Legislator Case Law & Legislation
1457/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding land distribution in urban planning scheme under Greek law.

Case Number 1457/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Court of Ioannina's decision on the distribution of land parcels within an urban planning scheme. The appellants argued that the lower court erred in factually assessing the land's status and obligations under specific zoning laws. The court rejected this claim, ruling that the Regional Court's evaluation of the land's integration into the plan and its resulting financial liabilities was a matter of factual assessment not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The appellate court cannot overturn the lower court's assessment of factual circumstances regarding the legal status and obligations of land parcels within an urban planning scheme.

Keywords

AI generated
urban planning scheme land distribution factual assessment appellate review zoning obligations property rights civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Law 1337/1983
Law 17-7/16-8-1923

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1457 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1457/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 2. ..., 3. ..., 4. ... και 5. ..... Η 1η και 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου και οι 3η, 4η και 5ο εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., 2. .... και 3. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φαρμάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/1996 προδικαστική, 244/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2002, 267/2002 προδικαστικές, 312/2004 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 2-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατ άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων, που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου και εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως είναι και η καλλιέργεια, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής τον πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας.

Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 974,1041,1042,1043, 1045,1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, από δε τις διατάξεις των άρθρων 64, 65 ΕισΝΑΚ συνάγεται, ότι, σε περίπτωση που ο χρόνος χρησικτησίας του μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο χρόνο του Κώδικα, η χρησικτησία συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος του έως την εισαγωγή του ΑΚ δικαίου.

Εξάλλου, από τις διατάξεις τόσο του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου (ν.8 παρ.1 κωδ.7.39, ν.9 παρ.1 Βασ. (50.14) ν. 5 κωδ.7.34, ν.42 πανδ. 41.2, ν.28 πανδ. 10.3) όσο και των άρθρων 980, 982, 994, 1113, 1884ΑΚ, προκύπτει ότι μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ολόκληρο ή πλέον της μερίδας του.

Τέτοια γνωστοποίηση μπορεί να γίνει είτε σιωπηρώς με πράξεις που εμφαίνουν την απόφαση αυτή του συγκυρίου, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει είτε από σχετική δήλωση εκείνου που αντιποιείται την νομή είτε από αλλού και έτσι αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οπουδήποτε και αν προέρχεται.

Τέλος, κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή τέτοιου κανόνα, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη αγωγή, ζήτησαν την αυτούσια διανομή των επίδικων κοινών αγροτικών ακινήτων, που περιγράφονται κατά θέση και όρια, ήτοι ενός αμυγδαλεώνα, εμβαδού 16 στρεμμάτων και μίας αμπέλου,2 περίπου στρεμμάτων.

Προς θεμελίωση του δικαιώματός τους συγκυριότητας επ' αυτών ισχυρίσθηκαν, ότι τα ακίνητα αυτά ανήκαν κατά κυριότητα, από τουρκοκρατίας, στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Γ, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1914 και κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα πέντε τέκνα του, Γ1, Γ2, Γ3, Γ4 και Γ5, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία, στην οποία ανήκαν και τα εν λόγω ακίνητα, κατά τον χρόνο θανάτου του, με ανάμειξη και εμφανείς υλικές πράξεις, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου το καθένα.

Όλοι οι κληρονόμοι ασχολήθηκαν αρχικά με την καλλιέργεια του αμυγδαλεώνα και του αμπελιού και κατά την χρονική περίοδο 1919-1920 οι δύο αδελφές, Γ4 και Γ5, δώρισαν άτυπα το ποσοστό τους στην ως άνω κληρονομία στον αδελφό τους Γ1 .Επίσης το έτος 1953 η Γ3α, θυγατέρα και μοναδική κληρονόμος του κατά το έτος 1938 αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, Γ3 μεταβίβασε, λόγω πώλησης, το μερίδιο του πατέρα της στον Γ1, με το .....

συμβόλαιο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι, ο Γ1, αφότου περιήλθαν, με τον ανωτέρω τρόπο, στην κατοχή του τα κληρονομιαία ακίνητα, κατά τα ως άνω ποσοστά, νεμήθηκε αυτά ,με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 και έκτοτε με διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατό του στις 23-12-1957,κατά δε το ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, που μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, εκμεταλλευόμενος τις αμυγδαλιές στο πρώτο ακίνητο και καλλιεργώντας συστηματικά το αμπέλι στο δεύτερο και έτσι κατέστη κύριος των επιδίκων, κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου συγκύριος ήταν ο αδελφός του Γ2, δικαιοπάροχος των εναγομένων.

Ο Γ1 κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Γ1α και τα τέκνα του, ενάγοντες. Το έτος 1984 απεβίωσε η Γ1α, η οποία, με την ..... δημόσια διαθήκη της του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, όπως στην αγωγή αναφέρεται, κατέλιπε κληρονόμο της τον πρώτο ενάγοντα Όλοι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατέρα τους, με την .....

δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων, Δέσποινας Γερμανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την ίδια δε πράξη αποδέχθηκαν, για λογαριασμό της θανούσας μητέρας τους, την κληρονομία του συζύγου της, ενώ ο πρώτος ενάγων ,με την ..... πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας του.

Τόσο οι ενάγοντες, όσο και η μητέρα τους μέχρι τον θάνατό της, νέμονταν τα επίδικα ακίνητα με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ήτοι με τα ως άνω συμβόλαια αποδοχής της κληρονομίας, κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου, ασκώντας τις ως άνω διακατοχικές πράξεις, και έτσι έγιναν συγκύριοι των επιδίκων, κατά ποσοστό 40/100 ο πρώτος και 20/100 ο καθένας των λοιπών εξ αυτών, με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή, από κληρονομία του πατέρα τους Γ1 και επιπλέον, ο πρώτος εξ αυτών, της μητέρας τους, καθώς και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε ως αληθή τα ανωτέρω περιστατικά, έκρινε ότι όλοι οι κληρονόμοι του ανωτέρω απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Γ ασχολήθηκαν αρχικά με την καλλιέργεια του αμυγδαλεώνα και του αμπελιού, στη συνέχεια, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ψ, από το 1920, αφότου περιήλθαν με τον ανωτέρω τρόπο στην κατοχή του τα κληρονομιαία ακίνητα, κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά, νεμήθηκε αυτά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, εκμεταλλευόμενος τις αμυγδαλιές στο πρώτο ακίνητο και καλλιεργώντας συστηματικά το αμπέλι στο δεύτερο και έτσι έγινε συγκύριος κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, κατά τα ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας ο καθένας, με τον ως άνω παράγωγο τρόπο και με τακτική χρησικτησία, απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως, Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του β.ρ δικαίου και τις διατάξεις των άρθρων 64, 65 ΕισΝΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, προκειμένου να κρίνει την κτήση της κυριότητας επί των 3/5 εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 974,1041,1042, 1051ΑΚ τις οποίες επίσης εφάρμοσε, προκειμένου να κρίνει την κτήση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, επί του 1/5 εξ αδιαιρέτου των ίδιων ακινήτων, καθώς και των τελευταίων επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων αυτών, με τακτική χρησικτησία, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού στα ουσιώδη αυτά ζητήματα της κτήσης της κυριότητας των επιδίκων από το δικαιοπάροχο των εναγόντων και από τους τελευταίους διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο μεν δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε την κυριότητα, κατά τα 3/5 εξ αδιαιρέτου, των ανωτέρω ακινήτων, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτά, μόνος, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, από το 1920 και εφεξής έως και, τουλάχιστον, τέλος του έτους 1950, οπότε συμπληρώθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 64,65ΕισΝΑΚ ο απαιτούμενος προς τούτο, από τις προεκτεθείσες διατάξεις του β.ρ δικαίου, χρόνος των τριάντα ετών, καθώς και την κυριότητα αυτών, κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη και τακτική χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτά, κατά το ποσοστό τούτο, από τον χρόνο της μεταβίβασής τους προς εκείνον, με το ....

συμβόλαιο, από την μοναδική κληρονόμο, θυγατέρα του αποβιώσαντος αδελφού του και νομέα των ακινήτων αυτών κατά το ποσοστό αυτό, Γ3, Γ3α, έως και τον θάνατό του (23-12-1957), με συνυπολογισμό του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του αυτών, οι δε ενάγοντες, απέκτησαν τη συγκυριότητα, επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων, με παράγωγο τρόπο, ήτοι με τις ανωτέρω αναφερόμενες κληρονομικές διαδοχές, καθώς και με τακτική χρησικτησία, ως νεμηθέντες αυτά, κατά το αναλογούν στον καθένα από αυτούς ιδανικό μερίδιο επί των ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστών, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας επί μία τουλάχιστον δεκαετία.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, έβδομο μέρος, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, έκτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι, με την παραδοχή του ότι οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχος αυτών Γ1, απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα, με χρησικτησία, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, και κατά τα ανήκοντα στις αδελφές του τελευταίου Γ4 και Γ5 εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του β.ρ δικαίου και του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρέπεται στον συγκύριο ή στον συγκληρονόμο, ο οποίος κατέχει ολόκληρο το κοινό ακίνητο να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκυρίων έκτακτη χρησικτησία προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομα του ολόκληρο ή πλέον της μερίδας του, πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι οι ανωτέρω νεμήθηκαν τα επίδικα ακίνητα και κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας των Γ4 και Γ5 ,οι οποίες είχαν προβεί σε άτυπη παραχώρηση της νομής τους στον αδελφό τους Γ1 και, επομένως, αφού εκείνες τελούσαν σε γνώση για την αντιποίηση της νομής τους από τον κατέχοντα τα κοινά ακίνητα αδελφό τους, δεν απαιτείτο ο τελευταίος να καταστήσει γνωστό σ' αυτές, ότι νέμεται και το ιδανικό τους μερίδιο επί του κοινού ακινήτου για ίδιο αυτού λογαριασμό.

Ο συναφής προς αυτόν δεύτερος λόγος αναίρεσης, όγδοο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, η μητέρα αυτών, καθώς και οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε γνωστοποίηση προς τον δικαιοπάροχο αυτών, Γ2 και τους διαδόχους του, ότι νέμονται τα κοινά ακίνητα και κατά τα ανήκοντα στις ανωτέρω Γ4 και Γ5 εξ αδιαιρέτου μερίδια, για δικό τους λογαριασμό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείτο να γίνει προς το δικαιοπάροχο των εναγομένων, καθώς και προς τους τελευταίους, των οποίων τη νομή επί των κοινών ακινήτων δεν αντιποιήθηκαν οι ενάγοντες και οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι αυτών, και ως εκ τούτου ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι δεν είναι θεμελιωτικός ένστασης ή αντένστασης, ώστε η μη λήψη υπόψη τούτου από το δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.8βΚΠολΔ,πρώτο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων περί αοριστίας της επί παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων στηριζόμενης βάσης της αγωγής, Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι πλήττει έρεισμα της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, το οποίο στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη προβάλλεται, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκε αοριστία της αγωγής ως προς την κτήση της κυριότητας του ακινήτου, από τον ως άνω δικαιοπάροχο των εναγόντων ,με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τις ανωτέρω παραδοχές της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο λόγος αυτός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε εκ του πράγματος, με την παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατά τη βάση της αυτή.

Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, παραβίαση των σ' αυτόν ειδικότερα μνημονευόμενων ουσιαστικών διατάξεων του β.ρ δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικώς με την υπεισέλευση των θυγατέρων του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Γ, Γ5 και Γ4, λόγω μη ρητής ή σιωπηρής (με οποιοδήποτε τρόπο) ανάμειξης από μέρους αυτών στην κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα τους.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι πλήττει αιτιολογίες της απόφασης που εκφέρθηκαν εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη, κύρια αιτιολογία, ως προς την κτήση της κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων από το δικαιοπάροχο των εναγόντων Ψ με έκτακτη χρησικτησία, η οποία στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, και ως προς την οποία απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των, ειδικότερα, επίσης, μνημονευομένων σ' αυτόν διατάξεων του β.ρ. δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες, αποκλείονται της πατρικής κληρονομίας οι θυγατέρες που προικίσθηκαν από τον πατέρα τους, όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη με τις ανωτέρω δύο θυγατέρες του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, Γ5 και Γ4, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό αναίρεσης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αλυσιτελής , διότι πλήττει έρεισμα της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, το οποίο στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ` ένα από αυτά.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο, τρίτο μέρος, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε στο προσκομισθέν από τους αναιρεσείοντες από ...... ιδιωτικό προικοσύμφωνο την αποδεικτική δύναμη που προβλέπει το άρθρο 445 ΚΠολΔ, αναφορικώς με το ότι συνεστήθη προίκα από τον Γ υπέρ της θυγατέρας του Γ5.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω έγγραφο μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτικό θέμα, εκτίμησε αυτό ελεύθερα κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ` είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, εκτός των άλλων και, ως δικαστικά τεκμήρια, τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο, τέταρτο μέρος, αναίρεσης έγγραφα, ήτοι τα ......,....,....

και .... προικοσυμβόλαια των αναφερόμενων στον λόγο αυτό συμβολαιογράφων καθώς και το .... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Ιωαννίνων. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από την αυτή διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ,με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω από .... ιδιωτικό προικοσύμφωνο, καθώς και ο αυτός λόγος αναίρεσης, πέμπτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραμόρφωσης, από το ίδιο Δικαστήριο, του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, πρέπει να απορριφθούν, λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11α ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνα από τα οποία λείπει κάποια προϋπόθεση του υποστατού τους ή του παραδεκτού της χρήσης τους.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 387, 388 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εσφαλμένη κρίση των πραγματογνωμόνων ή η μη λήψη υπόψη από αυτούς κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων δεν καθιστούν άκυρη την έκθεσή τους, αφού στο δικαστήριο εναπόκειται να αποδώσει σε αυτή την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, όπως εκτιμήθηκε, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 α ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη την με αριθ. ......

συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη του ....., η οποία διατάχθηκε με την 267/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, διότι μ' αυτήν, αφενός υιοθετήθηκαν οι απόψεις του προηγούμενου πραγματογνώμονα, ο οποίος συνέταξε την ..... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που κηρύχθηκε άκυρη με την αυτήν ως άνω απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, αφετέρου διότι δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους στο λόγο αυτό κρίσιμους ισχυρισμούς και αποδεικτικά στοιχεία των αναιρεσειόντων και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένη κρίση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεν καθιστούν αυτήν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, υπό την έννοια που εκτέθηκε, ώστε η λήψη αυτού υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, καθόσον αυτές δεν αναφέρονται σε ελλείψεις των προϋποθέσεων του υποστατού ή του παραδεκτού της χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, αλλά σε εσφαλμένη κρίση του πραγματογνώμονα, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας.

Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται ως πλημμέλεια παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 947 ΑΚ, 1 παρ.3, 4 και 6,9 παρ.4 και 12 του ν. 1337/1983 "Επέκταση σχεδίων, οικιστικά, ζώνες",καθόσον, τα επίδικα ακίνητα περιλήφθηκαν στην επέκταση του Σχεδίου της πόλης των Ιωαννίνων, το Σχέδιο όμως αυτό δεν ολοκληρώθηκε με την έκδοση της κατά το άρθρ.12 του ως άνω ν.1337/1983 πράξης εφαρμογής, αφού μάλιστα υποβλήθηκαν ενστάσεις από μέρους των αναιρεσειόντων, που έγιναν δεκτές, και το Σχέδιο ανασυντάσσεται, ως εκ τούτου αντικείμενο της διανομής δεν μπορούν να είναι τα πριν την ένταξη στο Σχέδιο ακίνητα, ούτε τα με βάση την ανασυνταχθείσα ήδη πράξη εφαρμογής αρχικώς σχεδιασθέντα, στα οποία στηρίχθηκε ο πραγματογνώμονας, διότι δεν νοούνται πλέον εκείνα ως πράγματα, αλλά αντικείμενα συναλλαγής, επομένως και διανομής, θα είναι τα νέα ακίνητα που θα προκύψουν απ' αυτές, τα οποία θα οφείλουν εισφορά σε γη και χρήμα, η οποία υπολογίζεται με διαφορετικά ποσοστά με βάση την έκτασή τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του ν. 1337/1983.

Ωστόσο, το Εφετείο διέταξε την αυτούσια διανομή ακινήτων, που δεν προέκυψαν ακόμη ως τέτοια και χωρίς να υπολογισθεί, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του ως άνω νόμου, η υποχρέωση κάθε διανεμόμενου (νέου) ακινήτου ή και των παλαιών (των διανεμητέων) σε εισφορά γης και χρήματος λόγω της ένταξής τους στο Πολεοδομικό Σχέδιο, σύμφωνα με τα ειδικότερα στο λόγο αυτό αναίρεσης εκτιθέμενα, αλλά θεώρησε τα εναπομένοντα οικόπεδα ως να ήταν πλήρως απαλλαγμένα υποχρεώσεων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκλησή του, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ.561 παρ.1), το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτό, ότι τα διανεμητέα επίδικα ακίνητα έχουν ενταχθεί στο Σχέδιο της πόλης των Ιωαννίνων και έτσι έχουν καταστεί οικόπεδα, έχουν αριθμό στον Κτηματολογικό Πίνακα ....

και .....,εκτείνονται, το πρώτο, στα Ο.Τ. ..., .... και ... και το δεύτερο στο Ο.Τ. ..., το πρώτο εμπίπτει στις διατάξεις του ν.1337/1983 και οφείλει εισφορά σε γη και χρήμα, αλλά έχει και υποχρεώσεις και δικαιώματα, που προκύπτουν από τη σύνταξη της πράξης αναλογισμού υποχρεώσεων λόγω ρυμοτομίας στο πρόσωπό του επί της οδού ......, ενώ το δεύτερο εμπίπτει στις διατάξεις του ν.δ. 17-7/16-8-1923 και δεν οφείλει εισφορά σε γη και χρήμα, αλλά οι υποχρεώσεις προκύπτουν από τη σύνταξη των πράξεων αναλογισμού υποχρεώσεων λόγω ρυμοτομίας στους δρόμους που έχει πρόσωπο, ότι ως προς το τελευταίο το τελικό εναπομένον εμβαδόν του, μετά τη ρυμοτομία, δεν επηρεάζεται όπως και τα ποσοστά συνιδιοκτησίας του, ενώ στο πρώτο ακίνητο τα ποσοστά συνιδιοκτησίας στο εναπομένον, μετά τη ρυμοτομία, εμβαδόν αλλάζουν ανάλογα με την οφειλόμενη εισφορά του κάθε συνιδιοκτήτη.

Ακολούθως, το Εφετείο προέβη στην αυτούσια διανομή των εν λόγω ακινήτων, με το σχηματισμό τόσων άνισων μερίδων, όσες απαιτούνται για να αντιστοιχούν στη μερίδα συμμετοχής των διαδίκων στην κοινωνία, καθώς και την επιδίκαση των ακινήτων στους ίδιους με την καταβολή κάποιων ποσών προς εξίσωσή τους, λαμβάνοντας, ειδικότερα, υπόψη το εμβαδόν του κάθε ακινήτου, τις υποχρεώσεις του σε εισφορά γης και χρήματος, καθώς και το δικαίωμα των διαδίκων στο σύνολο των ακινήτων αυτών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2006 αίτηση των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 312/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις20.5.2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ