Supreme Court allows appeal against eviction order, ruling that one landlord's debt forgiveness does not bind others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's eviction order, ruling that the lower court erred in law. The lower court incorrectly assumed a 2010 agreement between one landlord and the tenant constituted a full debt forgiveness binding all landlords. The Court held that for a valid debt forgiveness contract to be effective, the declaration must be clear and require the consent of all creditors, which was absent here. Consequently, the eviction order was set aside and the case remitted for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 454 Civil Code; Art. 236, 238, 239 Civil Code: A debt forgiveness agreement requires the clear declaration and consent of all creditors to be valid; a unilateral act by one creditor does not extinguish the debt owed to others.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1458 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1458/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ελευσίνας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ρούσση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1047/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4606/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/9/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ'αριθμό 4606/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρώσει την υπ'αριθμό 13/2017 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του ακινήτου του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 αρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής.
Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ' αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της ασκήσεως του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί αφέσεως χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται (ΑΠ1694/2017,ΑΠ 934/2014, ΑΠ 412/2014, ΑΠ 426/2004).
Περαιτέρω, κατά μεν άρθρο 236 ΑΚ ορίζεται ότι "αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία", κατά δε το άρθρο 239 ΑΚ προβλέπεται ότι "διάθεση αντικειμένου από μη δικαιούχο είναι έγκυρη, αν έγινε με τη συναίνεση του δικαιούχου".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο, για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της.
Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση, (β) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Όμως, τύπος απαιτείται και στις περιπτώσεις που προκύπτει από το σκοπό της διάταξης, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία, (γ) ειδικότερα, συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση της δικαιοπραξίας, και για τον τύπο χορήγησής της ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω γενικά για τη συγκατάθεση (ΑΠ 801/2017, ΑΠ 558/2017, ΑΠ482/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 29/1998, ΑΠ 156/2017).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 30/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 236, 238, 239, 454 ΑΚ, δεχόμενο ότι η από 3-6-2010 συμφωνία μεταξύ του ενός εκ των εκμισθωτών Π.
Π. και του Α. Τ., αδελφού του ανακόπτοντος (μισθωτή), που ενεργούσε για λογαριασμό του τελευταίου, συνιστά άφεση χρέους, η οποία επέφερε την απόσβεση της οφειλής του ανακόπτοντος από τα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιουνίου-Ιουλίου 2009. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία του κρισίμου ως άνω ζητήματος, τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων είχε μισθώσει από την Σ.
Π. ένα ακίνητο στη ... τον Οκτώβριο του 2005. Στη συνέχεια υπεισήλθαν στη μίσθωση ως εκμισθωτές οι Ε. Π., Π. Π. και Σ. Χ.... Στις 20-8-2009 το μίσθιο ακίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στην ως άνω περιοχή, οπότε λύθηκε η μίσθωση και ο μισθωτής αποχώρησε από το μίσθιο, έχοντας εξοφλήσει τα μισθώματα μέχρι και τον Μάιο του 2009.
Για τα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2009 από 3.809,77 ευρώ + 3,6% τέλος χαρτοσήμου και συνολικά 7.893,84 ευρώ, ο ανακόπτων είχε εκδώσει τέσσερις επιταγές μεταχρονολογημένες, συνολικού ποσού 8.610 ευρώ, τις οποίες παρέδωσε στους εκμισθωτές....Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο εκμισθωτής Π. Π. στις 3-6-2010 παρέδωσε στον αδελφό του ανακόπτοντα Α.
Τ., που ενεργούσε για λογαριασμό του ανακόπτοντα, τις παραπάνω τρεις επιταγές ανείσπρακτες, ενώ η παράδοση της τέταρτης επιταγής ακολούθησε στις δέκα επόμενες ημέρες. Στο σχετικό έγγραφο που καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω αναφέρεται ότι οι επιταγές αφορούσαν την οφειλή από τα μισθώματα Ιουνίου-Ιουλίου 2009 και ο μισθωτής δεν έχει καμία απαίτηση από τη μίσθωση.
Στο παραπάνω έγγραφο δεν αναφέρεται ρητά ότι ο Π. Π. ενεργεί για λογαριασμό όλων των εκμισθωτών, ωστόσο, αυτός παρέδωσε το σύνολο των επιταγών και όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του ανακόπτοντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η παράδοση αυτή δήλωνε παραίτηση των εκμισθωτών από το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν τα υπόλοιπα οφειλόμενα μισθώματα.
Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι συνυπολογίστηκε και η εγγύηση που ο ανακόπτων είχε καταβάλει κατά τη σύναψη της μίσθωσης.... Η πιο πάνω από 3-6-2010 συμφωνία συγκροτεί την άφεση χρέους, η οποία επέφερε την απόσβεση της οφειλής. Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι Σ. Π. και Ε. Π. ως εκμισθωτές του ακινήτου προέβησαν στις από 22-7-2010 δηλώσεις εκχώρησης ανείσπρακτων μισθωμάτων προς τη ΔΟΥ Ελευσίνας, με τις οποίες εκχώρησαν φερόμενες απαιτήσεις τους σε βάρος του ανακόπτοντα μισθωτή, ύψους 3.049,01 η πρώτη και 2.032,67 ευρώ ο δεύτερος, που αντιστοιχούν στα μισθώματα από 1-6-2009 έως 20-8-2009, ανάλογα με τα ποσοστά τους στη συγκυριότητα του μισθίου και δη σε 30% η πρώτη και 20% ο δεύτερος.
Με βάση αυτές τις εκχωρήσεις βεβαιώθηκαν οφειλές σε βάρος του ανακόπτοντα, εκδόθηκαν ταμειακές βεβαιώσεις και απεστάλησαν ατομικές ειδοποιήσεις που του κοινοποιήθηκαν νόμιμα. Ο ανακόπτων δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα και με την 13/2017 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως επεβλήθη κατάσχεση για το ποσό των 12.029,68 ευρώ στο διαμέρισμα του ανακόπτοντος στο ....
Όταν στις 22-7-2010 έγιναν οι δηλώσεις εκχώρησης ανείσπρακτων μισθωμάτων, είχε ήδη λάβει χώρα άφεση του χρέους που προερχόταν από τη μη καταβολή των υπόλοιπων οφειλόμενων μισθωμάτων και δεν υπήρχε καμία ισχυρή απαίτηση από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης. Σε κάθε περίπτωση, το καθ'ου η ανακοπή, το οποίο επέχει θέση ενάγοντος και φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης της βασιμότητας της απαίτησης που του εκχωρήθηκε δεν απέδειξε ότι οι εκχωρητές εξακολουθούσαν κατά το χρόνο των εκχωρήσεων να έχουν απαιτήσεις κατά του ανακόπτοντος από τη σύμβαση μίσθωσης, πάνω στις οποίες βασίζονται οι επίμαχες δηλώσεις εκχώρησης μισθωμάτων, καθόσον δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την 13/2017 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, ορθά το νόμο εφάρμοσε και καλώς εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσίαν ο πρώτος λόγος της έφεσης...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 236, 238, 239, 454 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, δεχόμενο ότι η επίμαχη από 3-6-2010 συμφωνία μεταξύ του ενός των εκμισθωτών και του μισθωτή συνιστά άφεση του χρέους του τελευταίου από τα μισθώματα, η οποία επέφερε την απόσβεση της οφειλής του.
Ειδικότερα το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι, κατά την κατάρτιση της από 3-6-2010 συμφωνίας, η εκ μέρους του εκμισθωτή Π. Π. παράδοση των επιταγών στον μισθωτή δήλωνε παραίτηση όλων των εκμισθωτών από το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν τα υπόλοιπα οφειλόμενα μισθώματα. Τούτο δε διότι, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο έγγραφο της από 3-6-2010 συμφωνίας δεν αναφέρεται ρητά ότι ο Π.
Π. ενεργεί για λογαριασμό όλων των εκμισθωτών, κατέληξε στο πόρισμα ότι η παράδοση των επιταγών στον μισθωτή δηλώνει παραίτηση όλων των εκμισθωτών από το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν τα οφειλόμενα μισθώματα και ότι με την ως άνω συμφωνία έγινε άφεση του χρέους και αποσβέσθηκε η οφειλή του μισθωτή. Όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για την κατάρτιση έγκυρης συμβάσεως αφέσεως χρέους απαιτείται η δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη να είναι σαφής και αναμφίβολη και να μην τεκμαίρεται, όπως έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση και εφόσον υπάρχουν περισσότεροι δανειστές, για να είναι έγκυρη η ως άνω σύμβαση που καταρτίστηκε από τον ένα δανειστή, απαιτείται η συγκατάθεση (συναίνεση) και των λοιπών δανειστών (δικαιούχων), η οποία παρέχεται με δήλωση αυτών προς το ένα ή το άλλο από τα συμβληθέντα μέρη, γεγονός που δεν συνέτρεξε εν προκειμένω, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης.
Επομένως, το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ,ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1,3 του Ν 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμό 4606/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ