Supreme Court dismisses appeal due to missed appeal deadline and inadmissible arguments regarding evidence and legal sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the University of Thessaloniki's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting a lawsuit by the Sithonia Municipality. The appellant failed to file the appeal within the statutory 30-day period, rendering it inadmissible, while other arguments regarding evidence and legal sufficiency were rejected as irrelevant since the lower court had already dismissed the claim on procedural grounds. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 518(1) and 2, 151, 532 of the Code of Civil Procedure; Article 559(14) and 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal filed after the expiration of the statutory period is inadmissible and rejected ex officio, and arguments challenging the rejection of a claim as legally insufficient or lacking evidence are inadmissible when the claim was dismissed on procedural grounds before the evidence stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1458 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1458/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Αριστείδη Πελεκάνο και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης" - Ειδικός λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας, που εδρεύει στην Πανεπιστημιούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ηλιάνα Κυριάκου.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης Δήμου Σιθωνίας, που εδρεύει στη Νικήτη Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Οικονόμου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1031/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12 Νοεμβρίου 2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Η πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 παρ.1 και 2, 151 και 532 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας προς άσκηση της έφεσης που προβλέπεται στην πρώτη από τις εν λόγω διατάξεις, η οποία, αν μεν έχει επιδοθεί η εκκαλουμένη απόφαση, είναι 30 ή 60 ημέρες, ανάλογα με τον τόπο κατοικίας του εκκαλούντος και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφαση (518 παρ. 1), αν δε δεν έχει χωρήσει επίδοση είναι τριετής και αρχίζει από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, (518 παρ.2), συνεπάγεται την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 12/02, Ολ.ΑΠ 461/78 ΑΠ 1236/07).
Αν πάσχει ακυρότητα η γενομένη επίδοση η έφεση είναι εμπρόθεσμη εφόσον έχει ασκηθεί εντός της 3ετούς, από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης προθεσμίας. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ.1 στοιχ. δ' , 127 παρ. 1, 129 και 139 παρ.1 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, στην περίπτωση επίδοσης δικογράφων σε νομικό πρόσωπο, πρέπει το έγγραφο να εγχειρίζεται στον κατά νόμο ή το καταστατικό του νόμιμο εκπρόσωπο αυτού, το ονοματεπώνυμο του οποίου είναι απαραίτητο και να αναγράφεται στη συντασσομένη από το δικαστικό επιμελητή έκθεση επίδοσης.
Αν αυτός δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη μεν περίπτωση, κατά σειρά, σε ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 128 πρόσωπα, στη δεύτερη δε περίπτωση σε οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ πρόσωπα, ανεξαρτήτως σειράς, πρέπει δε, και στις δύο περιπτώσεις να αναγράφεται στην έκθεση επίδοσης το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο εγχειρίστηκε το έγγραφο που επιδόθηκε.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1 και 59 παρ. 1 ν. 3852/2010 "ΟΤΑ αρμοδιότητες "ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ κ.λ.π.", συνάγεται ότι, νόμιμος εκπρόσωπος του Δήμου, που είναι ν.π.δ.δ. είναι ο Δήμαρχος, ο οποίος ορίζει αντιδημάρχους, οι οποίοι έχουν τις αρμοδιότητες που μεταβιβάζει σ' αυτούς με απόφασή του, που δημοσιεύεται σε ημερήσια εφημερίδα και αν δεν υπάρχει ημερήσια, σε εβδομαδιαία, εφημερίδα της πρωτεύουσας του νομού, μπορεί δε ο Δήμαρχος, με απόφασή του να αναθέτει την υπογραφή ορισμένων εγγράφων και πιστοποιητικών σε δημοτικό σύμβουλο, όπως είναι και ο αντιδήμαρχος, ή στον πρόεδρο του συμβουλίου δημοτικού διαμερίσματος ή στον πρόεδρο του τοπικού συμβουλίου ή στον πάρεδρο ή στον γενικό γραμματέα του Δήμου ή σε προϊστάμενο δημοτικής υπηρεσίας ή σε άλλον μόνιμο υπάλληλο του Δήμου.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται περαιτέρω ότι, για να είναι νόμιμη η επίδοση στο νομικό πρόσωπο του Δήμου, που γίνεται στο κατάστημα αυτού σε πρόσωπο διαφορετικό από τον Δήμαρχο, πρέπει να αναφέρεται στη συντασσομένη από το δικαστικό επιμελητή έκθεση, το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το επιδοθέν έγγραφο και η ιδιότητα αυτού, ως έχοντος εξουσιοδοτηθεί, με απόφαση του Δημάρχου για την παραλαβή επιδιδόμενων στο Δήμο εγγράφων μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 129 ΚΠολΔ, η οποία ως γενική υποχωρεί έναντι των ως άνω ειδικών διατάξεων (ΑΠ 1707/2010 ΑΠ 1197/2007 αντιθ. 1724/2012).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ. ΑΠ καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933, 979 Κ.Πολ.Δ.) και των προσθέτων λόγων αυτών.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε ως εκπρόθεσμη την από τον αναιρεσίβλητο Δήμο ασκηθείσα, μετά την πάροδο της από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ οριζομένης 30νθήμερης, από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, προθεσμίας, έφεση κατά της 104/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δεχθείσα, (εσφαλμένως, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση) ακυρότητα της γενομένης επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης και συνακόλουθα τη μη έναρξη διαδρομής της σχετικής προθεσμίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης η τελευταία δέχθηκε ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Η υπο κρίση, από 29-12-2011 και υπ'αριθμό καταθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο 2/2-1-2012, έφεση του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) Δήμου Σιθωνίας, κατά της υπ'αριθμό 104/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ'αντιμωλίαν των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα άρθρα 511 επ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Συγκεκριμένα, από την προσκομιζομένη από τον εκκαλούντα υπ'αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Α. Π., προκύπτει μεν ότι, ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης επιδόθηκε, λόγω απουσίας του Δημάρχου του, στον αντιδήμαρχο του εν λόγω Δήμου Δημήτριο Δημητρό, την 2-11-2011, δεν αναγράφεται όμως, στην έκθεση αυτή ότι, κατά το χρόνο της επίδοσης, ο προαναφερόμενος αντιδήμαρχος είχε ορισθεί νόμιμα, με απόφαση του Δημάρχου, με την εξουσία να παραλαμβάνει επιδιδόμενα στο Δήμο δικόγραφα και επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, η επίδοση αυτή είναι μη νόμιμη και δεν κινεί την προθεσμία προς άσκηση της έφεσης, συνακόλουθα δε εφόσον από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (2-9-2011), μέχρι την άσκηση της υπό κρίση έφεσης (2-1-2012), δεν παρήλθε τριετία, η έφεση αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς δεν απέρριψε ως εκπρόθεσμη την κατά τα άνω, μετά την πάροδο της από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ προβλεπομένης 30νθήμερης, από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, προθεσμίας, ασκηθείσα έφεση, δεχθείσα την εμπρόθεσμη, εντός της προβλεπομένης από τη διάταξη της παρ. 2 της παραπάνω διάταξης (518 § 3) τριετούς, από τη δημοσίευση αυτής, προθεσμίας άσκησής της με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή ορθή αιτιολογία ότι η γενομένη επίδοση της προσβαλλομένης με την έφεση πρωτόδικης απόφασης, από την οποία αφετηριάζεται η ως άνω 30νθήμερη προθεσμία πάσχει ακυρότητα λόγω μη αναφοράς στην οικεία έκθεση επίδοσης της απαραίτητης για το κύρος της τελευταίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, βεβαίωσης ότι ο παραλαβών την εκκαλουμένη απόφαση αντιδήμαρχος είχε εξουσιοδοτηθεί με απόφαση του Δημάρχου για την παραλαβή των προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο επιδιδομένων εγγράφων, απορριπτομένης συνακολούθως ως αβάσιμης της προβαλλομένης ως άνω αιτίασης και του συναφούς πρώτου λόγω της αναίρεσης.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 267 του π.δ. 410/95 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης "ο δήμαρχος ... μπορεί, χωρίς προηγούμενη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, ύστερα από πρόχειρο διαγωνισμό ή και χωρίς διαγωνισμό, να συνάπτει σύμβαση για την απευθείας ανάθεση ή την απευθείας εκτέλεση εργασίας ...
αν η αξία δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.200.000 δραχμών αν πρόκειται για τους δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, των 2.000.000 δραχ. για τους λοιπούς δήμους και τα συμβούλια περιοχής και του 1.500.000 δρχ. για τις κοινότητες ή τα τοπικά συμβούλια."Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 269 παρ.1 του ιδίου ως άνω Δημοτικού Κώδικα, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 ν. 2539/1997, με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί εκπονήσεως μελετών, η απευθείας ανάθεση της εκπόνησης μελέτης εργασίας του δήμου ή κοινότητας σε πτυχιούχο μελετητή ή μελετητικό γραφείο οποιασδήποτε τάξης πτυχίου εφόσον η προεκτιμώμενη αμοιβή όλων των σταδίων της μελέτης δεν υπερβαίνει σε ποσοστό το τριάντα στα εκατό του ανώτατου ορίου αμοιβής πτυχίου Α' τάξης, που ισχύει κάθε φορά για την αντίστοιχη κατηγορία μελέτης.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και από τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα, τα δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα και τους συνδέσμους δήμων και κοινοτήτων (ΣτΕ 1620/2007).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13).
Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που Ρίχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 6009/13, ΑΠ 495/13).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγοντα στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/98, ΑΠ 911/2008, Ολ.ΑΠ 32/02, ΑΠ 539/1 1).
Με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 269 του π.δ.410/95, όπως τροποποιήθηκε με το αρ.17 παρ.3 του ν.2539/1997, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την κατά του αναιρεσιβλήτου δήμου ασκηθείσα αγωγή του περί καταβολής οφειλομένου υπολοίπου της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής για των απ'αυτό προσήκουσα εκτέλεση και παράδοση του ανατεθέντος (με την από 28.2.2000 έγγραφη σύμβαση, από τον αναιρεσίβλητο δήμο έργου της "διερεύνησης, καταγραφής και υποβολής προτάσεων αξιοποίησης ειδικών περιοχών και κτισμάτων Δήμου Σιθωνίας" δεχθείσα (εσφαλμένως κατά την προσβαλλομένη αιτίαση) την ακυρότητα της σύμβασης ως καταρτισθείσας χωρίς την ύπαρξη της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 269 του ΠΔ 410/95 (προηγουμένης απόφασης του δημοτικού συμβουλίου, η οποία απαιτείται για την, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί εκπονήσεως μελετών, απευθείας ανάθεση της εκπόνησης μελέτης εργασίας σε πτυχιούχο μελετητή ή μελετητικό γραφείο ...", παρόλο που δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης αφού, η αναλαβούσα την εκτέλεση του έργου ερευνητική του ομάδα δεν έχει την ιδιότητα ούτε του πτυχιούχου μελετητή ούτε του μελετητικού γραφείου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η τελευταία δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Με την υπ'αριθμό καταθέσεως 1307/302Π/2-11-2006 αγωγή του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το ενάγον, ήδη εφεσίβλητο, (αναιρεσείον) ΝΠΔΔ "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", εξέθεσε ότι, η Επιτροπή Ερευνών του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων 'Ερευνας, που συστάθηκε σ'αυτό, δυνάμει της ΚΑ 679/22-8-1996 ΚΥΑ, συνήψε στις 28-2-2000, με τον εναγόμενο, ήδη εκκαλούντα, (αναιρεσίβλητο) Δήμο Σιθωνίας, έγγραφη σύμβαση εκπόνησης ερευνητικού προγράμματος, με τίτλο "Διερεύνηση, καταγραφή και προτάσεις αξιοποίησης ειδικών περιοχών και κτισμάτων Δήμου Σιθωνίας", αντικείμενο της οποίας ήταν η "επεξεργασία πρότυπης ερευνητικής μελέτης, σχετικά με τη συνολική ανάπλαση περιοχών και κτισμάτων του εναγόμενου Δήμου και η σύνταξη προγραμματικά και σχεδιαστικά, πιλοτικού προγράμματος αρχιτεκτονικών και περιβαλλοντολογικής αναβάθμισης για την επίτευξη του παραπάνω στόχου".
Εξέθεσε, επίσης, ότι το προαναφερόμενο έργο ανέλαβε να υλοποιήσει ειδική ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου, σε τρείς φάσεις, αντί αμοιβής συνολικού ύψους 50.000.000 δραχμών, δηλαδή 146.735,14 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ανάλογου ΦΠΑ, η οποία συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά από τον εναγόμενο .... Ότι η ερευνητική του ομάδα εκτέλεσε το παραπάνω έργο, όπως συμφωνήθηκε και παρέδωσε προσηκόντως στον εναγόμενο στις 31-8-2001, την τελική οικονομική και επιστημονική έκθεση, ενώ είχαν παραδοθεί σ' αυτόν και οι "ενδιάμεσες εκθέσεις", για την Α' φάση, στις 31-8-2000, για την Β' φάση, στις 28-2-2001 και για την Γ' φάση, στις 31-8-2001.
Παρότι, όμως, ο εναγόμενος παρέλαβε ανεπιφύλακτα όλες τις εκθέσεις, δεν κατέβαλε, το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής, ύψους 45.000.000 δραχμών, δηλαδή 132.061,62 ευρώ το οποίο και ζητεί με την ένδικη αγωγή κυρίως με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και επικουρικά, με βάση τις διατάξεις του αδικ. Πλουτισμού.
Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως το περιεχόμενό της προπαρατίθεται αναλυτικά και κατά το μέρος που αυτή ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το ενάγον επιδιώκει την επιδίκαση του υπολοίπου της συμφωνηθείσας αμοιβής του, για την εκπόνηση της αναφερόμενης σ'αυτήν πρότυπης ερευνητικής μελέτης, με βάση την καταρτισθείσα με τον εναγόμενο, έγγραφη, από 28-2-2000, σύμβαση, η οποία, όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αγωγής, ανατέθηκε από τον εναγόμενο Δήμο, εκπροσωπούμενο, προφανώς, από το νόμιμο εκπρόσωπό του, τότε, αναφερόμενο, Δήμαρχό του Ιωάννη Τζίτζιο, απευθείας, στην "Επιτροπή Ερευνών", του συσταθέντος στο ενάγον (ΑΠΘ), με βάση την ΚΑ 679/22-8-1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων 'Ερευνας, με απευθείας ανάθεση, χωρίς όμως, προηγουμένη σχετική απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, για την έγκυρη απευθείας ανάθεση τέτοιου έργου, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί εκπόνησης μελετών, κατά την εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 269 παρ.1 του ΠΔ 410/1995.
Ενόψει αυτών η ένδικη σύμβαση, με βάση όσα επικαλείται το ενάγον, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και προϋποθέσεις για την έγκυρη κατάρτισή της, είναι άκυρη και συνεπώς, δεν παράγει αποτελέσματα, ούτε γεννά υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ και συνακόλουθα, η αγωγή, κατά την ερευνώμενη στην παρούσα δίκη, κύρια συμβατική βάση της, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς μεν κατ' αποτέλεσμα έκρινε, με την εσφαλμένη όμως αιτιολογία ότι η ακυρότητα της ένδικης σύμβασης έργου στην οποία επιχειρείται η θεμελίωση της αγωγής απορρέει από την αντίθεση αυτής (σύμβασης) στην προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 269 του ΠΔ 1410/95, η οποία επιτρέπει την, κατά παρέκκλιση της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί εκπονήσεως μελετών, απευθείας ανάθεση από τους δήμους εκπόνησης μελετών εργασίας σε πτυχιούχο μελετητή ή μελετητικό γραφείο οποιασδήποτε τάξης πτυχιούχο, μόνο ύστερα από προηγουμένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου [η οποία καθ' ομολογία των διαδίκων, δεν υπήρξε στην ένδικη περίπτωση] και η οποία όμως (διάταξη) δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην κρινομένη υπόθεση καθόσον η ανάθεση της εκπόνησης της ένδικης μελέτης εργασίας δεν έγινε σε πτυχιούχο μελετητή ή μελετητικό γραφείο αλλά στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ που ασφαλώς και δεν συγκεντρώνει τις εν λόγω ιδιότητες ενώ η ακυρότητα αυτής (σύμβασης) απέρρεε από την αντίθεσή της στη διάταξη του άρθρου 267 παρ.1 του ιδίου ως άνω Π.Δ. (410/95) η οποία επιτρέπει την από το δήμαρχο απευθείας ανάθεση της εκτέλεσης εργασίας (με ή χωρίς τη διενέργεια προχείρου διαγωνισμού) χωρίς την προηγούμενη άδεια του δημοτικού συμβουλίου αλλά μόνο στην περίπτωση που το αντικείμενο της σύμβασης δεν υπερβαίνει τα οριζόμενα σ'αυτήν ποσά (που για την ένδικη περίπτωση ανέρχεται σε 2.200.000 δρχ.), προϋπόθεση η οποία, επίσης δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση ενόψει του αντικειμένου της σύμβασης, που ανέρχεται στα 50.000.000 δρχ.
ευχερώς, εντεύθεν, συναγομένου ότι για την ανάθεση της εργασίας στην οποία αφορά η ένδικη σύμβαση ήταν απαραίτητη η προηγουμένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία μη υφισταμένη κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα, συνεπάγεται την με την προσβαλλομένη απόφαση καταγνωσθείσα ακυρότητα της καταρτισθείσας σύμβασης, κατ' εφαρμογή όμως ότι της διάταξης του άρθρου 269 ΠΔ 410/95, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση αλλά αυτής του άρθρου 267 ΠΔ 410/95, όπως έπρεπε, απορριπτομένης συνακολούθως, κατ'άρθρ. 578 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης ως άνω αιτίασης ως αβάσιμης.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιάς απ'αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 25/1994, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 320/2008).
Με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή με την εσφαλμένη (κατά την εν λόγω αιτίαση) επάλληλη αιτιολογία της μη αναφοράς στο δικόγραφό της των απαιτουμένων, από τις διατάξεις των άρθρων 681 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωσή της πραγματικών περιστατικών. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού, από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε με την επάλληλη αιτιολογία αφενός της νομικής αβασιμότητας, η οποία προσβλήθηκε ατελέσφορα με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο και αφετέρου της "σε κάθε περίπτωση αοριστίας αυτής, ιδίως ως προς τον προσδιορισμό του έργου ... που εκτελέστηκε και παραδόθηκε ..." η προσβολή της οποίας (αιτιολογίας) με τον παρόντα αναιρετικό λόγο καθίσταται αλυσιτελής αφού το διατακτικό αυτής αυτοτελώς στηρίζει η περί νομικής αβασιμότητας παραδοχή της (προσβαλλομένης) η προσβολή της οποίας κρίθηκε ως αβάσιμη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτήν αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη αφού στην περίπτωση αυτή δεν εχώρησε το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά το οποίο επιβάλλεται η λήψη υπόψη και η αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 671, 1546, 1665/2008, Ολ. ΑΠ 3/97).
Κατ'ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απορρίφθηκε η ένδικη κατά του αναιρεσιβλήτου αγωγή του ως νομικά αβάσιμη άλλως ως αόριστη, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη της τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα και λεπτομερώς αναφερόμενα σ' αυτόν (λόγο) ιδιωτικά έγγραφα, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης και δεν ιδρύεται στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ1 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το μέτρο του αρθ. 22 ν. 3693/57 αφού το αναιρεσείον απολαμβάνει των προνομίων του Ελληνικού δημοσίου (αρ. 28 § 4 ν. 2579/98).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-11-13 και με αριθμ. καταθ. 251/13 αίτηση αναίρεσης της 1031/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσ/κης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 16 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ