Supreme Court dismisses appeal against eviction order, upholding abuse of right and bad faith in contract disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a real estate company against an eviction order issued in its favor. The court found the company's conduct, including initially claiming compliance with contractual obligations and later denying the validity of the eviction, constituted an abuse of right and bad faith under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the court rejected the arguments regarding procedural errors and the lack of examination of specific evidence, affirming the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 559 para. 8 C.P.C.: The exercise of a right is prohibited when it exceeds the limits imposed by good faith or social purpose, constituting an abuse of right; procedural errors are not grounds for appeal if the lower court properly considered the arguments presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1457 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1457/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19/2/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκαίο Σαλκιτζόγλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2750/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 11/2/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί και η δια της αναγκαστικής εκτελέσεως επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή.
Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη. Επομένως: α) εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί δικαιοπραξία ή επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση, αυτή, ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, εφόσον δεν συνάγεται τίποτε άλλο, είναι άκυρη, β) εάν η άσκηση γίνεται με υλική ενέργεια, δικαιούται ο εντεύθεν βλαπτόμενος να ζητήσει την παύση της άσκησης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον και γ) εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, σε αποζημίωση.
Από τα παραπάνω εκτεθέντα συνάγονται και τα μέσα αμύνης κατά της καταχρήσεως δικαιώματος. Έτσι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται: 1) να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η δικαιοπραξία ή η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη ως καταχρηστική, 2) να εγείρει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, αν η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας και 3) να προβάλει ένσταση, αντένσταση κλπ, εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (ΟλΑΠ 16/2006).
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατ' εκτίμηση των εκτιθέμενων σ' αυτή και αναφερόμενων στο αναιρετήριο πραγματικών περιστατικών, ισχυρίζονται τα εξής:
Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Πετράκη απέκτησαν από την εταιρία με την επωνυμία Εθνική Κεφαλαίου ΑΕ Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού μία χρονικά διαιρεμένη ιδιοκτησία στο ξενοδοχείο ..., το οποίο είναι μέρος συγκροτήματος ξενοδοχείων που βρίσκεται στη ... . Η ως άνω χρονομεριστική μίσθωση που αφορούσε το με αριθμό ...
διαμέρισμα του πρώτου ορόφου για την 34η εβδομάδα έγινε σε εκτέλεση του από 20-2-1993 ιδιωτικού συμβολαίου, καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες τα συμφωνηθέντα χρήματα για την απόκτηση του χρονομεριδίου, το συμβόλαιο δε που υπογράφηκε μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ οι ενάγοντες άρχισαν να κάνουν χρήση του διαμερίσματος καταβάλλοντας τα ετήσια λειτουργικά έξοδα.
Την άδεια για τη σύναψη χρονομεριστικών συμβάσεων μισθώσεως κατά τις διατάξεις του ν. 1652/1986 είχε λάβει από τον ΕΟΤ η αρχική ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου εταιρία με την επωνυμία "Τουριστική, Γεωργική, Εξαγωγική ΑΕ" με το διακριτικό τίτλο ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ. Το έτος 1997 η ως άνω αρχική ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου με την 915/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του άρθρου 46α του ν 1892/1990, ειδική δε εκκαθαρίστρια ορίστηκε, με την ίδια απόφαση, η εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού" με την οποία υπέγραψαν το συμβόλαιο οι ενάγοντες το έτος 1998.
Κατά τον πλειοδοτικό διαγωνισμό που επέσπευσε η ως άνω ειδική εκκαθαρίστρια αναδείχθηκε πλειοδότρια η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. Η τελευταία (ΕΤΕ) είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα να υποδείξει τρίτο ή τρίτους για τη μεταβίβαση σ' αυτούς του ενεργητικού της εταιρίας που είχε τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση, υπέδειξε για τον σκοπό αυτό την αναιρεσείουσα θυγατρική αυτής εταιρία, και με το ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χρουσαλά, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάστηκε στην τελευταία το σύνολο του παραπάνω ενεργητικού. Κατά τον πρώτο χρόνο που η αναιρεσείουσα - εναγομένη ήταν ιδιοκτήτρια του συγκροτήματος που περιλάμβανε και τα χρονομισθωμένα διαμερίσματα, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την ισχύ των επίδικων χρονομεριστικών μισθώσεων και δεν παρεμπόδισε τη χρήση των μισθίων διαμερισμάτων από τους ενάγοντες χρονομισθωτές, αλλ' αντιθέτως συμπεριφέρθηκε ως εκμισθώτρια που είχε υπεισέλθει πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις ανωτέρω συμβάσεις και τους παρείχε τις συμφωνημένες υπηρεσίες, ενώ εισέπραττε και τις συναφείς κοινόχρηστες δαπάνες και γενικά συμπεριφερόταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε όχι μόνο αναγνώριζε την ύπαρξη των χρονομισθωτών, αλλά επιπλέον με δικές της ενέργειες και πρωτοβουλίες δημιουργούσε την εντύπωση ότι θα έλυνε τα χρόνια προβλήματα του ξενοδοχειακού συγκροτήματος προς όφελός τους.
Τον Απρίλιο του έτους 2000 όμως η αναιρεσείουσα - εναγομένη επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των εναγόντων κοινοποιώντας αντίγραφο εξ απογράφου του ... συμβολαίου μεταβίβασης ενεργητικού και στη συνέχεια την ... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης και από τότε παρεμποδίζονται στη χρήση του διαμερίσματος, ισχυριζόμενη ότι δεν δεσμεύεται από τη χρονομεριστική μίσθωση, την οποία θεωρεί άκυρη ως αντικείμενη στις διατάξεις των νόμων 4112/29, 1892/1990 και 2358/97.
Οι ενάγοντες ακόμη ισχυρίζονται ότι η αναιρεσείουσα-εναγομένη σε συνεργασία με τις δανείστριες τράπεζες και την ειδική εκκαθαρίστρια (θυγατρική και αυτή της ΕΤΕ) πέτυχαν με τις μεθοδεύσεις τους να τους εκδιώξουν από το διαμέρισμά τους, η συμπεριφορά τους δε είναι αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενόψει του ότι αυτοί (χρονομισθωτές) δεν είχαν καμία ενημέρωση για τη νομικά περιπεπλεγμένη πραγματική κατάσταση των συμβάσεων, από τη δανείστρια τράπεζα, την ειδική εκκαθαρίστρια και την αναιρεσείουσα-εναγομένη.
Η τελευταία, η οποία απέκτησε το ξενοδοχείο μετά από διεθνή διαγωνισμό, όφειλε να είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη των χρονομισθώσεων, αφού τηρούνται γι' αυτές κανόνες δημοσιότητας, και να είχε ενημερώσει και τους ενάγοντες για τα νομικά προβλήματα, αλλά αυτή προτίμησε τη σιωπή, η οποία καλύπτει πρόθεση σκόπιμης παραπλάνησης.
Αντί της ανωτέρω ενημέρωσης η αναιρεσείουσα-εναγομένη ζήτησε από τους ενάγοντες α) να της καταβάλουν τα κοινόχρηστα των ετών 1999-2000, β) απέστειλε το αντίστοιχο τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, γ) απέστειλε προϋπολογισμό εξόδων για την περίοδο 1-11-1999 έως 31-10-2000, δ) απέστειλε επιστολή πρόσκληση το 2000, με την οποία τους κάλεσε να συμμετάσχουν σε γενική συνέλευση για τα θέματα των χρονομισθωτών, και ε) τους διαβεβαίωσε ρητώς και εγγράφως ότι θα τιμήσει όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις της με την από 19 Οκτωβρίου επιστολή της.
Με αυτά τα δεδομένα ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης, ενόψει της ανωτέρω εκτιθέμενης αντιφατικής συμπεριφοράς της, υπερβαίνει εμφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, προκαλώντας την εντύπωση έντονης αδικίας σε βάρος τους και επομένως είναι άκυρη (παράνομη) ως καταχρηστική, ζητούν δε λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς να υποχρεωθεί να τους αποζημιώσει, προσδιορίζοντας τη ζημία τους, και να τους καταβάλει και χρηματική ικανοποίηση.
Η ως άνω βάση της ένδικης αγωγής είναι επαρκώς ορισμένη και στηρίζεται στα άρθρα 281 και 914, 297, 298, 932 του ΑΚ, αφού όλα τα ανωτέρω περιστατικά, που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής, αναφέρονται σε συμπεριφορά της αναιρεσείουσας-εναγομένης και όχι των τρίτων και ειδικότερα των ενυποθήκων τραπεζών. Το Εφετείο, συνεπώς, που έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ούτε έλαβε προς τούτο υπόψη ισχυρισμούς, που δεν προτάθηκαν με την αγωγή ή απαραδέκτως προτάθηκαν κατ' έφεση και συγκεκριμένα ισχυρισμό για αποδυνάμωση δικαιώματος της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ, 14 και 8 ΚΠολΔ.
Ο πρώτος λόγος, επομένως, της αναίρεσης από τις πλημμέλειες αυτές, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την ανωτέρω από την αδικοπραξία βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τουριστική-Γεωργική-Εξαγωγική ΑΕ", με το διακριτικό τίτλο "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ" (ΤΓΕ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ), η οποία είχε την έδρα της στη ..., ήταν κυρία ενός ξενοδοχειακού συγκροτήματος που βρίσκεται στην περιφέρεια ... (στη ...) ... .
Η εταιρία αυτή, αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, αλλά και για την καλύτερη εκμετάλλευση της επιχειρήσεώς της από το έτος 1991 προέβη, κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 1652/1986 και μετά από σχετική άδεια του ΕΟΤ, στη σύναψη πολλών συμβάσεων χρονομεριστικών μισθώσεων, παραχωρώντας με αυτές τη χρήση διαμερισμάτων των ξενοδοχείων της για μεγάλα χρονικά διαστήματα (διάρκειας 40 έως 50 ετών) αντί μισθώματος.
Όλες οι συμβάσεις καταρτίστηκαν νομότυπα, δηλαδή με συμ/κό έγγραφο και μεταγραφή του. Το έτος 1997 η ως άνω εταιρία με την υπ' αριθμ 915/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης τέθηκε υπό εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, ειδική δε εκκαθαρίστρια ορίστηκε, με την ίδια απόφαση, η εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΩΝ.
ΕΤΑΙΡΙΑ Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού" (Εθνική Κεφαλαίου), η οποία αποτελεί θυγατρική εταιρία της τράπεζας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ". Το έτος 1998 οι ενάγοντες, δυνάμει της υπ' αριθμ ... συμ/κής πράξεως του συμ/φου Αθηνών Αθ. Πετράκη, που νόμιμα μεταγράφηκε, κατήρτισαν με την παραπάνω ειδική εκκαθαρίστρια χρονομεριστική μίσθωση, κατά την οποία η τελευταία, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της, εκμισθώνει μέχρι τις 31-12-2040 και επί μία εβδομάδα κάθε έτος (και δη την 34η εβδομάδα) το αναφερόμενο υπ' αριθμ ...
δωμάτιο του ξενοδοχείου ... του παραπάνω συγκροτήματος της υπό εκκαθάριση (τότε) εταιρίας "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ", αντί συμφωνηθέντος μισθώματος, για όλη τη χρονική περίοδο, 2.359.800 δρχ (ήδη 6.925,31 ευρώ), το οποίο και είχε ήδη (κατά την κατάρτιση της σύμβασης) προκαταβληθεί. Η κατάρτιση της σύμβασης αυτής έγινε σε εκτέλεση του από 20-2-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού (προσυμφώνου) χρονομεριστικής μίσθωσης, το οποίο οι ενάγοντες κατήρτισαν με την ως άνω εταιρία "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ" πριν αυτή τεθεί ειδική εκκαθάριση.
Οι ενάγοντες από την υπογραφή του προσυμφώνου (το έτος 1993) έκαναν χρήση του ως άνω διαμερίσματος. Τη χρήση αυτού συνέχισαν και κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως, καταβάλλοντας κάθε έτος και τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις δαπάνες λειτουργίας και συντήρησης του χρονομισθωμένου διαμερίσματος. Στη συνέχεια η ειδική εκκαθαρίστρια προέβη σε διακήρυξη διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού για την πώληση του συνόλου του ενεργητικού της ως άνω υπό εκκαθάριση εταιρίας "ΤΓΕ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ".
Κατά το διαγωνισμό αυτόν, που έγινε τον Ιανουάριο του έτους 1999, αναδείχθηκε πλειοδότρια η παραπάνω Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Η τελευταία, όπως είχε δικαίωμα, υπέδειξε την πρώτη εναγόμενη εταιρία (θυγατρική της εταιρία), στην οποία με το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο της συμ/φου Θεσ/νίκης Ιω. Μπιλίση-Χρουσαλά, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβιβάστηκε το σύνολο του ενεργητικού της ως άνω υπό εκκαθάριση εταιρίας.
Σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με τη μεταβίβαση αυτή, η πρώτη εναγόμενη δεν υπεισήλθε στην επίδικη χρονομεριστική μίσθωση στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας και δεν δεσμευόταν απ' αυτή γιατί θεωρείται (η μίσθωση) ως στοιχείο του παθητικού (και όχι του ενεργητικού) της εκκαθαρισθείσης εταιρίας "ΤΓΕ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ".
Όμως, η πρώτη εναγόμενη κατά τον πρώτο χρόνο (1999) που απέκτησε το ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης εταιρίας και ήταν ιδιοκτήτρια του όλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος που περιλάμβανε και το χρονομισθωμένο διαμέρισμα, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την ισχύ της επίδικης χρονομίσθωσης (αλλά και πολλών χρονομισθώσεων) και δεν παρεμπόδισε τη χρήση του μισθίου διαμερίσματος από τους ενάγοντες χρονομισθωτές, αλλά αντιθέτως από την αρχή, σιωπηρά ή και εγγράφως, αναγνώρισε την επίδικη χρονομεριστική μίσθωση και συμπεριφέρθηκε ως εκμισθώτρια που είχε υπεισέλθει πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την παραπάνω σύμβαση και τους παρείχε τις συμφωνημένες υπηρεσίες, ενώ εισέπραττε και τις συναφείς κοινόχρηστες δαπάνες του μισθίου δωματίου.
Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη κατά τη μεταβίβαση γνώριζε για την ύπαρξη της επίδικης σύμβασης (αλλά και των εν γένει χρονομεριστικών μισθώσεων) και από την αρχή (Ιανουάριο 1999) θεωρούσε τις μισθώσεις αυτές στοιχεία του ενεργητικού της εκκαθαρισθείσας εταιρίας και ότι έτσι απέκτησε και αυτές. Γνώση αυτών (των συμβάσεων μισθώσεως) ως στοιχείο, μάλιστα, του ενεργητικού προκύπτει από το γεγονός ότι η ειδική εκκαθαρίστρια εταιρία στις σχετικές διακηρύξεις της για τη μεταβίβαση του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση (τότε) εταιρίας και στις εν γένει ενημερώσεις των ενδιαφερομένων αγοραστών περιείχε τις χρονομισθώσεις στη συνοπτική περιγραφή του ενεργητικού της παραπάνω εταιρίας.
Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, η ειδική εκκαθαρίστρια κατά τα έτη 1998-1999 κατήρτισε και άλλες συμβάσεις χρονομίσθωσης σε εκτέλεση σχετικών προσυμφώνων που είχε συνάψει η εκκαθαρισθείσα εταιρία πριν το έτος 1997, ενώ η ίδια το Δεκέμβρη του έτους 1998 με επιστολή της ενημέρωνε τους ενάγοντες ότι οι χρονομισθώσεις ανήκουν στο ενεργητικό της υπό εκκαθάριση εταιρίας και θα μεταβιβαστούν στην πρώτη εναγόμενη εταιρία.
Επί πλέον παραχωρώντας τη χρήση του μισθίου διαμερίσματος εισέπραττε και τις κοινόχρηστες δαπάνες. Κυρίως, όμως, η πρώτη εναγόμενη με το από 19-10-1999 έγγραφό της (επιστολή) προς τους ενάγοντες γνωστοποιούσε, κατ' αρχήν, την επελθούσα μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και στη συνέχεια τους διαβεβαίωσε για την πρόθεσή της να τιμήσει όλες τις υποχρεώσεις της προς αυτούς, αλλά και για τη διάθεσή της να συμβάλει στην εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών συνθηκών κατά τη χρήση του μεριδίου καθενός απ' αυτούς και τους κάλεσε για την από κοινού αντιμετώπιση των όποιων τυχόν προβλημάτων, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι θεωρεί την τήρηση του νόμου και των μεταξύ τους συμβατικών υποχρεώσεων ακρογωνιαίο λίθο της συνεργασίας τους.
Επιπρόσθετα, συνέχισε να τους επιτρέπει τη χρήση, τους ενημέρωνε για τα ετήσια έξοδα συντήρησης του έτους 1999 και τους κάλεσε να καταβάλουν το ποσό που αναλογεί σ' αυτούς. Γνωστοποίησε σ' αυτούς (και τους εν γένει χρονομισθωτές) τον απολογισμό της διαχειριστικής περιόδου 1998-1999 με την έκθεση ελέγχου του Ορκωτού λογιστή-ελεγκτή.
Αλλά και μετά τη μεταβίβαση (στις 24-12-1999) του συνόλου των μετοχών της πρώτης εναγομένης από τους μέχρι τότε μετόχους ΕΤΕ, ΕΤΒΑ και ΕΤΕΒΑ στις εταιρίες "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ" και "ΜΟΧΛΟΣ ΑΕ", η διοίκηση (όπως αυτή συγκροτήθηκε από τους νέους μετόχους) της πρώτης εναγομένης κάλεσε τους ενάγοντες στη συνέλευση των χρονομισθωτών για τον Ιανουάριο 2000 και τους ενημέρωσε για την επαναληπτική συνεδρίαση της 5-2-2000, με θέματα την έγκριση απολογισμού εσόδων.
Μάλιστα στις 21-1-2000 το ΔΣ της πρώτης εναγομένης αποφάσισε να εκπροσωπηθεί στη γενική συνέλευση των χρονομισθωτών της 5-2-2000, όπως και πράγματι συμμετείχε δια των εκπροσώπων της στην παραπάνω γενική συνέλευση, χωρίς σ' αυτή να αμφισβητηθεί το δικαίωμα των εν γένει χρονομισθωτών για τη χρήση των διαμερισμάτων.
Όμως, παρά το γεγονός ότι η πρώτη εναγόμενη με τις παραπάνω ενέργειες και την προεκτεθείσα συμπεριφορά της αναγνώρισε εμπράκτως και επανειλημμένως την ισχύ της επίδικης χρονομεριστικής μίσθωσης και δημιουργήθηκε έτσι στους ενάγοντες η πεποίθηση ότι υπεισήλθε στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας και δεν πρόκειται να αμφισβητήσει το κύρος της μίσθωσης αυτής, από το Μάρτιο του έτους 2000 άρχισε να αμφισβητεί το μισθωτικό δικαίωμα των χρονομισθωτών (και των εναγόντων) και λίγο αργότερα, τον Απρίλιο του έτους 2000, επέδωσε σ' αυτούς απόγραφο εκτελεστό του παραπάνω μεταβιβαστικού συμβολαίου και στις 11-5-2000 τους απέβαλε από τη χρήση του μισθίου διαμερίσματος του ξενοδοχείου της.
Από τότε (Μάιο 2000), η πρώτη εναγόμενη, υποστηρίζοντας ότι δεν δεσμεύεται από την επίδικη μίσθωση, δεν επιτρέπει στους ενάγοντες να χρησιμοποιούν, κατά τη σύμβαση, το αναφερόμενο διαμέρισμα, αν και αυτοί, όπως αναφέρθηκε, είχαν ήδη προκαταβάλει το ποσό των 2.359.800 δρχ, ως συνολικό μίσθωμα για τη χρήση του διαμερίσματος μέχρι και το έτος 2040, γεγονός που έχει γι' αυτούς δυσμενείς επιπτώσεις.
Με αυτά τα δεδομένα η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της πρώτης εναγομένης (να αποβάλει δηλαδή τους ενάγοντες από τη χρήση του μισθίου γιατί, κατά τα παραπάνω, η επίδικη μίσθωση αποτελεί στοιχείο του παθητικού της εκκαθαρισθείσας εταιρίας και άρα με τη μεταβίβαση του ενεργητικού αυτής δεν υπεισήλθε η εναγόμενη στη μίσθωση και δεν δεσμεύεται απ' αυτή), ενόψει και της προεκτεθείσας αντιφατικής συμπεριφοράς της, δεν είναι ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς είναι καταχρηστική και απαγορευμένη.
Άρα, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η συγκεκριμένη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος συνιστά παράβαση νόμου και αποτελεί παράνομη πράξη. Από την παράνομη αυτή πράξη της πρώτης εναγομένης οι ενάγοντες με υπαιτιότητα της τελευταίας, ζημιώθηκαν το ποσό που κατέβαλαν ως μίσθωμα και αντιστοιχεί στη συμφωνηθείσα χρήση κατά το χρονικό διάστημα 2000-2040.
Για την αποκατάσταση αυτής της ζημίας είναι υπόχρεη η πρώτη εναγόμενη, γιατί, με όσα αναφέρθηκαν, στην περίπτωσή μας συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας ... . Τέλος, από την ως άνω άδικη πράξη της πρώτης εναγομένης, με την οποία προσβάλλεται το δικαίωμα των εναγόντων να απολαύσουν τις διακοπές τους, με τον τρόπο που αυτοί επιθυμούσαν κατά τους όρους της επίδικης σύμβασης χρονομίσθωσης και παραβιάζονται συναλλακτικές υποχρεώσεις και οι γενικές ρήτρες και αρχές του δικαίου (της ενημέρωσης) των συμβαλλομένων, της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη και πρέπει να επιδικαστεί σε καθέναν απ' αυτούς το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην προηγούμενη αιτιολογία διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι με όσα αναπτύσσονται στις παραδοχές του η αντιφατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας- εναγομένης (μη ενημέρωση για τα νομικά προβλήματα, αλλά αντίθετα επίδειξη παραπλανητικής συμπεριφοράς που δημιουργεί εντύπωση αναγνώρισης των συμβατικών υποχρεώσεων, η αξίωση συμμόρφωσης των εναγόντων με τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις και η μετά τη συμμόρφωση αυτή μη αναγνώριση της ισχύος των συμβάσεων και αποβολή αυτών από το χρονομισθωμένο διαμέρισμα) δεν είναι ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά, αντίθετα, έρχεται σε αντίθεση προς αυτά, συνεπαγόμενη τα καθοριζόμενα στην απόφαση επαχθή για τους αναιρεσιβλήτους αποτελέσματα, πληροί τους όρους της αδικοπραξίας και θεμελιώνει αξίωση για αποζημίωση και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.
Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας και της εντεύθεν αδικοπραξίας καθώς και για τις ζημιογόνες συνέπειες αυτής για τους ενάγοντες. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον με τις κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις της προβληθέντα ισχυρισμό ότι η από 19-10-1999 επιστολή προς τους αναιρεσιβλήτους, με την οποία το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αναγνώρισε την ισχύ της ένδικης χρονομίσθωσης, δεν υπογράφεται από νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας.
Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, διότι δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά συνιστά άρνηση του ουσιώδους ισχυρισμού, ότι το επίμαχο έγγραφο έχει εκδοθεί από την αναιρεσείουσα και επομένως ο λόγος αυτός πρωτίστως είναι απαράδεκτος? σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε με την περί του αντιθέτου παραδοχή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Μαϊου 2007 αίτηση της Ανώνυμης Τουριστικής Τεχνικής Βιομηχανικής Εταιρείας ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ για αναίρεση της 2760/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ