2020).
Συνεπώς, ιδρύεται βάσιμος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, ο οποίος ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 511 εδ. α' ΚΠΔ), και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναφερόμενη στο σκεπτικό και το διατακτικό της επιβαρυντική περίσταση της χρήσης του πλαστού εγγράφου, την οποία πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος από την πράξη της πλαστογραφίας, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου έρευνας, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής για το αδίκημα της πλαστογραφίας, η οποία (ποινή) πρέπει να καθοριστεί με βάση τη μη ύπαρξη της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης πλαστού και με βάση το πλαίσιο της επιεικέστερης ποινής του άρθρου 216 παρ.1 του νέου ΠΚ.
Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά τη μερικότερη πράξη της τετελεσμένης απάτης, που φέρεται να τέλεσε ο αναιρεσείων στην Τρίπολη στις 14.12.2016, σε βάρος της εγκαλούσας / υποστηρίζουσας την κατηγορία, με φερόμενο ως παραπλανηθέντα τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης, με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την πράξη αυτήν, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, διότι η επιζήμια, για την υποστηρίζουσα την κατηγορία, [ως κληρονόμου της αποβιώσασας μητέρας της Ε.
Μ., εκ δημόσιας (προγενέστερης) διαθήκης], δημοσίευση της πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης, δεν ήταν το αποτέλεσμα της προς τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης παράστασης ψευδών γεγονότων, αλλά, κατά τα σχετικώς αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ήταν επιβεβλημένη από το νόμο ενέργεια αυτού, εφόσον η πλαστή αυτή διαθήκη είχε τον εξωτερικό τύπο ιδιόγραφης διαθήκης και, συνεπώς, ελλείπει ο απαιτούμενος, για τη στοιχειοθέτηση της απάτης, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας του ήδη αναιρεσείοντος (κατάρτιση-προσκόμιση πλαστής διαθήκης) και της πράξης του παραπλανηθέντος, δηλαδή της δημοσίευσης της διαθήκης από τον ως άνω Ειρηνοδίκη, από την οποία η βλάβη.
Επομένως ο [επικουρικώς προβαλλόμενος] από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ μοναδικός, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ και δεν στοιχειοθετείται η μερικότερη πράξη απάτης με φερόμενο ως παραπλανηθέντα τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 518 παρ. 1 εδ.
α'του ΚΠΔ και δεν θα παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπόθεση, αλλά θα κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της ως άνω πράξης. Καθ' όσον, όμως, αφορά τη δεύτερη μερικότερη πράξη της τετελεσμένης απάτης, με παραπλανηθείσα την ως άνω συμβολαιογράφο Βλαχοκερασιάς Μ.
Α. και περιουσιακώς βλαπτόμενη την υποστηρίζουσα την κατηγορία, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων [πέραν των δύο ακόμη μερικότερων πράξεων απάτης σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, όπως θα εκτεθεί παρακάτω], το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με αυτά που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε σ' αυτήν, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης [χωρίς την επιβαρυντική περίσταση της προξενηθείσας ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας], τις αποδείξεις, από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπάγονται αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.
α' νέου ΠΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι ο ήδη αναιρεσείων παρέστησε ψευδώς στην ως άνω συμβολαιογράφο πως η ιδιόγραφη διαθήκη της μητέρας του ήταν νόμιμη, ενώ η αλήθεια είναι ότι ήταν πλαστή, γεγονός που αυτός γνώριζε αφού την είχε καταρτίσει ο ίδιος, β) ότι η συμβολαιογράφος πείστηκε και συνέταξε το υπ' αριθ. ....2016 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας, βάσει της πλαστής διαθήκης, το οποίο και μεταγράφηκε, γ) ο σκοπός του αναιρεσείοντος, που ήταν, με τη σύνταξη του συμβολαίου αυτού και τη μεταγραφή του, να αποκτήσει ο ίδιος το ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, βλάπτοντας την περιουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία αδελφής του Ε.
Μ., στην οποία κατέλιπε η μητέρα τους το ίδιο ακίνητο με την ως άνω, προγενέστερη, [υπ' αριθ. ....2008] δημόσια διαθήκη της, και δ) η περιουσιακή βλάβη που προξενήθηκε στην υποστηρίζουσα την κατηγορία με την, μεταγραφείσα και ενέχουσα περιουσιακή διάθεση, υπ' αριθ. ....2016 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομίας, αφού το κληρονομιαίο ακίνητο, αξίας άνω των 80.000 ευρώ και μικρότερης των 120.000 ευρώ, φέρεται να καταλείπεται κατά πλήρη κυριότητα στον αναιρεσείοντα.
Επομένως, ο (μοναδικός) πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, όσον αφορά την τετελεσμένη απάτη με παραπλανηθείσα την ως άνω συμβολαιογράφο και περιουσιακώς βλαπτόμενη την υποστηρίζουσα την κατηγορία, προβάλλοντας, ειδικότερα ότι δεν στοιχειοθετείται "πλάνη" της συμβολαιογράφου και ότι ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ πλάνης και περιουσιακής διάθεσης, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Έσφαλε, όμως, το Εφετείο κατά το μέρος που δέχθηκε, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι η περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε στην υποστηρίζουσα την κατηγορία από τη μερικότερη πράξη της τετελεσμένης απάτης, με παραπλάνηση της συμβολαιογράφου, είναι ιδιαίτερα μεγάλη, κηρύσσοντας ένοχο και καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα για την πράξη της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή εκατό (100) ημερήσιων μονάδων προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, δεχόμενο, έτσι, την ύπαρξη της επιβαρυντικής περίστασης της "ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας", η οποία, όμως, είχε απαλειφθεί υπό την ισχύ της επιεικέστερης, κατά τούτο, διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.
α' του νέου ΠΚ εφαρμόζοντας, ως εκ τούτου, τη δυσμενέστερη τοιαύτη, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 92 ν. 4855/2021, που επανέφερε την, προβλεπόμενη και υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΠΚ, εν λόγω επιβαρυντική περίσταση.
Συνεπώς, ιδρύεται βάσιμος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός ως προς την αναφερόμενη στο σκεπτικό και το διατακτικό της επιβαρυντική περίσταση της "ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας", την οποία πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος από τη μερικότερη πράξη της τετελεσμένης απάτης σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία, με παραπλανηθείσα την ως άνω συμβολαιογράφο, αφού δεν συντρέχει, κατά τα προαναφερθέντα, περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, και αφετέρου ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την πράξη της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, χωρίς την εν λόγω επιβαρυντική περίσταση.
Ακόμη, ως προς την απόπειρα απάτης κατ' εξακολούθηση, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή αυτής και συγκεκριμένα, α) ο σκοπός του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εισπράττοντας πλέον αυτός το μηνιαίο μίσθωμα, ποσού 300 ευρώ, που κατέβαλλε ο ως άνω μισθωτής Σ.
Π. για το αναφερόμενο στην πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη ακίνητο, το οποίο είχε μισθώσει ήδη από το χρόνο που βρισκόταν εν ζωή η αποκλειστική κυρία αυτού και εκμισθώτρια Ε. Μ., μητέρα των διαδίκων, και το οποίο η τελευταία κατέλιπε με την ως άνω δημόσια διαθήκη στην εγκαλούσα, η οποία υποκατέστησε την αποβιώσασα μητέρα της στη μισθωτική σχέση, β) η εν γνώσει αυτού (αναιρεσείοντος) παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών στον παραπάνω μισθωτή, με την αποστολή προς αυτόν των προαναφερθεισών από 16.12.2016 και 17.1.2017 δύο εξώδικων δηλώσεων ότι, τάχα, τυγχάνει νόμιμος κληρονόμος, δυνάμει της πλαστής διαθήκης, του μισθωμένου ακινήτου, αξιώνοντας την καταβολή των μισθωμάτων πλέον σ' αυτόν, γ) η βλάβη ξένης, ήτοι της εγκαλούσας αδελφής του, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις εν λόγω παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντος και δ) ότι η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε διότι ο ως άνω μισθωτής δεν πείστηκε και δεν προέβη στην καταβολή των μισθωμάτων σ' αυτόν, ήτοι στην επιζήμια για την εγκαλούσα-υποστηρίζουσα την κατηγορία συμπεριφορά.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος λόγος της αίτησης αναίρεσης ούτε πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα 1) ως προς τη διάταξή της που αφορά την πράξη της τετελεσμένης απάτης με φερόμενο ως παραπλανηθέντα τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης, ως προς την οποία πρέπει ο αναιρεσείων θα κηρυχθεί αθώος, 2) ως προς τις αναφερόμενες στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης επιβαρυντικές περιστάσεις α) της χρήσης του πλαστού εγγράφου και β) της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος την μεν υπό στοιχ. (α) από την πράξη της πλαστογραφίας, την δε υπό στοιχ. (β) από τη μερικότερη πράξη της τετελεσμένης απάτης σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία, με παραπλανηθείσα την ως άνω συμβολαιογράφο, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου έρευνας, και 3) ως προς διατάξεις της περί επιβολής ποινής για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση [και συναφώς της συνολικώς επιβληθείσας ποινής], η οποία πρέπει να καθοριστεί:
για μεν το αδίκημα της πλαστογραφίας με βάση τη μη ύπαρξη της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης πλαστού, στο πλαίσιο της επιεικέστερης ποινής του άρθρου 216 παρ.1 του νέου ΠΚ, για δε το αδίκημα της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, με βάση i) το αθωωτικό μέρος για τη μερικότερη πράξη απάτης, με φερόμενο ως παραπλανηθέντα τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης, ii) τη μη ύπαρξη της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, και iii) το πλαίσιο της επιεικέστερης ποινής του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.
α' του νέου ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθ. 92 ν. 4855/2021, που προβλέπει για τη βασική μορφή απάτης μόνο φυλάκιση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για νέα επιμέτρηση της ποινής για καθένα των ως άνω αδικημάτων και τον επανακαθορισμό συνολικής ποινής στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 522 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε, κατ' άρθρο 159 ν. 4855/12.11.2021).
Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 116/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, κατά τα ως άνω οριζόμενα, και δη α) ως προς τη διάταξή της που αφορά την πράξη της τετελεσμένης απάτης με φερόμενο ως παραπλανηθέντα τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης, β) ως προς τις διατάξεις της περί συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων της χρήσης πλαστού και της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, οι οποίες διαλαμβάνονται, αντίστοιχα, στην πράξη της πλαστογραφίας και στην απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση και γ) ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για καθεμία των δύο αυτών πράξεων και της συνολικώς επιβληθείσας ποινής
Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα Β. Μ. του Ε. και της Ε., κάτοικο ..., του ότι: Στην Τρίπολη, στις 14.12.2016 "Ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παριστάνοντας ψευδή γεγονότα ως αληθή, έπεισε άλλον να προβεί σε πράξη από την οποία προκλήθηκε περιουσιακή ζημία σε τρίτο άτομο. Ειδικότερα, με τις προαναφερθείσες, υπό στοιχείο Α του κατηγορητηρίου, ενέργειές του, παραπλάνησε τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης ως προς το ότι η, ενώπιόν του προσκομισθείσα, διαθήκη όντως είναι γνήσια και αποτελεί την αληθή βούληση της Ε. Μ. και τον έπεισε να τη δημοσιεύσει.".
Απαλείφει τη διάταξη περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης πλαστού από την πράξη της πλαστογραφίας.
Απαλείφει τη διάταξη περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από τη μερικότερη πράξη της τετελεσμένης απάτης με παραπλανηθείσα τη συμβολαιογράφο Βλαχοκερασιάς Μ. Α.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το ως άνω αναιρούμενο περί ποινής μέρος της και καθορισμού συνολικής ποινής για τα ως άνω αδικήματα [της πλαστογραφίας και της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση], για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25.4.2024 αίτηση και τους από 30.9.2024 πρόσθετους λόγους του Β. Μ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 116/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ