1458/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1458/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1458 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1458/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Τσερπάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Δρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τη χρονολογούμενη από 1-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 23-4-2012.
Εκδόθηκαν η 97/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1367/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2016 αίτησή του και τους από 1-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Για την ολοκλήρωση της άσκησής τους, αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως χρόνος συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε (ΚΠολΔ 568 παρ.2) και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίζεται ύστερα από ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης (ΚΠολΔ 575).
Γι’ αυτό, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αυτοί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, για έλλειψη προδικασίας (ΚΠολΔ 577, ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 741/2016). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, με την από 6-9-2016 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είχε ορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 6-12-2016, κατά την οποία, όμως, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Λίγες ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, ο αναιρεσείων άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο τους από 1-12-2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 2-12-2016 και των οποίων το δικόγραφο επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη μόλις την 1-3-2017 (βλ. την ταυτόχρονη επισημείωση της Μ.
Δ., δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών), ήτοι μετά την αναβολή της συζήτησης. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων δεν κατατέθηκε ούτε επιδόθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της 6-12-2016 και για το λόγο αυτό οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να τη δικαιολογήσει.
Αντίθετα, ο εργαζόμενος, προβάλλοντας ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και βέβαια, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως εργασίας.
Αλλά και όταν ακόμη αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το πραγματικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι, την 17-6-2008, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλο γραφείου.
Ότι, αφού η σύμβαση ανανεώθηκε δύο φορές με τους ίδιους όρους, ως σύμβαση ορισμένου χρόνου, από την 1-11-2009 κατέστη αορίστου χρόνου, με την υποχρέωση του ενάγοντος να απασχολείται επί πενθήμερο και επί 39 ώρες την εβδομάδα και να εκτελεί εργασίες γραφείου και άλλα συναφή καθήκοντα στο πλαίσιο του σκοπού της ασφαλιστικής επιχείρησης και του τμήματος, στο οποίο εκάστοτε ήταν ενταγμένος, αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό 958,99 ευρώ.
Ότι, έκτοτε, ο ενάγων πρόσφερε την εργασία του μέχρι την 3-2-2012, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας, κατέβαλε στον ενάγοντα την προβλεπόμενη αποζημίωση και ανήγγειλε το γεγονός στον ΟΑΕΔ. Ότι αν και ο ενάγων, με την άσκηση της ένδικης αγωγής, αμφισβητεί το κύρος της εν λόγω καταγγελίας ως γενομένης "από ταπεινά και εγωιστικά κίνητρα [των αρμοδίων οργάνων] της αντιδίκου, ήτοι από εμπάθεια και εχθρότητα προς το πρόσωπό του, επειδή τόλμησε να διεκδικήσει αύξηση του μισθού του, την οποία η ίδια του είχε υποσχεθεί ως αντάλλαγμα για την ιδιαίτερα αυξημένη παραγωγικότητά του", η ουσιαστική βασιμότητα των περιστατικών αυτών δεν αποδεικνύεται.
Ότι, αντιθέτως, ο ενάγων δεν εμφάνιζε ιδιαίτερη αποδοτικότητα στην εργασία του, αλλά είχε αυξομειώσεις σ’ αυτήν και, κυρίως, έλλειμμα στην ποιοτική επάρκειά της. Ότι, ειδικότερα, υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενάγων, κατά την έκδοση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, δεν είχε ζητήσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά από τον πελάτη, δεν είχε αξιολογήσει σωστά τον ασφαλιστέο κίνδυνο ή είχε διακόψει την επεξεργασία και είχε πετάξει την αίτηση στο καλάθι των αχρήστων.
Ότι τα σφάλματα αυτά είχαν επισημανθεί στον ενάγοντα από τους άμεσους προϊσταμένους του, αλλά παρά τις σχετικές παρατηρήσεις αυτός δεν είχε συμμορφωθεί. Ότι, παράλληλα, ήταν δύσκολη η συνεργασία του με τους συναδέλφους, δεν τους χαιρετούσε, απαντούσε απότομα προς αυτούς, δυσανασχετούσε όταν κάποιος του ζητούσε πληροφορίες ή επεξηγήσεις και δημιουργούσε δυσάρεστο κλίμα με το να παραπονείται διαρκώς για το ότι η εταιρία δεν του έδινε αύξηση, παρά το γεγονός ότι ο μισθός, που προαναφέρθηκε, είχε αυξηθεί από το Νοέμβριο 2010 σε 1.001,60 ευρώ και από το Νοέμβριο 2011 σε 1.082 ευρώ.
Ότι, πέρα από αυτά, απουσίαζε κατά διαστήματα από την εργασία του ή αναχωρούσε αιφνιδίως κατά τη διάρκεια αυτής, χωρίς να δίνει επαρκείς εξηγήσεις. Ότι επικαλούνταν άλλοτε λόγους υγείας και άλλοτε περιοδική ανάγκη βραχείας νοσηλείας σε νοσοκομείο, αλλά μόνο μετά την καταγγελία της συμβάσεως προσκόμισε πιστοποιητικό, σύμφωνα με το οποίο ήδη από το έτος 2007 είχε διαγνωσθεί πάσχων από τη "νόσο Crohn".
Ότι η εναγομένη, δια των αρμοδίων προϊσταμένων του ενάγοντος και δια των υποδείξεων ή παρατηρήσεων, στις οποίες αυτοί προέβαιναν καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας προς τον ενάγοντα, είχε εξαντλήσει την ανοχή της ως προς τη δυσλειτουργικότητά του, με αποτέλεσμα, τελικώς, να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως, η οποία κάθε άλλο παρά σε διάθεση εκδίκησης ή σε εμπάθεια εκ μέρους της οφείλεται.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το μονομελές εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος κατά της τότε εκκαλουμένης 97/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως.
4. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές του παραδοχές, τις οποίες προσηκόντως υπήγαγε στις ουσιαστικές διατάξεις (βλ. παραπάνω, αρ.2), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, καθ’ ο μέρος με αυτούς υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αποδίδεται και η αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων, υπό την έννοια ότι το μονομελές εφετείο, αν τις είχε αξιολογήσει σύμφωνα με αυτά που ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αποκαλεί διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε δεχθεί ως βάσιμο τον αγωγικό του ισχυρισμό περί του ότι [δήθεν] η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση από εμπάθεια και εκδικητικότητα.
Κατά το μέρος αυτό, όμως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί αναιρετική πλημμέλεια μόνο όταν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνων δικαίου και όχι στην αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 266/2014). Και ακόμη, με τον τρίτο λόγο αποδίδεται και η αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (ΚΠολΔ 559 αρ.12), υπό την έννοια ότι το μονομελές εφετείο έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στις καταθέσεις (είτε στο ακροατήριο είτε με τη μορφή των ενόρκων βεβαιώσεων) των μαρτύρων της εναγομένης, σε σύγκριση με την κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος (της μητέρας του).
Κατά το μέρος αυτό, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και όχι όταν κρίνει περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά, ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1287/2014).
Με τους ίδιους λόγους, κατά τα λοιπά, πλήττονται απαραδέκτως οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του μονομελούς εφετείου και, μάλιστα, αυτές ως προς το αν η προπεριγραφείσα (βλ. παραπάνω αρ.3) αρνητική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, εξ αιτίας της οποίας και μόνο καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, μπορούσε να καταλογισθεί σ’ αυτόν ή αν ήταν αναπόφευκτη λόγω της σοβαρής πάθησης από την οποία ο ίδιος υποφέρει και της οποίας οι επιπτώσεις κατά την εκπλήρωση της παροχής του ως εργαζόμενου θα έπρεπε να γίνονται εσαεί ανεκτές εκ μέρους του εργοδότη του.
Εκ του πράγματος, όμως, το δικαστήριο της ουσίας αποφάνθηκε ανέλεγκτα υπέρ της πρώτης εκδοχής.
5.Με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 παρ.11 περ. α’ και περ. γ’ ΚΠολΔ. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, το δικαστήριο της ουσίας δεν θα έπρεπε να λάβει υπ’ όψη το περιεχόμενο των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία ο αναιρεσείων κατά καιρούς είχε αποστείλει προς τους άμεσους προϊστάμενούς του και με τα οποία ο ίδιος γνωστοποιούσε προς αυτούς είτε την αιφνίδια αναχώρησή του από το χώρο παροχής της εργασίας του είτε κάποια βραχεία απουσία του για θεραπευτικούς λόγους, διότι τα μηνύματα αυτά συνιστούν [δήθεν] αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι η αλληλογραφία, είτε σε φυσική είτε σε ηλεκτρονική μορφή, την οποία ο ένας διάδικος έχει απευθύνει προς τον άλλο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί διαδικαστικά από τον παραλήπτη, ενόσω ο αποστολέας και ήδη καθ’ ου η χρήση δεν αμφισβητεί τη γνησιότητά της. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το πραγματικό γεγονός ότι οι αιφνίδιες αναχωρήσεις του αναιρεσείοντος από τον τόπο παροχής της εργασίας του ή οι περιοδικές, πρόσκαιρες απουσίες του οφείλονταν στην πάθησή του.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη παράβαση δεν αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, αλλά στη με βάση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων διαμόρφωση της συγκεκριμένης και αναιρετικώς ανέλεγκτης ουσιαστικής παραδοχής.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 1367/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Ιουνίου 2017. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ