Legislator Case Law & Legislation
1458/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming excessive damages violate proportionality principle not subject to direct review.

Case Number 1458/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court ruling awarding 500 euros for moral damages. The appellants argued this amount was disproportionately high compared to their evidence and similar cases, citing the principle of proportionality. The court held that such factual assessments of damages are not subject to direct review via the proportionality principle, which only applies to legislative limits on constitutional rights.

Legislator headnote

AI generated

Art. 46(1) Law 1892/1990; Art. 25(1) Constitution: The principle of proportionality applies only to legislative limits on constitutional rights, not to specific judicial determinations of damages which are subject to ordinary appellate review.

Keywords

AI generated
principle of proportionality moral damages assessment appellate review limits judicial discretion constitutional rights legal proportionality civil liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 46(1) Law 1892/1990
Art. 25(1) Constitution
Art. 932 Civil Code
Art. 559(1) and (19) Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1458 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1458/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκαίο Σαλκιτζόγλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕ Η ΠΟΤΙΔΑΙΑ" και ήδη "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19/2/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Βαβουγυιου-Κεφαλάκη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2750/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/5/2007 αίτησή τους και τους από 10/1/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 11/2/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης και των προσθέτων επ'αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, "Επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της ...".

Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι: "-1. Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων ... το εφετείο με την απόφασή του της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική εκκαθάριση ... -2.

Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι ... Ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ.

ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας ... -7. Εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου , ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης. ...

Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ του ΚΠολΔ ... -8 εδ β' και γ'. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος καταβλητέου ποσού ... ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί ... είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.

Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. -9 εδ β' Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479".

Εξάλλου, με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν 2244/1994 ερμηνεύτηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 του άρθρου 46α του ν 1892/1990 και ορίσθηκε ότι "Η κατ' άρθρο 46α του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση".

Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση, που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 του ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, ειδικότερα για την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξαλείψεως της τυχόν υποθήκης ή προσημειώσεως που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.

Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν 2538/1997 ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση με τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί ...

Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, αποκλειομένης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση.

Οι διατάξεις, συνεπώς, περί καθεστώτος ειδικής εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (των προβληματικών επιχειρήσεων) τίθεται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωσή τους, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.

Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη ειδικότερα με το ίδιο άρθρο 31 παρ. 3 του ν 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρουμένης της μισθωτικής σχέσεως ως στοιχείου του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά το ν 4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ' εφαρμογή άλλου νόμου.

Συνεπώς, οι ανωτέρω και νεότερες του ν 1652/1986, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων δεν διακρίνουν και άρα, ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομεριστικής μισθώσεως και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου αυτού (1652/1986), με τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι "οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση" (ΟλΑΠ 16/2006 ΑΠ 1480/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η επίδικη χρονομεριστική μίσθωση, που είχαν καταρτίσει οι αναιρεσείοντες με την κατονομαζόμενη εκκαθαρισθείσα εταιρία, θεωρείται ως στοιχείο του παθητικού της τελευταίας (αρχικής εκμισθώτριας), ότι η πρώτη εναγόμενη (ΑΤΤΒΕ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ), στην οποία μεταβιβάστηκε νομίμως το σύνολο του ενεργητικού της εκκαθαρισθείσας εταιρίας, δεν υπεισήλθε στη μίσθωση και δεν δεσμεύεται από αυτή και ότι δεν κατέστη έγκυρη με την αναγνώρισή της εκ μέρους εκείνης, ακολούθως δε έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τη βάση της από τη σύμβαση καθόσον αφορά όλες τις εναγόμενες.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων-εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδιαίτερα αυτές των άρθρων 1 και 2 παρ. 1-3 του ν. 1652/1986, και του π.δ. 182/1999, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, του άρθρου 14 του ν. 2000/1991, όπως ισχύει, του άρθρου 574 ΑΚ, του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1652/1986 και π.δ. 182/1999, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, όπως ισχύει, του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, του άρθρου 614 ΑΚ και του άρθρου 479 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 σε συνδυασμό με το ν. 4112/1929 και το ν. 1652/1986, και γι' αυτό και οι δύο λόγοι αναίρεσης (Α και Β) του κυρίως δικογράφου, καθώς και ο υπ' αριθμ 1 του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, ούτε για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 μπορεί να γίνει λόγος ενόψει των λόγων γενικότερου συμφέροντος, που επέβαλαν τις περιγραφόμενες ανωτέρω ρυθμίσεις, και συνεπώς είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, όπου γίνεται αναφορά εντελώς αόριστα για αντίθεση προς το Σύνταγμα.

ΙΙ. Οι αναιρεσείοντες με τον υπ' αριθμόν 2 λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν η απόφαση στο πέμπτο φύλλο αυτής έκρινε ότι οι διατάξεις περί ειδικής εκκαθάρισης επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής οφειλών "τίθενται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωσή τους" και υπηρετούν "ευρύτερο ειδικό δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπουν οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση", χωρίς να αιτιολογεί ειδικώς και επαρκώς την υπερίσχυση των διατάξεων της εκκαθάρισης επί των προγενέστερων περιουσιακών δικαιωμάτων των χρονομισθωτών. Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού προϋπόθεση για να ιδρυθεί η ανωτέρω πλημμέλεια είναι να εισέλθει το δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή απορρίφθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη ως μη νόμιμη, οι αναφερόμενες δε παραπάνω παραδοχές θεμελιώνουν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της και δεν πρόκειται για παραδοχές επί πραγματικών περιστατικών.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση του καθενός από αυτά.

Αλλά, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος (αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ιδρύεται εφόσον το δικαστήριο της ουσίας εξέτασε την ουσία της υπόθεσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον υπ' αριθμόν 3 λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προαναφερόμενες πλημμέλειες, διότι κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ότι οι επίδικες χρονομεριστικές συμβάσεις θεωρούνται στοιχείο του παθητικού δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν εκτίμησε ορθώς τα ακόλουθα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα: 1) τη διακήρυξη της εκκαθαρίστριας εταιρίας για τη διενέργεια του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού που δημοσιεύτηκε στον τύπο στις 26-6-1997 και 21-6-1997, 2) το από Μαΐου 1997 εμπιστευτικό υπόμνημα προσφοράς επίσης της εκκαθαρίστριας, καθώς και το από Σεπτεμβρίου αντίστοιχο της ΕΤΕΒΑ, 3) τα οριστικά συμβόλαια που συνήψε η εκκαθαρίστρια κατά τα έτη 1998-1999 σε εκτέλεση σχετικών προσυμφώνων που είχε συνάψει η εκκαθαρισθείσα μισθώτρια, 4) το από 23 Δεκεμβρίου 1998 έγγραφο-επιστολή προς αυτούς, 5) την ...

σύμβαση μεταβίβασης ενεργητικού, 6) το από 20-4-1997 πιστοποιητικό Ελέγχου Ορκωτού Λογιστή κάτω από τον τελευταίο ισολογισμό, 7) την από 24-12-1999 σύμβαση μεταβίβασης μετοχών, 8) το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του Υπουργού Οικονομικών και 9) την από 5-7-1997 απάντηση του καθηγητή ... προς την ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ.

Σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στην αρχή της αιτιολογίας, δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τα αναφερόμενα στο λόγο της αναίρεσης δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά μη λήψη υπόψη εγγράφων και εκτιμήσεις των αναιρεσειόντων που εξάγουν από το περιεχόμενο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων.

Ο ίδιος δε πρόσθετος λόγος και αν θεωρηθεί ότι προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος εφόσον, όπως έχει προεκτεθεί το Εφετείο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης.

IV. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αφορούν στα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την αίτηση αναίρεσης, καθώς και στα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους υπ' αριθμούς 4 και 5 λόγους αναίρεσης του προσθέτου δικογράφου αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 8 και όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν εξέτασε βάση της αγωγής τους για αποζημίωσή τους από προσυμβατική ευθύνη (ΑΚ 197, 198) εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου ΑΕ" και για αποζημίωσή τους από την τρίτη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα Ελλάδος για την παρατιθέμενη στο αναιρετήριο αιτία.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρονται σε κεφάλαια προσβαλλόμενα ή συνεχόμενα αναγκαστικώς με τα προσβαλλόμενα με το κύριο αναιρετήριο αλλά και διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται και από την επισκόπηση της έφεσης τους δεν προκύπτει ότι σ' αυτή διαλαμβάνεται λόγος, που να αφορά τις πιο πάνω απαιτήσεις αποζημίωσης.

V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Για την πληρότητα του λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται α) ο φερόμενος ως παραβιασθείς ουσιαστικός κανόνας, β) οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλομένης που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή όχι της αγωγής ή του ισχυρισμού, καθώς και η απαγγελθείσα με βάση αυτές έννομη συνέπεια και τέλος γ) το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας ή ερμηνεύοντας τον φερόμενο ως παραβιασθέντα κανόνα.

Με τον ανωτέρω αναφερόμενο υπ' αριθμόν 4 λόγο αναίρεσης του προσθέτου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 914, 919 281, 288 ΑΚ ως προς την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου ΑΕ", πλην όμως δεν προσδιορίζεται το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο, αλλά απλώς εκτίθενται οι προϋποθέσεις της ευθύνης από τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ.

Η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο, υπαινικτικώς, πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αναφορά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα της ευθύνης της δεύτερης εναγομένης - αναιρεσίβλητης, δεν ιδρύεται, διότι το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης ως προς το ζήτημα αυτό, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος (4 του δικογράφου των προσθέτων λόγων) από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Απορριπτέος για τους ίδιους λόγους είναι και ο υπ' αριθμόν 5 λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 281, 288 και 914 ΑΚ ως προς την ευθύνη της αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας, αφού δεν προσδιορίζεται το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων κατά το σχηματισμό της κρίσης του, ότι δεν συντρέχει αδικοπρακτική ευθύνη της τρίτης εναγομένης και η από τον αριθμό 19 πλημμέλεια δεν ιδρύεται, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

VI. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932 αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.

Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι το ποσό των 500 ευρώ, που επιδίκασε σ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την αδικοπραξία της εναγόμενης, είναι υπέρμετρα ασύνηθες (αν όχι προσβλητικό για την απώλεια των διακοπών τους για 40 χρόνια) σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν ως προς τη βλάβη που υπέστησαν, αλλά και σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας.

VII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναίρεση και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1ης Νοεμβρίου 2007 αίτηση και τους από 10 Ιανουαρίου 2008 πρόσθετους επ' αυτής λόγους των Χ1 και Χ2 κλπ για αναίρεση της 2750/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για καθένα από αυτούς, που παραστάθηκαν ξεχωριστά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ