Legislator Case Law & Legislation
1457/2014 AI generated

1457/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1457/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 82/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την από 22.11.2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά των οριστικών διατάξεων της υπ' αριθ. 134/2009 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Legislator headnote

AI generated

1457/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement terms of sale geographical market electronic commerce surrender value instalment sale
AI generated
1366/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
486/2013
Έκτακτη και τακτική χρησικτησία στη Δωδεκάνησο μετά την προσάρτηση της στην Ελλάδα.
1427/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2234/2006
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
959/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1457 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1457/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Αριστείδη Πελεκάνο και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Του αναιρεσιβλήτου: R. W. του H., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Αυγούστου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 26 Ιουλίου 2006 και 14 Αυγούστου 2007 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2009 εν μέρει οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 82/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 9 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης αυτής κατά της υπ' αριθ. 82/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση κατά το ποσό των 15.000 ευρώ, που αναγνωρίστηκε ότι οφείλει ο αναιρεσείων στον αναιρεσίβλητο για διαφυγόντα κέρδη του κατά το έτος 2006.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 82/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την από 22.11.2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά των οριστικών διατάξεων της υπ' αριθ. 134/2009 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Με την απόφαση αυτή έγινε μερικά δεκτή η με αριθμό κατάθεσης 938/2.8.2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο υπερημερίας το ποσό μεν των 81.203 ευρώ ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του τιμήματος για τα κοσμήματα που ο αναιρεσίβλητος πώλησε και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, το δε ποσό των 75.000 ευρώ ως αποζημίωση για τα κέρδη που ο αναιρεσίβλητος θα είχε αποκομίσει από τη συνεργασία του με τον αναιρεσείοντα, αν δεν είχε αναγκασθεί να καταγγείλει πρόωρα τη μεταξύ τους σύμβαση εξ αιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντιδίκου του.

Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ανταγωγή που άσκησε ο αναιρεσείων με τις από 14.2.2009 προτάσεις του επί της αγωγής του αντιδίκου του, ενώ ανεστάλει η συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης 947/17.8.2006 δικής του αγωγής κατά του αναιρεσιβλήτου και περαιτέρω απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η με αριθμό κατάθεσης 967/13.8.2007 δεύτερη αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου.

Με την αίτηση αναίρεσης συμπροσβάλλεται και η ως άνω πρωτόδικη απόφαση κατά τις οριστικές διατάξεις της. Όπως όμως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 533 ΚΠολΔ, αν η πρωτόδικη οριστική απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 157/2002, 1103/ 2011, 1320/2011).

Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 577 ΚΠολΔ), αφού με την επίσης αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγινε κατά τα προεκτεθέντα τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος.

Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013, 15/2013, ΑΠ 139/2006, 212/2006, 53/2007, 881/2010).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990, 451/2014).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) P. W.

διατηρεί στην πόλη ... της Πολωνίας ατομική επιχείρηση σχεδιασμού, παραγωγής και πώλησης σε χονδρικό επίπεδο κοσμημάτων από κεχριμπάρι με την επωνυμία "Bucsztynowe Centrum, L... P... W". Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) Ι. Κ. διατηρεί κατάστημα πώλησης γουναρικών, κοσμημάτων και παρεμφερών ειδών στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου ...

Οι διάδικοι γνωρίστηκαν τον Ιανουάριο του 2006 στο πλαίσιο διεθνούς έκθεσης δώρων, η οποία είχε διοργανωθεί στον Πειραιά ... Ο Κ. επισκέφτηκε με συνεργάτες του το περίπτερο του W. στην έκθεση αυτή και ενδιαφέρθηκε για εμπορική συνεργασία μαζί του. Μάλιστα τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεργάτες του τον παρουσίασαν ως άτομο με ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική επιφάνεια στη Ρόδο ...

Ο W. προκειμένου να πραγματοποιηθεί η συνεργασία αυτή έθεσε κάποιους όρους, μεταξύ των οποίων ήταν και η εξεύρεση κατάλληλου χώρου ... Πράγματι ο Κ. διαμόρφωσε έναν χώρο επί της οδού ... ..., ο οποίος έτυχε της έγκρισης του W. ... Κατόπιν αυτών οι διάδικοι υπέγραψαν το από 27.3.2006 συμφωνητικό, με το οποίο ο Κ. ανέλαβε την αποκλειστικότητα πώλησης των προϊόντων της επιχειρήσεως του W.

στην Ελλάδα για την τριετία 2006 - 2008. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι θα έπρεπε ο Κ. να παραγγέλνει κατ' ελάχιστο 100 κιλά κοσμημάτων από κεχριμπάρι και ασήμι κατ' έτος... Την ίδια ημέρα οι διάδικοι κατάρτισαν και άλλο συμφωνητικό..., με το οποίο ο W. πώλησε και παρέδωσε στον Κ. ... κοσμήματα συνολικού βάρους 120 κιλών και αξίας 121.500 ευρώ, εκ των οποίων τα 60 κιλά έπρεπε να παραδοθούν στο τέλος Απριλίου και να εξοφληθούν μια εβδομάδα πριν από την παράδοση ..., ενώ τα υπόλοιπα θα παραδίνονταν έως τις 10.5.2006 και θα εξοφλούνταν έως τις 27.7.2006.

Στις 6 και 13 Απριλίου ... ο Κ. παρήγγειλε περαιτέρω ποσότητα 7,5 κιλών κοσμημάτων, συνολικής αξίας 6.377 ευρώ... Όλα τα ανωτέρω προϊόντα παραδόθηκαν στον Κ. από τον υπάλληλο του W. D. M. ... Τέλος το Μάϊο του 2006 ο W. πώλησε και παρέδωσε στον Κ. κοσμήματα αξίας 1.326 ευρώ και ειδικότερα ... Σύμφωνα με τα ανωτέρω η συνολική αξία των κοσμημάτων που ο W.

πώλησε και παρέδωσε στον Κ. ανέρχεται σε 129.203 ευρώ. Παρά το γεγονός όμως ότι ο W. παρέδωσε εντός των συμφωνημένων προθεσμιών τις ανωτέρω ποσότητες κοσμημάτων, ο Κ. δεν κατέβαλε το τίμημα εντός των προθεσμιών αυτών. Ειδικότερα ..., περί τις 20.4.2006 ζήτησε να μειωθεί το ποσό της προκαταβολής, επικαλούμενος ότι δεν είχε ακόμη ξεκινήσει η τουριστική περίοδος και επαναλαμβάνοντας τα περί οικονομικής του αξιοπιστίας και επιφάνειας πέτυχε τελικώς να συμφωνήσει με τον W.

να καταβάλει ποσό μόνο 38.000 ευρώ, ενώ στις 14.5.2006 κατέβαλε άλλες 10.000 ευρώ και έτσι απέμεινε οφειλή ύψους 81.203 ευρώ ... Με την πάροδο του χρόνου δεν κατέβαλε άλλο χρηματικό ποσό ..., σε απάντηση δε των τηλεφωνικών οχλήσεων του W. ο Κ. προφασίστηκε ότι οι υπάλληλοί του, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει σε διάφορά νησιά της Ελλάδας..., είχαν διαπιστώσει ότι σε κοσμηματοπωλεία εκεί ή συναφείς επιχειρήσεις με αυτή του Κ.

πωλούνταν κοσμήματα του W. και μάλιστα σε φθηνότερη τιμή σε σχέση με αυτή, με την οποία είχε εκείνος αγοράσει τα κοσμήματα από τον W., παραβιάζοντας έτσι τη σχετική συμφωνία τους, σύμφωνα με την οποία μόνο ο Κ. θα είχε τη δυνατότητα να πωλεί στην Ελλάδα τα κοσμήματα του W.. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ...

Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του Κ. αποτέλεσε μια δικαιολογία αποφυγής εκπλήρωσης της συμβατικής του υποχρέωσης για καταβολή στον W. του υπολοίπου του τιμήματος, που ανερχόταν σε 81.203 ευρώ. Ο W. εξακολούθησε να διαμαρτύρεται εγγράφως ... και εν τέλει κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 4.8.2006 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον Κ.

στις 8.8.2006 ... Επομένως η θετική ζημία του W. από τη μη καταβολή ολόκληρου του τιμήματος των πωληθέντων και παραδοθέντων στον Κ. κοσμημάτων ανέρχεται αντίστοιχα σε 81.203 ευρώ. Περαιτέρω ο W. απώλεσε και το συνολικό ποσό των 75.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται τα διαφυγόντα κέρδη του από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης κατά τη συμφωνηθείσα τριετία.

Συγκεκριμένα ο W. θα αποκέρδαινε για κάθε κιλό κοσμημάτων 300 ευρώ, ενώ η ελάχιστη ποσότητα παραγγελίας εκ μέρους του Κ. θα ανερχόταν σε 100 κιλά, άρα 300 ευρώ Χ 100 κιλά Χ 2,5 έτη, από τον Αύγουστο του 2006 που καταγγέλθηκε η σύμβαση έως την 31.12.2008, οπότε και θα έληγε η τριετής συμφωνία των διαδίκων ... Ο Κ. ισχυρίζεται στην με αριθμό κατάθεσης 976/2007 αγωγή του ότι όσα αναφέρει γι' αυτόν ο W.

στη δική του αγωγή, έχουν σκοπό δυσφήμησής του. Όμως όσα εκθέτει στην αγωγή του ο W. δεν αποτελούν ψεύδη, ώστε να τίθεται θέμα συκοφαντικής δυσφήμησης του Κ.... Ωστόσο, όσα περιέχονται στην αγωγή αυτή σχετικά με την εκβίαση του W. από τον Κ. μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου ως δυσφημιστικά.

Αυτό όμως έγινε στο πλαίσιο της προστασίας των δικαιωμάτων του προς υποστήριξη της αγωγής του και συνεπώς η δυσφήμηση του Κ., που πράγματι έγινε με το περιεχόμενο της αγωγής του W., καθόσον αυτή περιήλθε σε γνώση ενός κύκλου προσώπων (δικηγόρων, γραμματέων, δικαστών κλπ), δεν είχε άδικο χαρακτήρα, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης που πρόβαλε ο W.. .., ενώ για τον ίδιο λόγο τα ανωτέρω δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι συνιστούν εξύβριση του Κ. ...".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει ο αναιρεσείων την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι εφάρμοσε μόνον τις διατάξεις για την πώληση προκειμένου να αναγνωρίσει, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, ότι υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 81.203 ευρώ, ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του τιμήματος για τις αγορές κοσμημάτων που πραγματοποίησε από τον αντίδικό του, τις οποίες εσφαλμένα το Εφετείο θεώρησε ότι έγιναν στο πλαίσιο απλής εμπορικής συνεργασίας τους, αν και η μεταξύ τους συμβατική σχέση ήταν αυτή της αποκλειστικής διανομής, στο πλαίσιο της οποίας είχε αναλάβει την αποκλειστική διάθεση των κοσμημάτων του αναιρεσιβλήτου στην Ελλάδα.

Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν συνδέει τον εσφαλμένο, κατ' αυτόν, χαρακτηρισμό από το Εφετείο της συμβατικής σχέσης του με τον αναιρεσίβλητο με αντίστοιχο σφάλμα στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την εφετειακή απόφαση, και ειδικότερα δεν προσδιορίζει και πολύ περισσότερο δεν εξηγεί την αιτία για την οποία δεν θα όφειλε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ανεξόφλητο μέρος του τιμήματος όσων απ' αυτόν αγόρασε, αν η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρισθεί ως σχέση αποκλειστικής διανομής και όχι απλής εμπορικής συνεργασίας.

Απορριπτέος είναι επίσης και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε νόμιμη την από μέρους του αναιρεσιβλήτου καταγγελία της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και αναγνώρισε υποχρέωση του αναιρεσείοντος να τον αποζημιώσει για διαφυγόντα κέρδη, παρόλο που τα περιστατικά της δήθεν απάτης του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου φέρονται σε κάθε περίπτωση να έχουν συμβεί μετά την κατάρτιση της σύμβασής τους και συνεπώς δεν μπορεί η σύμβαση αυτή να θεωρηθεί ως προϊόν εξαπάτησης του αναιρεσιβλήτου, αφού, αντίθετα με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, το Εφετείο θεώρησε έγκυρη την καταγγελία του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο αντισυμβατική και όχι απατηλή σε βάρος του αναιρεσιβλήτου συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, δηλαδή ο παραπάνω λόγος αναίρεσης βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Εξ άλλου με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε τελικά ότι το κέρδος που θα αποκόμιζε ο αναιρεσίβλητος, αν η σύμβασή του με τον αντίδικό του συνεχιζόταν κανονικά για όλη τη συμφωνημένη τριετία και δεν είχε πρόωρα λυθεί με την από 4.8.2006 καταγγελία του, θα ανερχόταν σε 300 ευρώ για κάθε κιλό από τα κοσμήματα με τα οποία θα προμήθευε τον αναιρεσείοντα, οπότε, με δεδομένο ότι ο αναιρεσείων όφειλε να παραγγέλνει σ' αυτόν κατ' έτος τουλάχιστον 100 κιλά κοσμήματα, τα διαφυγόντα κέρδη του, κατά το διάστημα από τον Αύγουστο του 2006 μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης τριετίας, ανέρχονται συνολικά σε 75.000 ευρώ.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι αναπόδεικτα αποτίμησε σε 300 ευρώ τα διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσιβλήτου για κάθε κιλό κοσμήματα παραγωγής του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο άντλησε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, η σχετική δε κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Ο ίδιος όμως δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο διαφυγόντα κέρδη και για το έτος 2006, αν και κατά το έτος αυτό οι παραγγελίες του αναιρεσείοντος σε κοσμήματα υπερκάλυψαν το συμφωνημένο ελάχιστο όριο των 100 κιλών κοσμημάτων, είναι βάσιμος ως λόγος, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού είναι πράγματι αντιφατικό να γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι παραγγελίες του αναιρεσείοντος σε κοσμήματα παραγωγής του αναιρεσιβλήτου υπερέβησαν κατά το έτος 2006 την ελάχιστη συμφωνημένη ποσότητα των 100 κιλών, που σημαίνει, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν υπήρξε για τον αναιρεσίβλητο απώλεια κερδών κατά το έτος αυτό και παράλληλα να επιδικάζεται σ' αυτόν για το ίδιο έτος, πλέον του οφειλόμενου τιμήματος, και ποσό διαφυγόντων κερδών 15.000 ευρώ.

Κατά παραδοχή έτσι του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το ως άνω μέρος του πρέπει αυτή να γίνει αντίστοιχα δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ποσό των 15.000 ευρώ, που αναγνωρίστηκε ότι οφείλει ο αναιρεσείων στον αναιρεσίβλητο για διαφυγόντα κέρδη του κατά το έτος 2006. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε κατά ένα μέρος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτόν με το υπ' αριθ. 26118703/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 48/2012 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 82/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά την επιμέρους διάταξή της για το ποσό των 15.000 ευρώ, που αναγνωρίστηκε ότι οφείλει ο αναιρεσείων στον αναιρεσίβλητο για διαφυγόντα κέρδη του κατά το έτος 2006.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτόν με το υπ' αριθ. 26118703/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, όπως αυτό αναφέρεται και στην υπ' αριθ. 48/2012 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ