Legislator Case Law & Legislation
1457/2021 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against Athens Court of Appeal decision regarding exclusive distribution contract dispute.

Case Number 1457/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the 2017 First Instance judgment but allowed the appeal against the 2020 Court of Appeal decision. The appellant argued that the lower court incorrectly applied facts regarding an exclusive distribution contract, leading to an erroneous award of damages. The court found these arguments valid because the contract was indeed exclusive, necessitating a remand for retrial on the disputed issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a final judgment if the lower court misapplied material facts regarding the legal relationship, remanding the case for retrial by a different panel of judges.

Keywords

AI generated
exclusive distribution contract appeal against final judgment remand for retrial misapplication of facts legal relationship classification costs offsetting different judges panel

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1457 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1457/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. ΑΕ" (πρώην "Ε. Β. Γ. Κ. Α. Α. Ε." και πρώην διακριτικό τίτλο "Ε. Α."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ζ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 2/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Β. Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ζ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 2/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. ΑΕ" (πρώην "Ε. Β. Γ. Κ. Α. Α. Ε." και πρώην διακριτικό τίτλο "Ε. Α."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας ζήτησε και έλαβε από τον Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από τον δεύτερο λόγο του δικογράφου της από 10/7/2020 αίτησής της, κατά της ανωτέρω αναιρεσιβλήτου για αναίρεση της 2340/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2015 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4040/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2340/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 7/7/2020 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 10/7/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, ζήτησε την απόρριψη της 7/7/2020 αιτήσεως, την παραδοχή της από 10/7/2020 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκεινται προς κρίση: α) η από 10-7-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2340/2020 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών της εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ζ. και Σια ΟΕ" και β) η από 7-7-2020 αίτηση για αναίρεση της ίδιας ως άνω απόφασης της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " E. AE" καθώς και της υπ' αριθμ. 4040/2021 πρωτόβαθμης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την πρώτη απόφαση έγινε δεκτή η από 17-7-2018 η προσβάλλουσα το κεφάλαιο της επιδίκασης εύλογης αποζημίωσης έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ζ. και Σια ΟΕ"", ενώ απερρίφθη η από 15-6-2018 προσβάλλουσα άλλο κεφάλαιο (αποζημίωση προμήθειας παγωτού) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 4040/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε εν μέρει η απόφαση αυτή, δικάστηκε η άνω αγωγή και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιο της καταβολής εύλογης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων.

Οι αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, κατά το άρθρο 573 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται περί εκκρεμών δικών μεταξύ των ίδιων διαδίκων, στρέφονται κατά της αυτής απόφασης και κατά την κρίση του δικαστηρίου διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, πλην της από 7-7-2020 αναίρεσης κατά το μέρος που προσβάλλει την υπ' αριθμ. 4040/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι δεν έχει κατατεθεί και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου ως άνω δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 668/2019, 717/2017).

Ι. Επί της αναίρεσης της εταιρείας Π. Ζ. και Σια ΟΕ" Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, εκτός και αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως όταν προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ' αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1&2 και 5§1 του Συντάγματος).

Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.

Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Ωστόσο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1 παρ. 2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου.

Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ' αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.

Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.

Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ/γμα 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες.

Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.

Ειδικότερα κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.

ΑΠ 16/2013). Με το δεύτερο λόγο της από 10-7-2020 αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αόριστη, κηρύσσοντας το σχετικό απαράδεκτο, την ένδικη κατά της αναιρεσιβλήτου αγωγή αυτής ως προς την επίκληση των αναγκαίων κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ πραγματικών περιστατικών της έννομης σχέσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που επικαλείται αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η ενάγουσα προς θεμελίωση του περί επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας αιτήματος ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι " Η εναγόμενη εταιρία ανέθεσε την αποκλειστική διανομή των παγωτών από το 1976 στην περιοχή ...

με σύμβαση αορίστου χρόνου, δηλ. δεν υπήρχε άλλος διανομέας ούτε η ίδια η εναγόμενη πωλούσε απ' ευθείας παγωτά.." Ότι προς το σκοπό αυτό η ενάγουσα προέβη σε όλες τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις για τη δέουσα υποδομή της και ότι αυτή αγόραζε παγωτά από την εναγόμενη η οποία εξέδιδε τιμολόγια πώλησης ενεργώντας στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό και με ίδιο πιστωτικό και επιχειρηματικό κίνδυνο.

Ότι οι πωλήσεις προς τους λιανοπωλητές γίνονταν με καθορισμένη τιμή, αφού η εναγόμενη απαγόρευε στην ενάγουσα τη μεταπώληση των παγωτών σε άλλη τιμή και η ενάγουσα υποχρεούνταν κάθε μήνα να στέλνει ηλεκτρονικά στην εναγόμενη ανά πελάτη τις πωλήσεις, τον τζίρο καθώς και τις παροχές σύμφωνα με οδηγίες και εντολές του επιθεωρητή της εναγομένης.

Ότι στη σύμβαση είχαν οριστεί ιδιαίτεροι περιοριστικοί όροι του ανταγωνισμού με τον καθορισμό των τιμών πώλησης από την εναγόμενη και απαγορευόταν η διανομή ανταγωνιστικών παγωτών ή ομοειδών προϊόντων, επιπλέον δε η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να τηρεί εχεμύθεια και τα εμπορικά απόρρητα και να πράττει ό, τι απαιτείται για την προστασία των σημάτων της εναγομένης.

Εν τέλει ότι "... η ενάγουσα ήταν ενταγμένη στο σύστημα διάθεσης και διανομής της εναγομένης και αποτελούσε τμήμα της οργάνωσής της αφού τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της, ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες για τη διαφήμιση των προιόντων και τις τιμές μεταπώλησης, είχε αναλάβει υποχρέωση μη ανταγωνισμού, η εναγόμενη γνώριζε όλη την πελατεία..

και ήταν απόλυτα εξαρτημένη..". Ότι η ως άνω σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύθηκε τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου 2011 με υπαιτιότητα της εναγομένης κατά τα στην αγωγή αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε, μεταξύ των άλλων, την καταβολή ποσού 514637,40 ευρώ για αποζημίωση πελατείας με επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για τον προσδιορισμό της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμο το κονδύλιο αυτό και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 100.000 ευρώ. Ύστερα από άσκηση έφεσης κατά της ως άνω απόφασης από την ενάγουσα, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατ' εφαρμογή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του άρθρου 522 ΚΠολΔ και κατά την αυτεπάγγελτη εξέταση του παραδεκτού της ένδικης αγωγής απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας δεχόμενη ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι " α) ο διανομέας αναλαμβάνει συμβατικώς την υποχρέωση να παραλείπει ανταγωνιστικές πράξεις τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη λήξη της σύμβασης, β) ότι ο διανομέας αναλαμβάνει συμβατικώς την υποχρέωση το πελατολόγιό του να είναι εν γνώσει του αντισυμβαλλομένου του..., γ) ότι ο διανομέας αναλαμβάνει συμβατικώς την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του αντισυμβαλλόμενου ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων, δ) ότι ο διανομές αναλαμβάνει συμβατικώς την υποχρέωση να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, και ε) ο διανομέας αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες"".

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε παρά το νόμο, ως αόριστη την ένδικη αγωγή ως προς το μη επιδικασθέν ποσό 414637,40 ευρώ της από τη διάταξη του άρθρου 9 Π.Δ.219/91 προβλεπόμενης αποζημίωσης πελατείας αίτημα αυτής, καίτοι είχε επιδικαστεί ήδη με την πρωτοβάθμια απόφαση για την ως άνω νομική αιτία το ποσό των 100.000 ευρώ, και συνακόλουθα είχε μεταβιβαστεί όλο το κεφάλαιο αδιαιρέτως στο Εφετείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 522 ΚΠολΔ, καθόσον από την προδιαληφθείσα παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι, διαλαμβάνεται σ' αυτό η επίκληση όλων των απαιτουμένων και στη σχετική μείζονα σκέψη αναφερομένων για την κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα αυτού προϋποθέσεων ως προς το ότι η έννομη σχέση που διείπε τους διαδίκους ήταν αυτή της αποκλειστικής διανομής.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της από 10-7-2020 αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του λόγου αναίρεσης εκ του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα κατ' άρθρο 495 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Επί της από 7-7-2020 αίτησης αναίρεσης της "E. AE" Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013). Ο λόγος αυτός μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατ'εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ και βάσει της κατ' εξαίρεση ισχύος της αρχής του jura novit curia, έστω και εάν ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης δεν προτείνεται κατά τρόπο ορισμένο και ενεργεί συνεπώς υπέρ του αναιρεσείοντος.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Ωστόσο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Εδώ δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του.

Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.

Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013). Στην περίπτωση της σύμβασης απλής διανομής, εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 ΑΚ, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συναλλασσόμενους σ' αυτήν.

Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, ο εντολέας έχει το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελεύθερα και απεριόριστα, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, καθώς επίσης και να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς επίκληση λόγου ή προθεσμίας. Δεν αποκλείεται πάντως, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, να συμφωνήσουν οι συμβληθέντες (άρθρο 361 ΑΚ), ότι η καταγγελία της σύμβασης θα γίνεται με χρονική προθεσμία.

Λόγω της φύσης της σύμβασης εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί, όμως, στον εντολοδόχο διανομέα το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, την οποία υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής.

Το ίδιο δικαίωμα έχει ο εντολοδόχος διανομέας (άρθρο 723 ΑΚ), αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004). Ο διανομέας δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης που αξιώνει η άνω διάταξη (ΑΠ 163/2011).

Έτσι, η καταγγελία λύνει τη σύμβαση και ο διανομέας δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα διαφυγόντων κερδών για το χρόνο μετά τη λύση αυτής. Μόνο εάν με τη σύμβαση ορίστηκε προθεσμία για την καταγγελία και δεν την τήρησε ο εντολέας, μπορεί να αξιώσει ο διανομέας αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά του εντολέα η οποία του προκάλεσε ζημία και μόνο για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που ορίστηκε και έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία.

Έτσι, στην περίπτωση που η ζημία του διανομέα προήλθε από τον περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του εντολέα, αποκαθίσταται η ζημία του με την παροχή αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά και η σύμβαση εξακολουθούσε και κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που είχε οριστεί και όχι πέραν αυτού.

Τούτο διότι η αποθετική ζημία του διανομέα, επειδή η σύμβαση λύνεται ελεύθερα, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της προθεσμίας, είτε στηρίζεται στην ενδοσυμβατική του ευθύνη, είτε σε άλλες διατάξεις, δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας, από την εξακολούθηση της σύμβασης και πέραν αυτής της προθεσμίας για όσο διάστημα επιθυμεί αυτός, αφού η καταγγελία ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης εξάρτησης του διανομέα από αυτόν, δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου, επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης.

Έτσι, τυχόν αξίωση του διανομέα για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν είναι νόμιμη. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στην επικαλούμενη από αυτόν απλή προσδοκία για συνέχιση της αορίστου χρόνου σύμβασης και πέραν των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η οποία, όμως, δεν δικαιολογείται, αφού ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει ούτε νομική ούτε συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της, αλλά δικαιούται να καταγγείλει και να λύσει την σύμβαση ελεύθερα και οποτεδήποτε, και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη, πέραν της ως άνω προθεσμίας (ΑΠ 419/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 έως και 8 του ΠΔ 219/1991, ως οι παρ. 4 και 8 αντικατεστάθησαν δια της παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του ΠΔ 312/1995 και η παρ. 4 δια του άρθρου 2 του ΠΔ 88/1994 ορίζεται ότι: "3. Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους. συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4.

Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.

Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων. 5. Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παρ. 4 η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. 6.

Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός. 7. Οι διατάξεις των παρ. 3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου αυτού.

Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος. 8. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων ".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άνω διατάγματος, είναι αορίστου διαρκείας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της άνω προθεσμίας, (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδον του ορισμένου χρόνου ή δια καταγγελίας, αλλά μόνο, αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτος καταγγελία).

Στην ορισμένου δηλαδή χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της. καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (εκτάκτου καταγγελίας).Ως αορίστου χρόνου θεωρείται η σύμβαση όταν από την αρχή δεν έχει τεθεί χρόνος λήξης αυτής, ή όταν έχει συναφθεί μεν ως ορισμένου χρόνου αλλά μετά την πάροδο του χρόνου αυτού εξακολουθεί χωρίς νέο καταληκτικό χρονικό προσδιορισμό.

Επίσης, ως αορίστου χρόνου ισχύουσες συμβάσεις θεωρείται ότι είναι και οι λεγόμενες "αλυσιδωτές συμβάσεις". Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται για ορισμένο χρόνο και μετά με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο διαρκούν περαιτέρω για ένα χρονικό διάστημα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων αυτών είναι ότι οι επόμενες συμβάσεις δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά το ότι ο επιχειρηματίας στέλνει στον αντιπρόσωπο μία νέα έγγραφη σύμβαση, η οποία είναι ίδια με τη σύμβαση που έληξε ως προς την εξωτερική της διάρθρωση και στο κυρίως περιεχόμενο της.

Ο χωρισμός της ενιαίας και για μεγάλο χρονικά διάστημα υπάρχουσας συμβατικής σχέσης σε περισσότερες όμοιες η παρόμοιες συμβάσεις οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν την καταγγελία. Για αυτό, τέτοιες αλυσιδωτές συμβάσεις, αντιμετωπίζονται ως αορίστου χρόνου συναπτόμενες συμβάσεις, στις οποίες βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 8 του παραπάνω π.δ., που έχει ως αποτέλεσμα ότι η συμβατική σχέση δεν λήγει μετά τη λήξη της διάρκειας της και το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο θέλει να καταγγείλει τη συμβατική σχέση πρέπει να το κάνει με τήρηση των προθεσμιών που καθορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 8 ή χωρίς την τήρηση των προθεσμιών, σε περίπτωση που συντρέχουν οι λόγοι της παρ. 8 του ίδιου άρθρου.

Πάντως τόσον η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσον και η σύμβαση αορίστου χρόνου δύναται να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα από τα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, όπως και στην περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων.

Η έννοια της διατάξεως είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις επιτρέπεται η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του ιδίου ως άνω ΠΔ 219/91 συνάγεται, ότι εκτός από την κατά το άρθρον 9 παρ. 1 εδ.

α αποζημίωση πελατείας ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται και αποζημίωση για την ανόρθωση πάσης περαιτέρω ζημίας, όπως ορίζεται στις διατάξεις του ΑΚ.

Συνεπώς ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται σωρευτικώς τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσον και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτιος και παράνομος (αντισυμβατική) συμπεριφορά εκ μέρους του εντολέως, αλλά πρέπει επιπροσθέτως η συμπεριφορά του αυτή, να έχει προκαλέσει και ζημία στον εμπορικό αντιπρόσωπο.

Η ζημία αυτή και όταν ακόμη συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος (διαφυγούσες προμήθειες) δεν ταυτίζεται με τις αναφερόμενες εις το άρθρον 9 παρ. 1 εδ. α' του ΠΔ 219/1991 "προμήθειες, που χάνει ο αντιπρόσωπος". Δηλαδή η προς ανόρθωση αυτή ζημία έχει την μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται, στις πάσης φύσεως προμήθειες και αμοιβές, τις οποίες θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορείας των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διαρκείας της συμβάσεως, αφαιρουμένων των εξόδων, τα οποία αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν υπάρχει συμβατικώς καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση της συμβάσεως αορίστου διαρκείας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της και για την οποία έγινε λόγος (ΑΠ 4/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της προαναφερθείσας ένδικης αγωγής, η ενάγουσα ζήτησε με βάση την επικαλούμενη απ' αυτήν σύμβαση αποκλειστικής διανομής και λόγω της εκεί αναφερόμενης έκτακτης καταγγελίας της από την εναγόμενη να της αναγνωριστεί και το ποσό των 100.000 ευρώ που είχε συμφωνηθεί ως αμοιβή λόγω αφοσίωσης και της δέσμευσής της από την εναγόμενη και αντιστοιχεί στην παροχή δωρεάν παγωτού κατά τα έτη 2011-2012.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 4040/2017 απόφασή του δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμο το κεφάλαιο αυτό και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη όφειλε να το καταβάλει στην ενάγουσα. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση η εναγόμενη και επικαλούμενη εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Το Εφετείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 522 ΚΠολΔ και της αυτεπάγγελτης ενέργειας ως προς την εφαρμογή του προσήκοντος κανόνος δικαίου και την ουσία της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιφρεσιβαλομένης απόφασης, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, δέχθηκε τα εξής: "....Στις εφαρμοζόμενες αναλογικώς, επί συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, διατάξεις των παρ. 3,4 και 8 του άρθρου 8 του ΠΔ 219/1991, όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του ΠΔ 312/1995, ορίζονται τα εξής: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3), "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.

Δεν είναι δυνατόν να ορισθούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων" (παρ. 4), "Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας, από εκείνες που προβλέπονται από την παρ. 4, η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος, δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο" (παρ. 5), "Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός" (παρ. 6), "Οι διατάξεις των παρ. 3,4,5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μια σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.

Στην περίπτωση αυτή, για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας, συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος (παρ. 7), "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων" (παρ. 8).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άνω διατάγματος, είναι αορίστου διάρκειας, λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση, όμως, της άνω προθεσμίας, (τακτική καταγγελία), όταν δε, είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο ορισμένου χρόνου ή δια καταγγελίας, αλλά μόνον, αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτη καταγγελία).

Στην ορισμένου, δηλαδή, χρόνου σύμβαση, ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (έκτακτης καταγγελίας). Ως αορίστου χρόνου θεωρείται η σύμβαση, όταν από την αρχή δεν έχει τεθεί χρόνος λήξης αυτής, ή όταν έχει συναφθεί μεν ως ορισμένου χρόνου, αλλά μετά την πάροδο του χρόνου αυτού εξακολουθεί, χωρίς νέο καταληκτικό χρονικό προσδιορισμό.

Επίσης, ως αορίστου χρόνου ισχύουσες συμβάσεις, θεωρείται ότι είναι και οι λεγόμενες "αλυσιδωτές συμβάσεις". Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται για ορισμένο χρόνο και μετά με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο διαρκούν περαιτέρω για ένα χρονικό διάστημα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων αυτών, είναι ότι οι επόμενες συμβάσεις δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά το ότι ο επιχειρηματίας στέλνει στον αντιπρόσωπο μία νέα έγγραφη σύμβαση, η οποία είναι ίδια με τη σύμβαση, που έληξε, ως προς την εξωτερική της διάρθρωση και το κυρίως περιεχόμενό της.

Ο χωρισμός της ενιαίας και για μεγάλο χρονικό διάστημα υπάρχουσας συμβατικής σχέσης, σε περισσότερες όμοιες ή παρόμοιες συμβάσεις, οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν την καταγγελία. Για αυτό, τέτοιες αλυσιδωτές συμβάσεις, αντιμετωπίζονται ως αορίστου χρόνου συναπτόμενες συμβάσεις στις οποίες βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 8 του παραπάνω ΠΔ, που έχει ως αποτέλεσμα ότι η συμβατική σχέση δεν λήγει, μετά τη λήξη της διάρκειάς της και το συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο θέλει να καταγγείλει τη συμβατική σχέση, πρέπει να το κάνει, με τήρηση των προθεσμιών, που καθορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 ή χωρίς την τήρηση των προθεσμιών, σε περίπτωση που συντρέχουν οι λόγοι της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου.

Πάντως, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου, δύναται να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών, σε περίπτωση, κατά την οποία ένα από τα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, όπως και στην περίπτωση των εκτάκτων περιστάσεων.

Η έννοια της διάταξης είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις, επιτρέπεται η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβαση και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών. Εξάλλου, μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ.

Η πρώτη παρέχει στον εντολέα το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς ή να υφίστανται επιζήμιες συνέπειες, ακόμη και όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης.

Ακολούθως, κατά το άρθρο 725 ΑΚ, λύση της σύμβασης εντολής επιφέρει και η καταγγελία της, από μέρους του εντολέα, η οποία, επίσης, είναι δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας. Το δικαίωμα, δε, του εντολέα προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης, που συνδέει τους συμβαλλομένους ασκείται μεν ελευθερίως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ.

Λόγω, όμως, της φύσης της σύμβασης εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί, όμως, στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής.

Το ίδιο, δε, δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο εντολοδόχος (άρθρο 723 ΑΚ), αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε, όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και η ανάκληση έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο. Έτσι, στην περίπτωση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 8 του ΠΔ 219/1991, όπως τούτο ισχύει, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβαλλομένους σ' αυτήν, η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της, εν λόγω, σύμβασης, δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε, στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτήν, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν, πλέον, οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση.

Κατά το άρθρο 9 του ως άνω διατάγματος: α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση αν και εφόσον, κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις, με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις, με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται, επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού, με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος (παρ.1, εδ. α)...". Στη συνέχεια εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων έχει συναφθεί σύμβαση απλής διανομής στο πλαίσιο της οποίας είχε συμφωνηθεί ότι θα αποδοθεί δωρέαν προϊόν παγωτό αξίας 50.000 ευρώ προς ΦΠΑ προ εκπτώσεων για κάθε ένα από τα επόμενα 3 έτη έως τη λήξη του παρόντος παραρτήματος και ότι η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει από την εναγομένη προμήθεια ύψους 100.000 ευρώ για τα έτη 2011 και 2012, την οποία θα ελάμβανε αν η μεταξύ τους σύμβαση λειτουργούσε ως 31.12.2012, καθώς "δεν συνέτρεχε λόγος διακοπής της συνεργασίας τους από πλευράς της ενάγουσας, η δε πρόωρη λύση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, δηλαδή στην πώληση του κλάδου παγωτού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα η εναγομένη να μη δύναται να της παρέχει δωρεάν παγωτό αξίας 50.000 για τα ανωτέρω δύο έτη και συνεπώς, το ποσό αυτό οφείλει να της το καταβάλει σε χρήμα με το νόμιμο τόκο από 10.11.2011, δηλ.

από την επόμενη μέρη της επίδοσης της από 8.11.2011 εξώδικης δήλωσης- πρόσκλησης, με την οποία όχλησε την εναγομένη για την καταβολή του ανωτέρω ποσού". Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρεις πρώτους αναιρετικούς λόγους από τους αρ. 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που εκτιμώνται ως εντασσόμενοι στον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένως υπήγαγε τα προαναφερθέντα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και δέχθηκε ότι οι διάδικοι συνδέονται με την έννομη σχέση της απλής διανομής και όχι με αυτή της αποκλειστικής διανομής, στη συνέχεια δε με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 724, 725 ΑΚ περί εντολής δέχθηκε κατ' ουσία το κεφάλαιο για την καταβολή ποσού 100.000 ευρώ δωρεάν παγωτού στην ενάγουσα, και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης κρίνονται βάσιμοι, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, σε συνδυασμό και με τα προοαναφερθέντα επί της προαναφερθείσας αναίρεσης της ενάγουσας, η τελευταία επικαλείται πραγματικά περιστατικά την έννομη σχέση της αποκλειστικής διανομής που την συνέδεε με την εναγόμενη για την οποίαν εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, με την οποίαν συνδέονται και τα επίδικα κεφάλαια της αποζημίωσης πελατείας και της αποζημίωσης ποσού 100.000 ευρώ ως δωρεάν παγωτό, συνεπεία της επικαλούμενης έκτακτης καταγγελίας της ως άνω σύμβασης.

Επομένως, η από 7-7-2020 αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή, παρελκωμένης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα με αυτό των ανωτέρω λόγων που έγιναν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναφερόμενο ως άνω κεφάλαιο αυτής και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση (κατά το εν λόγω κεφάλαιο) στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ. 3 ΚΠολΔ) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τις δύο ως άνω αναιρέσεις, εν όψει του ότι κατατέθηκαν αμοιβαίως προτάσεις, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους λόγω της νίκης και ήττας τους (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 10-7-2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ""Π. Z. και Σια ΟΕ " και την από 7-7-2020 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. AE" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2340/2020 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 4040/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Απορρίπτει την από 7-7-2020 αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 4040/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2340/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Διατάζει την επιστροφή του παραβόλου σε κάθε μία αναιρεσείουσα των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ