Supreme Court dismisses appeal against second-instance conviction for perjury and false deposition. The court rejects procedural and substantive grounds for overturning the verdict. The defendant was convicted of perjury and false deposition with a suspended sentence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the second-instance conviction for perjury and false deposition. The appellant argued for procedural irregularities and the non-application of res judicata regarding co-defendants' acquittals. The court found the appeal inadmissible due to lack of specific reasoning and rejected the substantive claim as the co-defendants' acquittals did not constitute res judicata applicable to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 466, 474, 510 of the Code of Civil and Administrative Procedure; The Supreme Court must reject an appeal lacking specific and detailed reasoning on the grounds of procedural irregularity, and the acquittal of co-defendants does not constitute res judicata binding the appellant in a separate perjury case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1457 / 2025 (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1457/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά, Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Παναγιώτη Μπολτέτσο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Ο. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαϊα Μυλωνοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 149/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Π. του Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 12-6-2025 αίτησή αναιρέσεως, καθώς και στους από 1-8-2025 προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 5-8-2025, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η κρινόμενη από 12-6-2025 αίτηση του Σ. Ο. του Ν., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της με αριθμό 149/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και ψευδούς κατάθεσης με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.
β' ΠΚ και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή εννέα (9) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, με δήλωσή του στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 466 παρ.1, 474 παρ. 1 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 7-7-2025 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 12-6-2025.
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 462, 464, 474 παρ. 4, 504 παρ. 1 και 4, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων. Με την ως άνω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω προδήλου συναφείας (άρθρο 129 ΚΠΔ) και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν επίσης νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 ΚΠΔ) με το από 1-8-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 5-8-2025 στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης, από την εξουσιοδοτημένη προς τούτο, δυνάμει της από 1-8-2025 σχετικής εξουσιοδότησης που επισυνάφθηκε στο εν λόγω δικόγραφο, πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, Αγλαΐα Μυλωνοπούλου (ΑΜΔΣΑ 17436).
2.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Ήδη για την πράξη αυτή, με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, ενώ καταργείται η αναφορά στο σκοπό του δράστη.
Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία είναι επιεικέστερη, τόσο ως προς τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, όσο και ως προς την προβλεπόμενη γι' αυτό ποινή, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται:
α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλαδή είτε με τον τύπο του άρθρου 42 του ΚΠΔ, είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στην τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 289/2025, ΑΠ 1172/2023, ΑΠ 958/2023).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, η ύπαρξη δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ειδικά, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει, με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται, από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) και ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που αξιώνετο στο, κατά το άρθρο 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης (που ενδιαφέρει στην παρούσα αναίρεση), για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου, απαιτείτο όπως προαναφέρθηκε άμεσος δόλος και επιπλέον σκοπός του δράστη να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυόμενου προσώπου, οπότε η ύπαρξη των στοιχείων πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των σχετικών περιστατικών, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.
Η εν λόγω αιτιολογία όμως υπάρχει, και στις περιπτώσεις αυτές, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η γνώση, ότι τα καταγγελθέντα είναι ψευδή θεμελιώνεται, σε προσωπική αντίληψη του ίδιου του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με αυτή, περιστατικών (ΑΠ 559/2023, ΑΠ 2/2023).
Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται, ποιο βάρυνε περισσότερο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε απαιτείται να διευκρινίζεται, από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, αρκεί να προκύπτει (και να μην καταλείπεται ουδεμία σχετική αμφιβολία) ότι το δικαστήριο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά, από αυτά, επιλεκτικά (ΟλΑΠ 3/2012, ΑΠ 779/2022, ΑΠ 101/2022). Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου, χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, δεν συγκροτούν τον αναιρετικό λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1662/2022).
3.-Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει (ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας -εγκαλών διετέλεσε Δήμαρχος Κορίνθου επί δώδεκα συναπτά έτη και συγκεκριμένα από το έτος 2007 έως το έτος 2019, αφού εξελέγη για τρεις συνεχόμενες 4ετίες.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο εγκαλών προσελάμβανε και απασχολούσε ειδικούς συμβούλους, οι οποίοι τον επικουρούσαν σε διάφορους τομείς της δραστηριότητας του. Κατά το έτος 2009, με την υπ' αριθμ. 11/20847/12-8-2009 απόφαση του (Φ.Ε.Κ. 463/27-10-2009), ο τελευταίος προσέλαβε τον κατηγορούμενο από τις 2-11-2009, ως ειδικό συνεργάτη του με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, σε θέματα Διεθνών Σχέσεων, Οικονομικών και Κοινωνικοπολιτισμικών Ζητημάτων, υπογραφείσης της με αρ.
πρωτ. ...-2009 ειδικής συμβάσεως εργασίας. Η εν λόγω σύμβαση παρατάθηκε με την υπ' αριθμ. 2/294/10-1-2011 απόφαση του εγκαλούντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2014 και με την υπ' αριθμ. πρωτ. 46644/4-9-2014 απόφαση του ιδίου για το χρονικό διάστημα από 1-9-2014 έως 31-8-2019. Όμως, από το έτος 2014 ο κατηγορούμενος επεδείκνυε αδιαφορία, μειωμένη απόδοση και πλημμελή άσκηση των εργασιακών του καθηκόντων, δεν εμφανιζόταν στο γραφείο του και δεν εργαζόταν κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα.
Λόγω της συμπεριφοράς του αυτής, κλήθηκε κι οχλήθηκε επανειλημμένα ιδίως από τον εγκαλούντα, πλην όμως και παρά την ανοχή που είχε επιδείξει ο εγκαλών, λόγω της προσωπικής τους σχέσης, ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να προχωρήσει στην απόλυση του. Πιο συγκεκριμένα, στις 2-11-2016 ο εγκαλών κατήγγειλε την Ειδική Σύμβαση Εργασίας του κατηγορουμένου, λόγω της μειωμένης απόδοσης του, και η σχετική με αρ. 45023/2-11-2016 απόφαση αναρτήθηκε στη "Διαύγεια" (ν. 3861/2010), σύμφωνα με την ορισθείσα αρμοδιότητα του Δημάρχου στο άρθρο 58 του ν. 3582/2010 (Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης -Πρόγραμμα Καλλικράτης).
Έκτοτε ξεκίνησε μία αντιδικία μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων, στα πλαίσια της οποίας ο κατηγορούμενος υπέβαλε έγκληση (με Α.Β.Μ. Γ17/81), που εμπεριεχόταν και στην από 29-5-2017 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά του εγκαλούντος Α. Π., ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος ουδέποτε εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του, αλλά ότι η πραγματική αιτία της απόλυσης του ήταν η εκβίαση που υπέστη από τον εγκαλούντα και συγκεκριμένα ισχυριζόταν ότι λίγες ημέρες μετά την έναρξη της σύμβασης εργασίας, ο εγκαλών του δήλωσε ότι κάθε μήνα θα του δίνει τα μισά από τον μισθό του, αλλιώς θα τον έδιωχνε, ο δε κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε μεγάλη οικονομική ανάγκη, δέχθηκε τον εκβιασμό του εγκαλούντος.
Έτσι, από τις 2-1-2009, ήτοι από την πρόσληψη του, έως και τις 30-4-2016 του κατέβαλλε το ήμισυ των αποδοχών του, το οποίο ανήλθε στο συνολικό ποσό των 42.560 ευρώ. Στις αρχές του Ιουνίου του έτους 2017 ο κοινός φίλος των διαδίκων Κ. Γ. συναντήθηκε διαδοχικά με τον εγκαλούντα και τον κατηγορούμενο, παροτρύνοντας τους να επιλύσουν εξωδικαστικά τη διαφορά τους, αμφότεροι δε ανταποκρίθηκαν καταρχήν θετικά.
Ο εγκαλών κάλεσε τηλεφωνικά τον δικηγόρο και μέλος του Δ.Σ. του Δήμου Κορίνθου Μ. Χ. ώστε να κανονιστεί μία συνάντηση προς το σκοπό της εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, η οποία πραγματοποιήθηκε στο δικηγορικό γραφείο του τότε δικηγόρου του κατηγορουμένου Κωνσταντίνου Νέγρη. Η συνάντηση διήρκησε λιγότερο από μισή ώρα, όπως όλοι συνομολογούν, ιδίως διότι κατέστη εξαρχής φανερό ότι δεν επρόκειτο να επιλυθεί εξωδίκως η διαφορά Π. - Ο..
Περαιτέρω, ενόψει της συζήτησης της άνω από 29-5-2017 αγωγής του κατηγορουμένου και προς αντίκρουση αυτής, ο εγκαλών Α. Π. ζήτησε την ένορκη εξέταση του δεύτερου των εγκαλούντων Μ. Χ., δικηγόρου Κορίνθου και πράγματι συντάχθηκε νομότυπα η με αριθμό ...-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Κορίνθου Ε.
Τ. - Σ., με την οποία βεβαίωσε, μεταξύ άλλων, ότι "... Μετά την τελευταία ανανέωση της συμβάσεως του ο ενάγων, όχι μόνο ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του αλλά τα είχε εγκαταλείψει εντελώς. Χαρακτηριστικό της πλήρους εγκαταλείψεως των καθηκόντων του είναι ότι για το διάστημα από Σεπτεμβρίου του 2014 και εντεύθεν ο ενάγων δεν έχει να επιδείξει ούτε ένα υπόμνημα προς το Δήμαρχο ή το Δημοτικό Συμβούλιο, ούτε μία έκθεση, ούτε κάποια γνωμοδότηση ούτε κάποια εισήγηση ούτε μία μελέτη ή πρόταση, έστω, αλλά ούτε και κάποια έστω ενημέρωση ολίγων στίχων για τα θέματα του γνωστικού του αντικειμένου δηλαδή από αυτά που προβλέπονται στη σύμβαση του..
Η μόνη εκτέλεση καθηκόντων του ενάγοντας, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί επαρκής όχι στο αντικείμενο του αλλά στην υπηρεσία του Δήμου είναι περίπου δέκα ίσως και λιγότερα δελτία τύπου τα οποία δακτυλογράφησε καθ' υπαγόρευση της ιδιαιτέρας γραμματέως του δημάρχου η με την κοινοποίηση δελτίων τύπου προς τα Μέσα Ενημέρωσης του δημοτικού συμβουλίου και υπευθύνου τύπου του κ.
Ν. Σ.... Στις 02-11-2016 παρά τις επανειλημμένες συστάσεις και παρακλήσεις του δημάρχου προς τον ενάγοντα για χρονικό διάστημα ενάμιση περίπου έτους ο δήμαρχος αναγκάστηκε να καταγγείλει τη Ειδική Σύμβαση Εργασίας του λόγω της μειωμένης αποδόσεως του... Ουδέποτε έχω ακούσει τέτοιο περιστατικό σαν αυτό που περιγράφεται στην αγωγή, δηλαδή ο δήμαρχος να ζητεί εκβιαστικά από αντιδημάρχους, ειδικούς συμβούλους, προέδρους δημοτικού συμβουλίου, νομικών προσώπων ή συνεργάτες μετακλητούς κλπ μέρος των μισθών τους για να τους απολύσει...
Αμέσως μετά την κοινοποίηση της αγωγής και της περιεχόμενης σ' αυτή μηνύσεως ο κοινός μας γνωστός και φίλος τόσο εμένα, όσο και του δημάρχου κ. Π. αλλά και του κ. Ο. κ. Κ. Γ., κάτοικος ..., πληροφορηθείς για τα όσα ανυπόστατα και συκοφαντικά διέδιδε ο κ. Ο. σε βάρος του Π. πήρε την πρωτοβουλία να συναντήσει τον κ.
Ο. και αφού του υπενθύμισε ότι τα ίδια είχε κάνει και είχε διαδώσει και με τον κ. Χ. μετά από συζήτηση που είχε μαζί του, ο κ. Ο. του είπε ότι θα ανακαλέσει τόσο την μήνυση, όσο και ότι θα παραιτηθεί από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής, υπό τον όρο ότι δε θα είχε νομικές επιπτώσεις, μάλιστα μου ζήτησαν να συνεννοηθώ με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του για τις σχετικές διατυπώσεις.
Αυτά συνέβησαν αρχές του μηνάς Ιουνίου 2017 ημέρα Σάββατο στο γραφείο του πληρεξούσιου του δικηγόρου του κ. Κωνσταντίνου Νέγρη. Την Δευτέρα το πρωί περί ώρα 10.00 π.μ. της 12-6-2017 συναντήθηκα πράγματι στο γραφείο του πληρεξουσίου το δικηγόρου κ. Κωνσταντίνου Νέγρη, πλην όμως ο κ. Ο. μολονότι μίλησε 2-3 φορές στο τηλέφωνο με τον Γ.
και αυτός του υπενθύμισε αυτά που του είχε πει περί παραιτήσεως από την αγωγή και ανακλήσεως της μηνύσεως, ανασκεύασε όσα προηγούμενα υποστήριξε περί της παραίτησης του. Ήμουν αυτήκοος μάρτυρας όσων ειπώθηκαν ανάμεσα στον κ. Ο. και τον κ. Γ. και το Σάββατο 10-6-2017 και την Δευτέρα 12-6-2017". Ακολούθως, ο κατηγορούμενος υπέβαλε την από 19-10-2017 έγκληση του ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κορίνθου και για την οποία σχηματίστηκε η υπό στοιχεία ΑΒΜ Ε17/1045 ποινική δικογραφία, με την οποία καταμήνυσε τους εγκαλούντες Α.
Π. και Μ. Χ., ότι τέλεσαν εις βάρος του το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης (ο 2ος αυτών) και της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη (ο 1ος αυτών) καθώς ισχυρίστηκε ότι δήθεν τα όσα ανέφερε ο δεύτερος εκ των εγκαλούντων στην άνω υπ' αριθμ. ...-2017 ένορκη κατάθεση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Κορίνθου Ε. Τ.-Σ. ήταν ψευδή και ότι ο πρώτος των εγκαλούντων Α.
Π. ώθησε με πειθώ και φορτικότητα τον 2° εγκαλούντα Μ. Χ. να προβεί στην ανωτέρω ψευδή κατάθεση. Ωστόσο, ως ήδη ελέχθη, το σύνολο των αναφερομένων στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση ήταν αληθή. Ειδικότερα, ιδίως από τα έγγραφα που ο ίδιος ο κατηγορούμενος προσκόμισε αλλά και την ένορκη κατάθεση του εγκαλούντος Μ.
Χ., αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήδη από το έτος 2014 εκτελούσε τουλάχιστον πλημμελώς τα καθήκοντα του, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του εγκαλούντος Δημάρχου, ο οποίος τον είχε επιλέξει ως ειδικό συνεργάτη του, επισημαίνεται δε ότι ο κατηγορούμενος προσκόμισε πλήθος εγγράφων, τα οποία είτε είναι απλές ανακοινώσεις του γραφείου τύπου για επικείμενες εκδηλώσεις, είτε διαβιβάζονται στο τμήμα όπου ο ίδιος εργαζόταν και ως εκ τούτου φαίνονται να απευθύνονται στον ίδιο, πλην όμως ουδέν αυτών συνιστά κάποια πρωτότυπη εργασία του ή κάποια πρόταση που ο ίδιος ανέλαβε και υλοποίησε.
Επιπλέον, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών Α. Π. ζητούσε και ελάμβανε το ήμισυ των αμοιβών του κατηγορουμένου, σημειωτέον δε ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε αντίγραφα της μισθοδοσίας του των επίδικων ετών όπου να φαίνονται μηνιαίες αναλήψεις του ήμισυ του καταβληθέντος ποσού αμέσως μετά την καταβολή της μισθοδοσίας, ούτε κάποιος μάρτυρας γνώριζε περί της δήθεν εκβίασης του κατηγορουμένου από τον 1° εγκαλούντα, ενώ ως εκ περισσού αναφέρεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη καταγγελία, οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε εργαζόμενο στο Δήμο περί εκβίασης του από τον Δήμαρχο.
Στο παρόν δικαστήριο ο κατηγορούμενος προσκόμισε την 13-9-2019 εξώδικη δήλωση του Π. Δ. (πεθερού του) προς τον Γ. Π. στην οποία αναφέρει ότι ο ίδιος συναντήθηκε με τον πρώην Δήμαρχο Κορινθίων Α. Π. και ο τελευταίος συμφώνησε να επιστρέφει στον γαμπρό του (κατηγορούμενο) όσα του παρακρατούσε κατά τη διάρκεια της επτάχρονης συνεργασίας τους.
Ωστόσο, το περιεχόμενο αυτής κρίνεται ως μη πειστικό, καθώς εάν πράγματι είχε συμβεί αυτή η συνάντηση και ο εγκαλών είχε κάνει την ανωτέρω δήλωση, ο Π. Δ. θα το είχε βεβαιώσει ενόρκως, ώστε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του γαμπρού του, αφού το έτος 2019 είχε ήδη ξεκινήσει η αντιδικία των διαδίκων. Επιπλέον, εάν η εξώδικη αυτή δήλωση υπήρχε από το έτος 2019, μετά βεβαιότητας θα είχε χρησιμοποιηθεί επανειλημμένως και σε προγενέστερα δικαστήρια και όχι το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, όπως δήλωσε ο κατηγορούμενος.
Επίσης, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι ο 2ος εγκαλών του προσέφερε το ποσό των 90.000 ευρώ για να επιλυθεί εξωδίκως η διαφορά, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε διότι επιθυμούσε να απαλειφθεί η αιτιολογία από την απόφαση καταγγελίας της σύμβασης του. Τούτο όμως, πέραν του ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να το ανασκευάσει κατά την απολογία του, αντιβαίνει στην κοινή λογική, καθώς κανένα λόγο δεν είχε ο δικηγόρος Μ.
Χ. να προτείνει να καταβάλει ο Δήμαρχος στον κατηγορούμενο το ποσό των 90.000 ευρώ, το οποίο δεν του το όφειλε εξ ουδεμίας αιτίας, επιπλέον δε ο κατηγορούμενος ουδεμία απόδειξη είχε περί καταβολής του. Τέλος, η ανωτέρω από 16-10-2017 έγκληση του κατηγορουμένου κατά των εδώ εγκαλούντων απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 161/2020 Διάταξη κατ' 51 ΚΠΔ του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κορίνθου, κριθείσα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι όλα τα αναφερόμενα στην από 16-10-2017 έγκληση του κατηγορουμένου, για την οποία σχηματίστηκε η υπό στοιχεία ΑΒΜΕ17/1045 ποινική δικογραφία, δεν ήταν αληθή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε αλλά υπέβαλε την ανωτέρω έγκληση, καταμηνύοντας τους εγκαλούντες προκειμένου - στα πλαίσια της αντιδικίας του με τον Α.
Π. - να προκαλέσει την ποινική τους δίωξη, ενώ ο ίδιος επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της έγκλησης του, αν και γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Επομένως, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, και της ψευδούς κατάθεσης που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, καθ' όσον αποδείχθηκαν όλα τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας μαζί με το στοιχείο της υπαιτιότητας του που αναφέρεται επίσης σε αυτό, όπως αναλυτικά οι αξιόποινες πράξεις του περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας, πλην όμως το δικαστήριο αναγνωρίζει σε αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β' Π.Κ., όπως και πρωτοδίκως (άρθρο 470 ΚΠΔ)." Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή (που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναίρεση), με το ακόλουθο διατακτικό: ":
Α) Στην Κόρινθο στις 19-10-2017, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη. Συγκεκριμένα, με την από 19-10-2017 έγκληση του, την οποία κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κορίνθου και για την οποία σχηματίστηκε η υπό στοιχεία ΑΒΜ Ε17/1045 ποινική δικογραφία, καταμήνυσε τους εγκαλούντες Α.
Π. και Μ. Χ., ότι τέλεσαν εις βάρος του το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη καθώς ισχυρίστηκε ότι δήθεν τα όσα ανέφερε ο δεύτερος εκ των εγκαλούντων στην υπ' αριθμ. ...-2017 ένορκη κατάθεση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Κορίνθου Ε. Τ. - Σ., ήτοι ότι ως αναγράφει ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην έγκληση του "...
Μετά την τελευταία ανανέωση της συμβάσεως του ο ενάγων, όχι μόνο ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του αλλά τα είχε εγκαταλείψει εντελώς. Χαρακτηριστικό της πλήρους εγκαταλείψεως των καθηκόντων του είναι ότι για το διάστημα από Σεπτεμβρίου του 2014 και εντεύθεν ο ενάγων δεν έχει να επιδείξει ούτε ένα υπόμνημα προς το Δήμαρχο ή το Δημοτικό Συμβούλιο, ούτε μία έκθεση, ούτε κάποια γνωμοδότηση ούτε κάποια εισήγηση ούτε μία μελέτη ή πρόταση, έστω, αλλά ούτε και κάποια έστω ενημέρωση ολίγων στίχων για τα θέματα του γνωστικού του αντικειμένου δηλαδή από αυτά που προβλέπονται στη σύμβαση του..
Η μόνη εκτέλεση καθηκόντων του ενάγοντος, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί επαρκής όχι στο αντικείμενο του αλλά στην υπηρεσία του Δήμου είναι περίπου δέκα ίσως και λιγότερα δελτία τύπου τα οποία δακτυλογράφησε καθ' υπαγόρευση της ιδιαιτέρας γραμματέως του δημάρχου η με την κοινοποίηση δελτίων τύπου προς τα Μέσα Ενημέρωσης του δημοτικού συμβουλίου και υπευθύνου τύπου του κ.
Ν. Σ.... Στις 02-11-2016 παρά τις επανειλημμένες συστάσεις και παρακλήσεις του δημάρχου προς τον ενάγοντα για χρονικό διάστημα ενάμιση περίπου έτους ο δήμαρχος αναγκάστηκε να καταγγείλει τη Ειδική Σύμβαση Εργασίας του λόγω της μειωμένης αποδόσεως του... Ουδέποτε έχουν ακούσει τέτοιο περιστατικό σαν αυτό που περιγράφεται στην αγωγή, δηλαδή ο δήμαρχος να ζητεί εκβιαστικά από αντιδημάρχους, ειδικούς συμβούλους, προέδρους δημοτικού συμβουλίου, νομικών προσώπων ή συνεργάτες μετακλητούς κλπ μέρος των μισθών τους για να τους απολύσει...
Αμέσως μετά την κοινοποίηση της αγωγής και της περιεχόμενης σ' αυτή μηνύσεως ο κοινός μας γνωστός και φίλος τόσο εμένα, όσο και του δημάρχου κ. Π. αλλά και του κ. Ο. κ. Κ. Γ., κάτοικος ..., πληροφορηθείς για τα όσα ανυπόστατα και συκοφαντικά διέδιδε ο κ. Ο. σε βάρος του Π. πήρε την πρωτοβουλία να συναντήσει τον κ.
Ο. και αφού του υπενθύμισε ότι τα ίδια είχε κάνει και είχε διαδώσει και με τον κ. Χ. μετά από συζήτηση που είχε μαζί του, ο κ. Ο. του είπε ότι θα ανακαλέσει τόσο την μήνυση, όσο και ότι θα παραιτηθεί από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής, υπό τον όρο ότι δε θα είχε νομικές επιπτώσεις, μάλιστα μου ζήτησαν να συνεννοηθω με τον πληρεξουσιο δικηγόρο του για διατυπώσεις.
Αυτά συνέβησαν αρχές του μηνός Ιουνίου 2017 ημέρα Σάββατο στο γραφείο του πληρεξούσιου του δικηγόρου του κ. Κωνσταντίνου Νέγρη. Την Δευτέρα το πρωί περί ώρα 10.00 π.μ. της 12-06-2017 συναντήθηκα πράγματι στο γραφείο του πληρεξουσίου του δικηγόρου κ. Κωνσταντίνου Νέγρη, πλην όμως ο κ. Ο. μολονότι μίλησε 2-3 φορές στο τηλέφωνο με τον Γ.
και αυτός του υπενθύμισε αυτά που του είχε πει περί παραιτήσεως από την αγωγή και ανακλήσεως της μηνύσεως, ανασκεύασε όσα προηγούμενα υποστήριζε περί της παραίτησης του. Ήμουν αυτήκοος μάρτυρας όσων ειπώθηκαν ανάμεσα στον κ. Ο. και τον κ. Γ. και το Σάββατο 10-6-2017 και την Δευτέρα 12- 6-2017 ήσαν ψευδή και στην πράξη του αυτή τον ώθησε ο πρώτος εκ των εγκαλούντων με πειθώ και φορτικότητα ενώ το αληθές το οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε ήταν ότι άπαντα, τα όσα κατάθεσε ο Μ.
Χ. ήσαν αληθή και ουδέποτε οι εγκαλούντες τέλεσαν το ως άνω αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση και για αυτό εξάλλου το λόγο απορρίφτηκε η από 16-10-2017 έγκληση του εις βάρος τους με την υπ' αριθμ. 161/2020 Διάταξη κατ' 51 ΚΠΔ του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κορίνθου...". 4.-Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η ως άνω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική κρίση της, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε με ευκρινείς νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 16,18, 26 εδ.
α', 27, 94 , 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τι προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους.
Ειδικότερα εκτίθενται: α) ο τρόπος, με τον οποίο τελέστηκε η πράξη της ψευδούς καταμήνυσης από τον αναιρεσείοντα, ήτοι με την υποβολή της από 19-10-2017 έγκλησής του ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κορίνθου εναντίον των εγκαλούντων Α. Π. και Μ. Χ., β) τα περιστατικά που αναφέρονταν στην έγκληση, βάσει των οποίων οι εγκαλούντες φέρονταν να τέλεσαν εις βάρος του το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης (ο 2ος αυτών) και της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη (ο 1ος αυτών), τα οποία όμως ήταν ψευδή, και για αυτό εξάλλου το λόγο απορρίφθηκε η ως άνω έγκλησή του εις βάρος τους, κατ' άρθρο 51 του ΚΠΔ, με τη με αριθμό 161/2020 Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κορίνθου, γ) τα αληθή περιστατικά, τα οποία ο ίδιος γνώριζε, δ) ο άμεσος δόλος του αναιρεσειόντος, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων αυτός διέλαβε στην άνω έγκλησή του θεμελιούμενη (η γνώση αυτών), ως συνάγεται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και την εντεύθεν διένεξη του αναιρεσείοντος με τον πρώτο εγκαλούντα, στην προσωπική πεποίθηση του ιδίου, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών και ε) ο σκοπός και η θέληση του αναιρεσείοντα να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις.
Περαιτέρω, το Εφετείο: α) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β) αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. 5.-Από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ προκύπτει ότι η διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς αυτός να προβάλει εναντίωση στην πρόοδό της. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 175 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους στον κατηγορούμενο καλύπτονται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της κλήσης προς εμφάνιση στο δικαστήριο ή της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται αναστολή της παραγραφής από την ημέρα της επίδοσης, μόνον εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προβάλει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή και την εναντίωσή του για την πρόοδο της δίκης.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ακυρότητα καλύπτεται, η κλήση θεωρείται έγκυρη και, από την επίδοσή της ή από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 174 παρ. 2 εδ.
γ' του ΚΠΔ). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 468 παρ. 2 και 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης. Αν ο περί ακυρότητας της κλήσης προς εμφάνιση στο δικαστήριο ή της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οποιασδήποτε συμπλήρωσης στο ακροατήριο του δικάζοντος την έφεση δικαστηρίου (ΑΠ 1437/2022, ΑΠ 1296/2022), τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται γι' αυτό αναιρετικός λόγος (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 1084/2022).
Αντίθετα αν ως άνω ισχυρισμός προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει, στοιχειοθετούνται οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β` του ΚΠΔ για έλλειψη ακρόασης που δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα (κατ' άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα) και σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, ενώ, αν απορρίψει αναιτιολόγητα τη σχετική ένσταση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ` του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 195/2025, ΑΠ 1437/2022). Επίσης, αν το δικαστήριο χωρίς να ερευνήσει παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης περί ακυρότητος, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορούμενου, υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 779/2019).
6.-Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης με αριθμό 149/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου και των οικείων πρακτικών της, προκύπτει ότι: Ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος κατά την εκδίκαση της έφεσής του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας προέβαλε εγγράφως τον παρακάτω ισχυρισμό, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά ο συνήγορός του και ο οποίος έχει ως εξής: "Εκδικάζεται σήμερα ενώπιον Σας η έφεση μου κατά των υπ' αριθμ. 782 και 1201/2024 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμ/κείου Κορίνθου, με τις οποίες καταδικάσθηκα σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση.
Αρνούμενος τις σχετικές κατηγορίες, επάγομαι τα κάτωθι: Στο εμπεριεχόμενο στη δικογραφία (και όπως εδήλωσα παραδεκτώς πριν από την έναρξη της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) κλητήριο θέσπισμα, αλλά και στο αποδεικτικό επιδόσεως, δεν υπάρχει η επιβαλλόμενη από το άρθρο 162 Κωδ. Ποιν. Δικ. επισημείωση, με την ημερομηνία και ώρα επιδόσεως, το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση και η υπογραφή του διενεργήσαντος την επίδοση.
Τούτων δοθέντων και σύμφωνα με την άνω ρητή διάταξη, η γενομένη επίδοση είναι άκυρη και δεδομένου, ότι οι δήθεν παρ' εμού πράξεις έχουν χρόνο τελέσεως την 19/10/2017, πρέπει να παύσει η κατ' εμού ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Σημειώνεται και επισημαίνεται, ότι: α) Το εκδόν την αναβλητική υπ' αριθμ. 2180/2022 Δικαστήριο και υποβληθέντων παραδεκτώς των παρομοίων ισχυρισμών μου, τους απέρριψε, κρίνοντας ότι "Από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, καθίσταται σαφές ότι οι εν λόγω διατάξεις αφορούν το αποδεικτικό της επίδοσης και όχι το κλητήριο Θέσπισμα".
Πλην εντελώς εσφαλμένως, εφ' όσον ΚΑΙ δέχεται, ότι υπάρχουν οι επισημειούμενες ελλείψεις ΚΑΙ ερμηνεύει εσφαλμένα το άρθρο 162, αναφέρον κατά λέξη "με ποινή ακυρότητας της επίδοσης" και β) Το εκδόν την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 782, 1201/24 Δικαστήριο εντελώς εσφαλμένως και απαραδέκτως απέρριψε και πάλι τον άνω ισχυρισμό - ένσταση μου, με την αιτιολογία, ότι "...προβλήθηκε το πρώτον κατά την επαναληπτική διαδικασία και άρα εκπροθέσμως και απαραδέκτως", ενώ είναι σαφές, ότι είχε προβληθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την 2180/2022 αναβλητική απόφαση".
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με το ακόλουθο σκεπτικό: "Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος αιτιάται ότι το αποδεικτικό επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος έχει συνταχθεί πλημμελώς και δη ότι ελλείπουν η ημερομηνία και ώρα επιδόσεως, το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση και η υπογραφή του διενεργήσαντος την επίδοση με συνέπεια να άκυρη η επίδοση.
Ότι ο ίδιος πρότεινε τον ανωτέρω ισχυρισμό στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο τον απέρριψε και τον επαναφέρει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Όμως, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 782&1021/04-04-2024 εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και τα πρακτικά αυτής αλλά και τη με αριθμό 39 και με ημερομηνία 04-04-2024 έφεση του κατηγορουμένου, κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ο κατηγορούμενος πρότεινε την ανωτέρω ένσταση κατά την πρωτοβάθμια δίκη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την εν λόγω ένσταση και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, στη συνέχεια δε κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της ψευδούς κατάθεσης.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμό 39/2024 έφεση, χωρίς όμως να διαλάβει σ' αυτήν ειδικό λόγο με τον οποίο να πλήττει την πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη της ένστασης ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος. Ειδικότερα, με την ανωτέρω έφεση του ο κατηγορούμενος, όπως, κατά πιστή μεταφορά, αναγράφεται σε αυτή "ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία για όσους λόγους θα εκθέσει αργότερα στο Εφετείο και γιατί δεν εκτιμήθηκαν αρκετά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που προκύψανε από τη διαδικασία και δεν εφαρμόστηκε καλά ο νόμος, κηρύχθηκε δε ένοχος για την πράξη που ποτέ δεν έκανε και η ποινή είναι υπερβολική".
Συνεπώς ο εκκαλών περιόρισε την έφεση του σε συγκεκριμένο κεφάλαιο και προέβαλε συγκεκριμένο λόγο και ειδικότερα την περιόρισε στο κεφάλαιο της κρίσης επί της ουσίας της υπόθεσης και προέβαλε ως λόγο ότι το Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ δεν προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο κατά το οποίο απορρίφθηκε η προταθείσα από αυτόν πρωτοδίκως ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, το δε Δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι άνω προβαλλόμενοι λόγοι, ενώ η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύφθηκε, με τη μη προσβολή της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο της αυτό (κατά το οποίο απορρίφθηκε η εν λόγω πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος) και με τη μη προβολή με ειδικό λόγο έφεσης της εν λόγω ενστάσεως περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στην έκθεση έφεσης. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η ένσταση απαραδέκτως προτείνεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί".
Περαιτέρω, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της πρωτόδικης με αριθμό 782,1021/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και των σχετικών πρακτικών της, καθώς της με αριθμό 39 και με ημερομηνία 4-4-2024 έφεσης του αναιρεσείοντος κατ' αυτής, προκύπτει ότι: Στην πρωτοβάθμια δίκη, προβλήθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, δια των συνηγόρων του, η ως άνω ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος κατ' άρθρο 162 ΚΠΔ του κλητηρίου θεσπίσματος.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου απέρριψε την παραπάνω ένσταση και, στη συνέχεια, με την προαναφερόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για τις παραπάνω πράξεις. Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την προμνημονευόμενη έφεση, παραπονούμενος μόνον για εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε σχέση με την ενοχή του για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε και στο ύψος της ποινής που του επιβλήθηκε, χωρίς να διαλάβει ειδικό και ορισμένο λόγο σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού του περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος κατ' άρθρο 162 ΚΠΔ. 7.-Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με τις παραπάνω παραδοχές, απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της τέλεσης των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και ψευδούς κατάθεσης, παρότι δεν είχε υποχρέωση να τον εξετάσει, καθόσον, αφού, όπως προεκτέθηκε, προϋπόθεση της υποχρέωσης του δικαστηρίου για έρευνά του σχετικού ισχυρισμού ήταν προβολή του με ειδικό και ορισμένο έφεσης, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Θ' (κατ' αληθή έννοια και όχι από το στοιχ. Ε') και Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω έλλειψης ακρόασης, σχετική ακυρότητα στο ακροατήριο, αρνητική υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας ως άνω απορριπτική κρίση του σχετικά με την ένσταση ακυρότητας επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος.
8.-Τέλος, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ', ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που παρήχθη από την πρωτόδικη απόφαση και με αριθμό 782,1021/4-4-2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία οι συγκατηγορούμενοι του, Π.
Ν. και Χ. Β., απηλλάγησαν αμετάκλητα για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης και συγκεκριμένα επειδή, όπως δέχθηκε η απόφαση, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό τους η γνώση περί της αναλήθειας των περιστατικών που κατέθεσαν με τις από 16-11-2017 ένορκες καταθέσεις τους στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργείτο με αφορμή την από 19-10-2017 έγκληση του νυν αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, ενώ για τον ίδιο δέχθηκε αντιφατικά ότι γνώριζε το ψεύδος των όμοιων περιστατικών που ανέφερε στην έγκληση του.
Και τούτο, διότι αφενός μεν δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη δεδικασμένου από την πρωτόδικη απόφαση αφού αυτό (το δεδικασμένο) συνιστά αρνητική προϋπόθεση για νέα δίωξη σε βάρος του ιδίου προσώπου για την ίδια πράξη για την οποία ήδη δικάσθηκε αμετάκλητα (άρθρο 57 ΚΠΔ), προϋποθέσεις που ουδόλως συντρέχουν εν προκειμένω, ενόψει του ότι η ανωτέρω αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης αφορά διαφορετικούς κατηγορούμενους (Π.
Ν. και Χ. Β.) και αφετέρου δεν ενέχει αντίφαση η απαλλαγή των συγκατηγορουμένων του, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αφού σύμφωνα με το σκεπτικό της πρωτοδίκου αποφάσεως που παραδεκτά επισκοπείται, αυτοί απαλλάχθηκαν επειδή το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο τους ο υπερχειλής δόλος, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 ΠΚ, σε αντίθεση με αυτά που δέχθηκε για τον ίδιο.
9.-Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-6-2025 αίτηση και τους από 1-8-2025 πρόσθετους λόγους αυτής του Σ. Ο. του Ν., κατοίκου ... (...) για αναίρεση της με αριθμό 149/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.
Και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οχτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου κωλυομένου η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ