Supreme Court partially allows appeal on dismissal compensation but dismisses wage waiver claim as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a labor court judgment regarding an employee's dismissal. The court found the lower court properly considered witness testimonies and documents but erred in dismissing the dismissal compensation claim due to a procedural time bar. Consequently, the appeal was allowed only regarding the dismissal compensation and moral damages, while the claim for unpaid wages was deemed inadmissible because the employee had previously waived all claims.
Legislator headnote
AI generatedArt. 6 para. 2 of Law 3198/1955; Art. 280 of the Civil Code: A claim for dismissal compensation under Law 2112/1920 is extinguished if not filed within six months of termination, whereas a waiver of wages does not automatically cover statutory dismissal compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1458 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1458/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Ντούμα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Χαλδαίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 5063/29-10-2013. Εκδόθηκαν η 507/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 2009/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης 508/25-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η από 7-6-2018 (αριθμός κατάθεσης 508/25-6-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της 2009/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 507/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 30-9-2013 (αριθμός κατάθεσης 5063/29-10-2013) αγωγής και της προφορικώς ασκηθείσας στο ακροατήριο ανταγωγής της εναγομένης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή της κατά το ν. 2112/1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση κατέστη απαιτητή. Με τη διάταξη αυτή θεσπίσθηκε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 280 ΑΚ, για την άσκηση της αξίωσης προς καταβολή της οφειλόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η αξίωση αποζημίωσης γεννάται και είναι απαιτητή από την ημέρα της απόλυσης (ΟλΑΠ 16/1994). Κατά συνέπεια, αν περάσει το εξάμηνο, χωρίς να ασκηθεί από το μισθωτό, του οποίου καταγγέλθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η σχετική αγωγή για την καταβολή της, τυχόν ασκούμενη μετά την πάροδο του εξαμήνου, είναι απαράδεκτη.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 255 εδ. β' ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλογικώς, κατ' επιταγή του άρθρου 279 ΑΚ, και επί αποσβεστικών προθεσμιών, η παραγραφή αναστέλλεται, αν μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, ο δικαιούχος εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωσή του με δόλια συμπεριφορά του δικαιούχου. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός.
Τέτοια δόλια συμπεριφορά υπάρχει, όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες, για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση του φερόμενου προς κρίση δικαιώματος, είναι προσχηματικές και κατατείνουν στην πραγματικότητα να συνεχισθεί η απραξία του δικαιούχου στη δικαστική επιδίωξη του δικαιώματός του και την παρέλευση άπρακτης της οριζόμενης προς τούτο παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 159/2011, ΑΠ 1247/2008).
Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της αποσβεστικής προθεσμίας και όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας συνιστά καταχρηστική ένσταση, προβαλλόμενη ως αντένσταση στην προτεινόμενη, και αυτεπαγγέλτως άλλωστε εξεταζόμενη, ένσταση περί συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 1280/2018).
3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, τα δε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογίες", ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2102/2014).
4.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2009/2018 απόφασής του (ΚΠολΔ 561 παρ.2), εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:
Ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε την 1-2-1985, αρχικά μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) και της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", η οποία είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την επεξεργασία και εμπορία ειδών αλουμινίου, ο πρώτος παρείχε τις υπηρεσίες του στην τελευταία ως χημικός- υπεύθυνος παραγωγής.
Ότι τη δραστηριότητα της εταιρίας συνέχισε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Α. Π., ως ατομική επιχείρηση και μετά το θάνατο αυτού, την 1-2-2010, η εναγομένη σύζυγός του (ήδη αναιρεσείουσα) μέχρι το έτος 2013 που διακόπηκε η λειτουργία της. Ότι ο ενάγων από την ημέρα της πρόσληψής του μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του (30-3-2012) προσέφερε αδιαλείπτως τις υπηρεσίες του στην ανωτέρω επιχείρηση, εργαζόμενος επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) και από ώρα 07:00 έως 15:00, οι δε συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του μέχρι τον Οκτώβριο του 2011 ανέρχονταν στο ποσό των 2.094,66 ευρώ, ενώ από 1-1-2011 συμφωνήθηκε να μειωθεί κατά ποσοστό 40%, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εναγομένη και έτσι ο μηνιαίος μισθός του διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.302,46 ευρώ, δηλαδή σε ποσό μικρότερο τού, προβλεπόμενου από την ΣΣΕ της 18-11-2010 (ΠΚ 39/25-11-2010) των χημικών επιστημόνων βιομηχανίας όλης της χώρας, νόμιμου βασικού μισθού, που ανερχόταν στο ποσό των 1.891,79 ευρώ για υπαλλήλους με προϋπηρεσία από 27 έως 29 έτη, όπως εν προκειμένω ο ενάγων.
Ότι την 30-3-2012 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, λόγω της επικείμενης συνταξιοδότησης του ενάγοντος, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 18.886,52 ευρώ, το οποίο υπολογίσθηκε με βάση το χαμηλότερο του νομίμου μηνιαίο μισθό, που κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα κατά το χρόνο της απόλυσής του, ήτοι των 1.302,46 ευρώ.
Ότι η ως άνω αποζημίωση απόλυσης, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις αποδοχές δύο μηνών, έπρεπε να καταβληθεί, κατ' άρθρο 74 παρ.3 του ν. 3863/2010, που ισχύει από 15-7-2010, σε δόσεις και συγκεκριμένα έπρεπε να καταβληθεί κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών, το δε υπόλοιπο ποσό να καταβληθεί σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορούσε να είναι μικρότερη από τις αποδοχές δύο μηνών, εκτός αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο.
Ότι ο ενάγων, άμεσα κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και ακολούθως, κατ' επανάληψη, οχλούσε την εναγομένη και ζητούσε να του καταβληθεί η ως άνω νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η δε εναγομένη δεν ηρνείτο την υποχρέωσή της προς καταβολή, τον διαβεβαίωνε όμως ότι θα την καταβάλει στο μέλλον, ισχυριζόμενη ότι, κατά το χρόνο εκείνο, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει, προς επίρρωση δε των ανωτέρω διαβεβαιώσεών της επικαλείτο τη μακροχρόνια συνεργασία τους και ότι ουδέποτε μέχρι τότε είχε απέναντί του κάποια οικονομική εκκρεμότητα, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση, ότι θα ικανοποιηθεί η ένδικη αξίωσή του και αποτρέποντας με τον τρόπο αυτό δολίως των ενάγοντα να ασκήσει δικαστικά το πιο πάνω δικαίωμά του.
Ότι την αξίωση αυτή η εναγομένη αναγνώρισε εγγράφως και ενυπόγραφα την 5-7-2013 επί της με ίδια ημερομηνία βεβαίωσης αποδοχών του ενάγοντος, που αφορούσε τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2012 έως 31-3-2012, αναγράφοντας δίπλα από το καθαρό ποσό αποζημίωσης των 18.886,52 ευρώ την ένδειξη "ανείσπρακτα" και ότι η αναγνώριση αυτή έγινε υπό την οριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ έννοια της αναγνώρισης της αξίωσης με οποιονδήποτε τρόπο και όχι με την έννοια της σύμβασης της αναγνώρισης χρέους του άρθρου 873 ΑΚ, καθόσον η ενέργεια αυτή (της αναγνώρισης χρέους) και συμπεριφορά του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή να συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξίωσης ή σύμβαση αναγνώρισης χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ, στοιχεία που δεν υφίστανται εν προκειμένω στην ένδικη αγωγή.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η εναγομένη έθετε συνεχώς ζήτημα αναβολής της καταβολής του ποσού της αποζημίωσης, με συνέπεια ο ενάγων να εφησυχάσει, κατά την υπόδειξη της εναγομένης, η τελευταία, όμως, να θελήσει να επωφεληθεί από την εν τω μεταξύ πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αναστολής ή μη της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, για την άσκηση εκ μέρους του της αξίωσής του για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης.
Ότι ο ενάγων μετέβη στη ..., προκειμένου να παραλάβει την από 5-7-2013 βεβαίωση αποδοχών του, οπότε αντιλήφθηκε ότι η τελευταία δεν προτίθεται να του καταβάλει την ως άνω αποζημίωση απόλυσης και στη συνέχεια, την 24-7-2013, της κοινοποίησε την από 23-7-2013 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να του καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαρτίου 2012, το επίδομα εορτών Πάσχα, το επίδομα άδειας και αποζημίωση άδειας 2012, τάσσοντας προθεσμία για την καταβολή τους μέχρι την 31-7-2013.
Ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις ανωτέρω οφειλές και ότι, αντί αυτού, του απέστειλε την από 30-7-2013 εξώδικη απάντηση- διαμαρτυρία, με την οποία αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων τη διαβεβαίωσε ότι ουδέν ποσό του οφείλει και δεν έχει εναντίον της ουδεμία απαίτηση. Ότι τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν δόλια αποτροπή.
Ότι έτσι η εναγομένη απέτρεψε με δόλο τον δικαιούχο ενάγοντα να ασκήσει αγωγή, διεκδικώντας τα οφειλόμενα, εντός της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Ότι, συνακόλουθα, η προθεσμία που άρχισε από την επόμενη της απόλυσης, ήτοι από 31-3-2012, είχε για τον προαναφερόμενο λόγο ανασταλεί μέχρι την 31-7-2013, οπότε η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 30-7-2013 εξώδικη απάντησή της, με την οποία ηρνείτο να του καταβάλει οποιαδήποτε οφειλή της και δεν συμπληρώθηκε μέχρι να παρέλθει εξάμηνο από την παύση της αναστολής, ήτοι μέχρι την 31-1-2014, διότι στο μεταξύ, την 30-10-2013, ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, δεκτής γενομένης της κατ' άρθρο 255 ΑΚ αντένστασης του ενάγοντος, την οποία προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθ' υποφορά με την αγωγή του και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης.
Ότι, κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου της αγωγής, λόγω παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 εδ. α' του ν. 3198/1955, που πρότεινε νόμιμα η εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτά, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, λόγω αναστολής της προθεσμίας. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη 507/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη και είχε γίνει δεκτή εν μέρει η ασκηθείσα με της προτάσεις ανταγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αντεναγομένου να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ) και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή και την ανταγωγή, απέρριψε την ανταγωγή, ενώ ως προς την αγωγή, την έκρινε νόμιμη, πλην του αιτήματος επιδίκασης ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που ο ενάγων, για τη θεμελίωσή της, επικαλέστηκε τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών.
Ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 18.886,52 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 7.221,83 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές των τριών πρώτων μηνών του έτους 2012, επίδομα εορτών Πάσχα, επίδομα άδειας και αποζημίωση άδειας του ίδιου έτους και το ποσό των 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως συνέπειας των απατηλών υποσχέσεων της εναγομένης ότι θα καταβάλει στον ενάγοντα την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, με αποτέλεσμα να παρέλθει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία άσκησης της εν λόγω αξίωσης, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω ποσά κατά τις εκεί διακρίσεις.
5. Υπό τις άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε την ένσταση παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης της αξίωσης αποζημίωσης απόλυσης, κατ' αποδοχή της αντένστασης περί αναστολής της προθεσμίας αυτής, διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αναστολής ή μη της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, για την άσκηση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της αξίωσής του για καταβολή της ένδικης αποζημίωσης απόλυσης, λόγω καταγγελίας της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη της διάταξης του άρθρου 255 εδ.
β' ΑΚ. Ειδικότερα, δεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, ότι η εναγομένη απέτρεψε δολίως τον ενάγοντα να ασκήσει την αξίωση καταβολής της αποζημίωσης απόλυσής του εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα την καταβάλει στο μέλλον, διότι κατά το χρόνο εκείνο αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει, επικαλούμενη, προς επίρρωση των διαβεβαιώσεών της, τη μακροχρόνια συνεργασία τους και την ανυπαρξία, κατά τη διάρκεια αυτής, κάποιας οικονομικής εκκρεμότητας, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών δηλωτικών της δόλιας προαίρεσης της εναγομένης και ικανών να παραπλανήσουν τον ενάγοντα σε απραξία ως προς την επιδίωξη της αξίωσής του, για το χρονικό διάστημα από την επόμενη της καταγγελίας (31-3-2012) έως την 31-7-2013, που δέχθηκε ότι έπαυσε η αναστολή, δεν διέλαβε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, για την κρίση περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτής, δηλαδή αν επήλθε ή μη αναστολή της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση της εν λόγω αξίωσης.
Ακόμη, παράλληλα προς την παραδοχή ότι η εναγομένη απέτρεψε δολίως τον ενάγοντα να αξιώσει την αποζημίωση απόλυσης, δέχθηκε αντιφατικά ότι προέβη σε αναγνώριση, κατά την έννοια του άρθρου 260 ΑΚ, της οφειλής αυτής την 5-7-2013, γεγονός που αποδυναμώνει το δόλο της εναγομένης, ανεξαρτήτως του ότι η αναγνώριση αυτή έλαβε χώρα μετά τη συμπλήρωση εξαμήνου από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας (δεν μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα διακοπής της προθεσμίας μετά τη συμπλήρωση αυτής).
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της δόλιας αποτροπής του ενάγοντος να ασκήσει την ένδικη αξίωση αποζημίωσης εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, είναι βάσιμοι.
6.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά αυτών, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, Σ.
Κ. και Γ. Π. ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος των ετών 2010 έως 2014, που με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσείουσα, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) αν λάμβανε υπόψη, θα έκανε δεκτή την ένστασή της περί παρόδου της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης της αξίωσης αποζημίωσης απόλυσης και θα απέρριπτε την αντένσταση του αναιρεσιβλήτου περί δόλιας αποτροπής του.
Η εξέταση του λόγου αυτού, μετά την παραδοχή των ως άνω δευτέρου και τρίτου λόγων της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει στο σύνολό του το προσβαλλόμενο κεφάλαιο, είναι αλυσιτελής και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από την εκτίμηση, μεταξύ άλλων, "των νομότυπων καταθέσεων των μαρτύρων, Σ.
Κ. και Γ. Π., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου... (και) όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, τους οποίους μνημονεύει και ονομαστικά, καθώς και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Ο ίδιος λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας, αν λάμβανε υπόψη τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, θα έκανε δεκτή την ένσταση άφεσης χρέους, λόγω προφορικής παραίτησης του αναιρεσιβλήτου από όλες τις ένδικες αξιώσεις, είναι, προεχόντως, αλυσιτελής κατά το μέρος που αφορά την αποζημίωση απόλυσης, διότι καλύπτεται από την εμβέλεια των ως άνω γενόμενων δεκτών λόγων, ενώ κατά το μέρος που αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές είναι απαράδεκτος.
Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τον προταθέντα ισχυρισμό της εναγομένης ότι ο ενάγων προέβη σε άτυπη και προφορική δήλωση περί άφεσης χρέους ως προς όλες τις επίδικες απαιτήσεις του, δέχθηκε ότι είναι αλυσιτελής, με την αιτιολογία ότι "τέτοια δήλωση του εργαζομένου, με την οποία αυτός δεν διατηρεί καμία απαίτηση, ουσιαστικά δηλαδή παραιτείται από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του, είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της άφεσης χρέους...
διότι η ακυρότητα αυτή αφορά εν προκειμένω στο ελάχιστο όριο τόσο του μισθού όσο και της αποζημίωσης απόλυσης, που προβλέπεται από την (εκεί μνημονευόμενη) ΣΣΕ και το νόμο (ν. 2112/1920), αντίστοιχα" και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί άφεσης χρέους, σε έρευνα της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί ο εξεταζόμενος λόγος.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών (4ου, 5ου και 6ου) αναιρετικών λόγων και πρέπει, κατά παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αφορά τα κεφάλαια της αποζημίωσης απόλυσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2009/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Οκτωβρίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ