1457/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1457/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την κατάφαση της συνδρομής περιπτώσεως ασκήσεως της νομής μέσω άλλου αρκεί το πραγματικό γεγονός που αυτή ασκείται με τον ανωτέρω τρόπο χωρίς να απαιτείται και προσδιορισμός έννομης σχέσεως από την οποία να απορρέει η εξουσία του αντιπροσώπου ή βοηθού να νέμεται το πράγμα για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1457 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1457/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Γ. Μ., κατοίκου ..., 2. Β. συζ. Δ. Π., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., 3. Κ. συζ. Κ. Φ., το γένος Δ. Μ., 4. Γ. Δ. Μ., 5. Ι. Δ. Μ. και 6. Ά. συζ. Α. Μ., το γένος Δ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Π. Ν., 2. Α. θυγ. Π. Ν. και 3. Μ. Π. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Τσακαλέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-1989 αγωγή της Ά. θυγ. Π. Ρ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 312/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 9-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 980, 981, 982, 984 ΑΚ προκύπτει ότι η νομή μπορεί να ασκείται και μέσω άλλου, ήτοι μέσω "αντιπροσώπου" ή κατ' άλλην έκφραση "βοηθού" νομής, τέτοιoς δε είναι ο ασκών την νομή όχι επ' ονόματι και για λογαριασμό δικό του αλλά του αντιπροσωπευόμενου, οπότε αν εκείνος θελήσει να αντιποιηθεί την νομή, αυτή δεν απόλλυται για τον νομέα πριν λάβει γνώση της αντιποιήσεως.
Για την κατάφαση της συνδρομής περιπτώσεως ασκήσεως της νομής μέσω άλλου αρκεί το πραγματικό γεγονός που αυτή ασκείται με τον ανωτέρω τρόπο χωρίς να απαιτείται και προσδιορισμός έννομης σχέσεως από την οποία να απορρέει η εξουσία του αντιπροσώπου ή βοηθού να νέμεται το πράγμα για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Από το συνδυασμό του άρθρου 1045 ΑΚ με τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι ο ασκών την νομή επ' ονόματι και για λογαριασμό του αληθώς νομέως, τυχόν αντιποιούμενος την νομή του πράγματος για δικό του λογαριασμό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομίμως χρησιδεσπόζων το πράγμα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πριν γνωστοποιήσει στον νομέα την πρόθεσή του αυτήν, χωρίς να ερευνάται το είδος της έννομης σχέσεως δυνάμει της οποίας κατείχε το πράγμα.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί .ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Ε. χα Α. Α., που απεβίωσε στην Αθήνα στις 6.7.1988 με την με αριθμ. .../5.9.1977 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτίου Αθανασίου Μουτσίδη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθμ. 2973/1988 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό και με την από 7.2.1984 ιδιόγραφη συμπληρωματική διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε επίσης νόμιμα με τα με αριθμ. 2319/1988 πρακτικά του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, κατέλιπε στην αρχικώς ενάγουσα Ά.
Ρ. του Π. ένα ακίνητο, εμβαδού 4.000 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της περιφέρειας Κάτω Λεχωνίων Πηλίου, εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία ΗΘΘκληΗ και τον αριθμό (1) στο από 2.9.1977 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Κ. και συνορεύει βόρεια εν μέρει με επαρχιακή οδό, πλάτους 11 μέτρων, περίπου, που οδηγεί προς Βόλο και Άνω Λεχώνια Ν.
Μαγνησίας επί πλευράς ΗΘ μήκους 34,05 μέτρων και εν μέρει με τμήμα (α), ιδιοκτησίας Γ. Α. επί πλευράς λη μήκους 17,70 μέτρων, νότια με το με αριθμ. (2) οικόπεδο του ως άνω διαγράμματος επί πλευράς θκ μήκους 62,50 μέτρων, ανατολικά με αγροτική οδό Α. Π., πλάτους 4,50 - 5,85 μέτρων, επί πλευράς Θθ μήκους 107,74 μέτρων και δυτικώς εν μέρει με το υπό στοιχείο (α) οικόπεδο του ως άνω διαγράμματος, ιδιοκτησίας Γ.
Α., α) επί πλευράς Ηη του άνω διαγράμματος μήκους 45,50 μέτρων, β) επί πλευράς ηλ μήκους 17,70 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην Λ. Α. και ήδη αγνώστου επί πλευράς λκ μήκους 40 μέτρων. Την ως άνω κληρονομιά αποδέχτηκε η αρχικώς ενάγουσα με την με αριθμ. .../7.7.1989 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρας Συκιώτη-Παπαγαλάνη, η οποία νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νηλείας, στον τόμο ...
και με αύξοντα αριθμό 63. Στην δικαιοπάροχο της αρχικώς ενάγουσας Ε. Α. Α. είχε περιέλθει το ως άνω κληρονομιαίο επίδικο ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση και δη των 8.524 τ.μ., δυνάμει του με αριθμ. .../3.9.1977 διανεμητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Πολίτη- Θεωνά, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νηλείας στον τόμο ...
και με αύξοντα αριθμό 54, με το οποίο αυτή, συγκυρία κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου μεγαλύτερης έκτασης και δη 25.572 τ.μ. και οι λοιποί συγκύριοι αυτής Λ. Ι. Α., συγκύριος κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου και Γ. Γ. Α., συγκύριος κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου διένειμαν αυτή και έλαβε έκαστος κατά πλήρη κυριότητα τα εις το άνω συμβόλαιο αναφερόμενα τμήματα και ειδικότερα η Ε.
Α. την ως άνω έκταση των 8.524 τ.μ., στην οποία, περιλαμβάνεται και το επίδικο. Εμφαίνεται δε η έκταση των 8.524 τ.μ. στο ως άνω από 2.9.1987 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Κ. με τους αριθμ. 1, 2, 3 και 4 υπό τα αλφαβητικά στοιχεία ΗΘγΙΚΛΩληΗ και συνορεύει βόρεια εν μέρει με επαρχιακή οδό, πλάτους ένδεκα (11) περίπου μέτρων, που οδηγεί προς Βόλο και Άνω Λεχώνια επί πλευράς ΗΘ του άνω διαγράμματος, συνολικού μήκους 34,05 μέτρων και εν μέρει με τμήμα (α) ιδιοκτησίας Γ.
Α. επί πλευράς του άνω διαγράμματος λη μήκους 17,70 μέτρων, νότια με τμήμα (β), ιδιοκτησίας Γ. Α. επί πλευράς ΩΛ του άνω διαγράμματος συνολικού μήκους 56,50 μέτρων, ανατολικά με αγροτική οδό Α. Π. πλάτους 4,50 - 5,85 μέτρων επί τεθλασμένης πλευράς ΘθΙΚλ του άνω διαγράμματος συνολικού μήκους 165,99 μέτρων και δυτικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Λ.
Α. επί πλευράς Ωλ του άνω διαγράμματος συνολικού μήκους 107 μέτρων και εν μέρει με τμήμα (α) ιδιοκτησίας Γ. Α. επί πλευράς ηΗ του ίδιου διαγράμματος μήκους 45,50 μέτρων. Στην Ε. χήρα Α. Α. είχαν περιέλθει τα ως άνω 2/6 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 2.3.1962 συζύγου της Α. Γ. Α., δυνάμει της από 27.10.1940 ιδιόγραφης διαθήκης του, που νόμιμα δημοσιεύθηκε με τα με αριθμ. 1917/1962 πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών, το κληρονομικό δε δικαίωμα αυτής πιστοποιήθηκε με το με αριθμ. 8582/1962 κληρονομητήριο, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νηλείας στον τόμο ...
και αύξοντα αριθμό 458, ενώ αυτή αποδέχτηκε και την επαχθείσα κληρονομιά με την με αριθμ. .../1962 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ανδρίτσου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... και αύξοντα αριθμό 25. Στον Α. δε Γ. Α. περιήλθε το ανωτέρω ποσοστό ως εξής :
α) το 1/6 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της πρωτεξαδέλφης του Σ. θυγ. Π. Τ., που απεβίωσε την 7.7.1944 και κατόπιν συμβιβαστικής διανομής, που έγινε μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής δυνάμει του με αριθμ. .../1949 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Δημοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νηλείας στον τόμο ...
και με αύξοντα αριθμό 123 και β) το υπόλοιπο 1/6 εξ αδιαιρέτου από αγορά από την αδελφή του Σ. θυγ. Γ. Α., κληρονόμου και αυτής της Σ. θυγ. Π. Τ., δυνάμει του με αριθμ. .../1953 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κωστοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία Μεταγραφών, του Δήμου Νηλείας στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό 410.
Έτσι, η αρχικώς ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, το οποίο κατά κυριότητα ανήκε στην άμεσο δικαιοπάροχο της Ε. χήρα Α. Α. και στον απώτερο δικαιοπάροχο της Α. Γ. Α., οι οποίοι ασκούσαν σ' αυτό διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του. Ειδικότερα ο Α.
Α. από της περιελεύσεως σ' αυτόν των ως άνω ποσοστών εξ αδιαιρέτου μέχρι τον θάνατο του την 2.3.1962 και έκτοτε η σύζυγός του Ε. Α. μέχρι τον θάνατο της την 6.7.1988 φρόντιζαν το ιδανικό τους μερίδιο, από το έτος δε 1977 η τελευταία το διαιρετό επίδικο τμήμα και συγκεκριμένα το καλλιεργούσαν με οπωροφόρα δένδρα και ελαιόδενδρα, από τα οποία συνέλεγαν τους καρπούς τους.
Τις πράξεις όμως αυτές, λόγω της μονίμου κατοικίας τους στην Αθήνα, αλλά και των προβλημάτων υγείας που παρουσίασε η Ε. Α. δεν τις ασκούσαν αυτοπροσώπως, αλλά με αντιπρόσωπο και ειδικότερα από το έτος 1960 με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ήταν κουμπάρος τους και διέμενε στην περιοχή των Κάτω Λεχωνίων Ν. Μαγνησίας.
Εξάλλου η Ε. Α. επέβλεπε το ακίνητο της, καθόσον με δική της πρωτοβουλία ο Πολιτικός Μηχανικός Σ. Κ. μετέβη σ' αυτό, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, το καταμέτρησε και συνέταξε το ως άνω από 2.9.1977 τοπογραφικό διάγραμμα, με βάση το οποίο προέβησαν οι συγκύριοι στην διανομή του και στη συνέχεια η ίδια η διαθέτιδα στην σύνταξη της από 5.9.1977 δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Φώτιο Μουτσίδη.
Αντίθετα δεν αποδείχτηκε ότι ο Α. Γ. Α. μεταβίβασε το επίδικο στον πρώτο εναγόμενο το έτος 1960 δυνάμει άτυπης δωρεάς και ότι έκτοτε αυτός διάνοια κυρίου ασκούσε για λογαριασμό του σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του, ώστε να γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ο τελευταίος ισχυρίστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμό τον οποίον επαναφέρει με σχετικό λόγο της έφεσης του.
Όπως προεκτέθηκε ο πρώτος εναγόμενος από το έτος 1960 και μέχρι το έτος 1987 καλλιεργούσε και φρόντιζε το επίδικο για λογαριασμό αρχικά του Α. Γ. Α. και στη συνέχεια της δικαιοπαρόχου της αρχικώς ενάγουσας Ε. Α., χωρίς ουδέποτε να εξωτερικεύσει σ' αυτούς την βούληση του να ιδιοποιηθεί την νομή του ακινήτου και να κατέχει αυτό για τον εαυτό του".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη διεκδικητική αγωγή του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον πρώτο αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία, δεχόμενο ότι τις πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του επιδίκου ακινήτου ασκούσε ο ως άνω αναιρεσείων επ' ονόματι και για λογαριασμό των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν απώλεσαν τη νομή τους, αφού ο ως άνω αντιπρόσωπος ουδέποτε εξεδήλωσε σ' αυτούς την πρόθεση του να αντιποιηθεί τη νομή, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Αστικού Κώδικα, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, επομένως, .οι συναφείς από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, μέρος πρώτο, και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, σκέλος δεύτερο, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο ήχθη σε απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, κατά παραδοχή του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων ασκούσε τη νομή στο επίδικο ακίνητο ως αντιπρόσωπος των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ως άνω ένστασης ιδίας κυριότητας.
Κατά το άρθρο 559 παρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και καταλαμβάνει την ένδικη διαφορά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα αληθινά χωρίς να διατάξει περί τούτων απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, σκέλος τρίτο, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο δέχτηκε τον ισχυρισμό της αρχικής ενάγουσας ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της στη νομή του επιδίκου χωρίς να διαταχθεί απόδειξη με την Π, 7/3933/666/1991 πράξη του ΠολΠρωτΒόλου. Ο ισχυρισμός αυτός μη προταθείς ενώπιον του Εφετείου και δη δια του δικογράφου της εφέσεως των αναιρεσειόντων ως παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης, απαραδέκτους κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προβάλλεται ως αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ; ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την .../1976 δημόσια διαθήκη της Ε. Α. ενώπιον του συμ/φου Αθηνών Φωτίου Μουτσίδη στην οποία προσδιορίζεται το επίδικο ακίνητο όχι ως ιδανικό μερίδιο εξ αδιαιρέτου μεγαλύτερης έκτασης 30 γαλλικών στρεμμάτων, αλλά ως συγκεκριμένο αυτοτελές τμήμα 12,60 γαλλικών στρεμμάτων, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι ο πρώτος εξ αυτών νεμόταν το επίδικο ακίνητο από του έτους 1960 που του το παραχώρησε με άτυπη δωρεά ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Α.
Γ. Α. και ότι είχε προηγηθεί πριν από την τυπική διανομή του έτους 1977 προηγούμενη άτυπη διανομή του έτους 1957 με την οποία είχαν ήδη συγκεκριμενοποιηθεί τα όρια του επιδίκου ακινήτου, καθώς επίσης δεν έλαβε υπόψη του αντίστοιχη σελίδα του τηλεφωνικού καταλόγου του ΟΤΕ στην κρίσιμη περίοδο, την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του μάρτυρα απόδειξης Δ.
Α. Π., ο οποίος κατέθεσε ότι γνώριζε την Ε. Α. με την οποία είχε έλθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με αυτή στην Αθήνα εξευρίσκοντας το τηλέφωνο της στον τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ, ενώ κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο δεν υπήρχε σχετική καταχώριση αφού η τηλεφωνική σύνδεση ήταν απόρρητη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση και προσκομιδή των ανωτέρω εγγράφων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-12-2009 αίτηση των Δ. Μ. κλπ. για αναίρεση της 312/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ