Legislator Case Law & Legislation
1458/2011 AI generated

1458/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1458/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1458/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Keywords

AI generated
rural land rights standing of the municipality citizenship farmers' movement previous legal status standing against building permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1458 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1458/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεση του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1041 Α.Κ. προκύπτει, ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι κυρία ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως τριάντα τριών (33) περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Χανίων και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ.

Θ., νότια με δρόμο και ιδιοκτησία Α. Θ., δυτικά με ιδιοκτησία Δημοσίου και ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Ν. Θ. και Θ. Ν. Θ., το οποίο περιήλθε σ' αυτήν με γονική παροχή από τον πατέρα της Ν. Θ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-11-1987 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Τσουρουπάκη-Μπέζα, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ο δικαιοπάροχος πατέρας της ενάγουσας είχε αποκτήσει το αγροτεμάχιο αυτό, σε μεγαλύτερη έκταση, από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 27-7-1966 πατέρα του Θ. Θ., δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1962 δημόσιας διαθήκης αυτού ενώπιον του συμβ/φου Χανίων Εμμαν.Κονταδάκη, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../1967 πράξη αποδοχής του ίδιου συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Θ. Θ. είχε περιέλθει το πιο πάνω ακίνητο, σε μεγαλύτερη έκταση, από το Σ. Β., δυνάμει του υπ' αρ. 2.../1924 πωλητηρίου συμβολαίου του τέως συμβ/φου Χανίων Σταύρου Ταζεδάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Το επίδικο ακίνητο αποτελεί βραχώδες τμήμα του παραπάνω μείζονος ακινήτου, έχει έκταση δύο περίπου στρεμμάτων και συνορεύει νότια με δρόμο, βόρεια και ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας και δυτικά με ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου (Πρεβεντόριο).

Η ενάγουσα από τότε που το απέκτησε από τον πατέρα της (έτος 1987) και μέχρι την άσκηση της αγωγής της (2003), δηλαδή για περισσότερο από δέκα χρόνια, κατείχε το επίδικο τμήμα, μαζί με το υπόλοιπο ακίνητο της, με διάνοια κυρίας, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση του, όπως επίβλεψη, τοπογράφηση κ.λ.π.

Προηγουμένως τις ίδιες πράξεις νομής, καθώς και βόσκηση επ'α υτού των ζώων τους, ασκούσαν με διάνοια κυρίων οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας. Επομένως, η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου, όχι μόνο με παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο, ήτοι τόσο με τακτική, όσο και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της.

Κατά το έτος 1973 ο πατέρας της ενάγουσας μαζί με τον αδελφό του εναγομένου Χ. Π., κρεοπώλη, αποφάσισαν να δημιουργήσουν στο επίδικο ακίνητο ένα μικρό χοιροτροφείο. Για το λόγο αυτό κατασκεύασαν μέσα στο επίδικο πρόχειρα κτίσματα (στάβλους από τσιμεντόλιθους και λαμαρίνες, δεξαμενή νερού) και εκμεταλλεύτηκαν έκτοτε το χοιροτροφείο μέχρι το έτος 1977.

Αλλά και μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους, ο πατέρας της ενάγουσας επέτρεψε στον Χ. Π., λόγω των φιλικών σχέσεων τους, να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το επίδικο, χωρίς αντάλλαγμα, για να εκτρέφει τα ζώα του. Το έτος 1994, κατά το οποίο ο Χ. Π. αρρώστησε, άρχισε να χρησιμοποιεί το επίδικο (κτίσματα και περιβάλλοντα χώρο) ο εναγόμενος, που βοηθούσε τον αδελφό του.

Συνέχισε δε να το χρησιμοποιεί, χωρίς αντάλλαγμα, για να εκτρέφει δικά του ζώα, και μετά τον θάνατο του αδελφού του, το έτος 1996, χωρίς η ενάγουσα να εναντιωθεί, διότι δεν πίστευε, ούτε αντιλήφθηκε ότι αυτός αντιποιείται τη νομή της. Για πρώτη φορά η ενάγουσα αντιλήφθηκε την αντιποίηση της νομής της από τον εναγόμενο κατά το έτος 2001, όταν πληροφορήθηκε ότι αυτός το είχε δηλώσει στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως δικό του.

Μάλιστα ως τίτλο ιδιοκτησίας του ανέφερε μία ιδιόγραφη διαθήκη της μητέρας του με ημερομηνία 25-8-1971. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι κύριος του επιδίκου, γιατί το κατέχει με διάνοια κυρίου από το έτος 1970 που του το δώρησε άτυπα η μητέρα του Α. Π., ότι εκείνη το νεμόταν από το έτος 1928, όταν της το δώρησε άτυπα ο Μ.

Π., αδελφός του πατέρα του, και ότι ο τελευταίος το είχε αγοράσει άτυπα το έτος 1905 από τον Γ. Π.. Ακόμη ισχυρίζεται ότι το έτος 2001, δηλαδή είκοσι πέντε χρόνια μετά τον κατά το έτος 1976 θάνατο της μητέρας του, ανακάλυψε τυχαίως, ότι αυτή είχε συντάξει τη με ημεροχρονολογία 25-8-1971 ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της στο επίδικο ακίνητο.

Όμως ουδεμία πράξη νομής αποδείχθηκε ότι διενεργήθηκε στο επίδικο από τους ανωτέρω φερόμενους ως δικαιοπαρόχους του εναγομένου, ήτοι τη μητέρα αυτού, η οποία διέμενε μακριά από το επίδικο (στο χωριό ...), και τον Μ. Π., αλλ' ούτε και από τον ίδιο (εναγόμενο) πριν από το έτος 1995, κατά το οποίο είχε αρχίσει να βοηθά τον αδελφό του, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε κατείχε το επίδικο από το 1978 μέχρι το θάνατο του (1996) λόγω χρησιδανείου.

Επομένως, και αν ακόμη ο εναγόμενος άρχισε να νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου από το έτος 1995, δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο αυτού μέχρι την άσκηση της αγωγής μία εικοσαετία, για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Ενόψει τούτων, αφού η μητέρα του εναγομένου δεν κατέστη κυρία του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία, ακόμη και στην περίπτωση η παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη της δεν έχει πλαστογραφηθεί από τον εναγόμενο, όπως ισχυρίστηκε πρωτοδίκως η ενάγουσα, υποστηρίζοντας ότι η μητέρα του εναγομένου ήταν ανίκανη να συντάξει την εν λόγω διαθήκη, λόγω του ότι ήταν αγράμματη, η κυριότητα του επιδίκου δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί από εκείνη, με κληρονομική από διαθήκη διαδοχή, στον εναγόμενο.

Εξάλλου η ενάγουσα, όταν το έτος 2001 αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος αντιποιείται τη νομή της στο επίδικο, αντέδρασε αμέσως, ασκώντας τα νόμιμα δικαιώματα της και ειδικότερα εγείροντας την κρινόμενη αγωγή και υποβάλλοντας μήνυση για πλαστογραφία της διαθήκης.

Συνεπώς, εφόσον οι ισχυρισμοί του εναγομένου για άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο για μεγάλο διάστημα δεν κρίθηκαν αληθινοί, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητας της στο επίδικο ακίνητα Με βάση τις πραγματικές αυτές παροδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, όχι μόνο με παράγωγο τρόπο, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, και ακολούθως απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου και επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της κυριότητας της επί του επιδίκου ακινήτου.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τακτική, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 του ΑΚ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, ο δικαιοπάροχος πατέρας της αναιρεσίβλητης Ν. Θ. νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του μείζονος αγροτεμαχίου των 33 στρεμμάτων, από τις 17-7-1966, που περιήλθε σ' αυτόν με κληρονομική από διαθήκη διαδοχή στην κληρονομία του πατέρα του Θ.

Θ., μέχρι το έτος 1987, που το μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, με το .../23-11-1987 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Τσουρουπάκη-Μπέζα, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην αναιρεσίβλητη θυγατέρα του, η δε αναιρεσίβλητη νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο -το πιο πάνω συμβόλαιο γονικής παροχής -από το έτος 1987 συνεχώς και μέχρι το έτος 2003, δηλαδή, για χρόνο μίας τουλάχιστον συνεχούς εικοσαετίας, ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένες πράξεις νομής.

Ειδικότερα επέβλεπε αυτή το επίδικο ακίνητο, προέβαινε σε τοπογράφηση αυτού, επέτρεψε στον αδελφό του εναγομένου Χ. Π. να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το επίδικο για την εκτροφή των ζώων του μέχρι το έτος 1996 που αποβίωσε.

Συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπό της όλες οι απαιτούμενες από τις ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, ενώ οι ίδιες παραδοχές απέκλειαν την άσκηση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα νομής στο επίδικο από τον αναιρεσείοντα και την άμεση δικαιοπάροχο μητέρα του Α.

Π. και κατά συνέπεια την απόκτηση από αυτόν της κυριότητας του επιδίκου με κληρονομική από διαθήκη διαδοχή ή με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, αντίστοιχα, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο, ότι "αποδείχθηκε ότι πριν από το έτος 1987 οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης διενεργούσαν στο επίδικο τις ίδιες με εκείνη πράξεις νομής, καθώς και βόσκηση ζώων" και ότι "ουδεμία πράξη νομής αποδείχθηκε ότι έγινε στο επίδικο από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος και από τον ίδιο πριν από το έτος 1995", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚπολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1924 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Σταύρου Ταζεδάκη, διότι, ενώ από το συμβόλαιο αυτό προκύπτει ότι ο πωλητής Σ. Β.-Α. πώλησε στον απώτερο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Θ. Θ. αγροτεμάχιο, κείμενο στη θέση "...", το Εφετείο δέχθηκε ότι με το συμβόλαιο αυτό αγοράς περιήλθε στον πιο πάνω δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης το επίδικο ακίνητο, το οποίο, όμως βρίσκεται στη θέση "...", δηλαδή σε θέση διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στο πιο πάνω συμβόλαιο. Την κρίση του, όμως, αυτή σε σχέση με την τοποθεσία του επιδίκου ακινήτου, μόρφωσε το Εφετείο όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το πιο πάνω συμβόλαιο (.../1924), αλλά ύστερα από συνεκτίμησή του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα με τους τίτλους κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης στο πιο πάνω ακίνητο (συμβόλαιο γονικής παροχής, δημόσια διαθήκη, δήλωση αποδοχής κληρονομίας), οι οποίοι ρητά μνημονεύονται και αναλύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με τα δεδομένα αυτά, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.11.2008 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της 116/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ