1457/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4824/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3068/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιουλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1457/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Full text
Απόφαση 1457 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1457/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δημητρακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4824/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3068/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιουλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Αν λείπει ή αναφέρεται ανεπαρκώς ή ασαφώς κάποιο από τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο και εντεύθεν απορριπτέο ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) τράπεζα εκθέτει στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από της επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, τα ακόλουθα.
Ότι, ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλός της και είχε τοποθετηθεί από τις 18-11-1991 διευθυντής του υποκαταστήματός της στη ...... Αττικής, αφού φρόντισε να μεταφερθούν οι λογαριασμοί των εταιριών "ΒΙΕΝ ΕΠΕ" και "ΣΑΜΑ Α.Ε." από το προηγούμενο υποκατάστημά της στη ....., όπου υπηρετούσε ως διευθυντής, στο κατάστημα της ....., ακολούθως, στις 13-2-1992 εισηγήθηκε και η κεντρική υπηρεσία της τράπεζας ενέκρινε την αύξηση του ορίου χρηματοδοτήσεως προς την εταιρία "ΒΙΕΝ ΕΠΕ" από τα 70 εκατομμύρια στο ποσό των 200 εκατομμυρίων δραχμών, υπό τον όρο ότι οι πέραν του ποσού των 100 εκατομμυρίων δραχμών κίνδυνοι θα καλύπτονταν με νομότυπα εκχωρημένες απαιτήσεις της πιστούχου κατά των πελατών της.
Ότι, όμως ο εναγόμενος Α) από 3-4-1992 έως 16-9-1992 διπλοπλήρωσε όλα τα προσαχθέντα από την εταιρία "ΒΙΕΝ ΕΠΕ" φορτωτικά έγγραφα, την πρώτη φορά κανονικά μέσω της επίσημης καρτέλας και "μία δεύτερη εξολογιστικά", με αποτέλεσμα να χρηματοδοτηθεί η πιστούχος εταιρία με το ποσό των 454.200.000 δραχμών, δηλαδή με 254.200.000 δραχμές πέραν του εγκεκριμένου ορίου των 200.000.000 δραχμών, ενώ τα φορτωτικά έγγραφα που είχαν προσκομισθεί από τον εκπρόσωπο της εταιρίας δεν κάλυπταν το ποσό της χρηματοδότησης πέραν των 100 εκατομμυρίων δραχμών, με συνέπεια να ζημιωθεί η ενάγουσα τράπεζα με το ποσό των 227.300.000 δραχμών.
Β) Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 16-9-1992 μέχρι 1-12-1992 ο εναγόμενος προέβη σε μη σύννομες χορηγήσεις στην άνω εταιρία ποσού 400.000.000 δραχμών, από το οποίο μόνο ποσό 97.000.000 δραχμών καλύφθηκε από φορτωτικά έγγραφα. Ότι, για το υπόλοιπο ποσό ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρίας.... προσκόμισε πλαστά τιμολόγια, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος, ο οποίος χρέωνε αυθαίρετα τους λογαριασμούς των τραπεζών των χωρών του εξωτερικού χωρίς να υπάρχουν παραστατικά για εξαγωγές ώστε να εξασφαλιστεί η ενάγουσα τράπεζα, η οποία τελικά εισέπραξε από τις χρεώσεις ανταποκριτών εξωτερικού 163.000.000 δραχμές και ζημιώθηκε κατά το ποσό των 140.000.000 δραχμών.
Γ) Ότι ο εναγόμενος απέκρυψε από την Κεντρική Υπηρεσία της ενάγουσας τράπεζας ότι το άνοιγμα της πιστούχου ήταν 497, 2 εκατομμύρια δραχμές και παρουσίασε ανακριβή στοιχεία "Position", όπου ανέφερε ότι οι κίνδυνοι ανέρχονταν σε 247.700.000 δραχμές. Ότι, έτσι, απέκρυψε δολίως πως υπήρχε κίνδυνος να μην εισπραχθεί ποσό 249.500.000 δραχμών που είχε αναληφθεί αντικανονικά μέσω λογαριασμών των ανταποκριτών εξωτερικού, από το οποίο ποσό 214.400.000 δραχμών ήταν παντελώς ακάλυπτο.
Και Δ) Ότι, από 27-5-1992 έως 3-12-1992, μολονότι είχε εξαντληθεί το εγκεκριμένο όριο των 50.000.000 δραχμών χρηματοδότησης της εταιρίας "SΑΜΑ Α.Ε.", θυγατρικής της εταιρίας "ΒΙΕΝ ΕΠΕ", ο εναγόμενος συνέχισε να χρηματοδοτεί την εν λόγω εταιρία με διάφορα ποσά συμποσούμενα σε 131.700.000 δραχμές, με αυθαίρετες χρεώσεις των λογαριασμών των ανταποκριτών εξωτερικού.
Και ότι, από το ποσό αυτό καλύφθηκαν τα 104, 3 εκατομμύρια δραχμές με φορτωτικά έγγραφα και απέμεινε ακάλυπτο ποσό 27.400.000 δραχμών. Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα τράπεζα, επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει ως αποζημίωση, το ποσό των 394.700.000 (227.300.000+140.000.000 +27.400.000) δραχμών.
Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή είναι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον Α) αναφορικά με το ως άνω υπό στοιχείο Α κονδύλιο, δεν αναφέρονται σ αυτή (αγωγή) τα προσκομισθέντα από την πιστούχο εταιρία φορτωτικά έγγραφα, τα οποία διπλοπληρώθηκαν και η αξία εκάστου και δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια τι ήταν και με ποιο τρόπο έγινε η αναφερόμενη στην αγωγή "δεύτερη εξολογιστική πληρωμή", ενώ είναι ανεπαρκής και συγκεχυμένη η αναφορά του ύψους της επικαλούμενης ζημίας των 227.300.000 δραχμών, καθόσον δεν μνημονεύεται (στην αγωγή) το ποσό που κάλυπταν τα φορτωτικά έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τον εκπρόσωπο της πιστούχου εταιρίας.
Αναφορικά με το ως άνω υπό στοιχείο Β κονδύλιο δεν αναφέρονται τα προσκομισθέντα από τον εκπρόσωπο της πιστούχου εταιρίας πλαστά τιμολόγια και η αξία καθενός, ενώ δεν προσδιορίζονται σε ποιο ποσό ανέρχονταν οι αυθαίρετες χρεώσεις των λογαριασμών του εξωτερικού. Το υπό στοιχείο Γ κονδύλιο της επικαλούμενης ζημίας των 214.400.000 δραχμών δεν ζητήθηκε με την αγωγή.
Τέλος, καθόσον αφορά το υπό στοιχείο Δ κονδύλιο, δεν καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, εκτός των άλλων, ο τρόπος χρηματοδότησης της εταιρίας "SΑΜΑ Α.Ε." και οι μη σύννομες ενέργειες του εναγομένου ως προς τις χρεώσεις των λογαριασμών ανταποκριτών εξωτερικού. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε την αγωγή αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μορφώσεως ανθρώπου.
Επομένως, δεν είναι δίδαγμα της κοινής πείρας "ο ισχυρισμός ότι όλα τα έγγραφα από μία συγκεκριμένη ημερομηνία μέχρι άλλη συγκεκριμένη ημερομηνία διπλοπληρώθηκαν είναι απόλυτα ορισμένος, διότι τα επικαλούμενα έγγραφα είναι συγκεκριμένα και ο αντίδικος μπορεί να ζητήσει την επίδειξή τους με τις προτάσεις κατά την κύρια δίκη ή και αυτοτελώς, προκειμένου να αμυνθεί κατ αυτών".Κατ ακολουθίαν, ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε το, κατ αυτήν, ως άνω δίδαγμα της κοινής πείρας, αφού παρέλειψε να το χρησιμοποιήσει για να βρει την έννοια του αναφερόμενου κανόνα δικαίου και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1β του Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι τα άνω επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας κατά τα προεκτεθέντα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση ανύπαρκτου διδάγματος της κοινής πείρας και εντεύθεν για ίδρυση του άνω λόγου αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.
Κατ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. Μετά την απόρριψη της αιτήσεως, η με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας παραδεκτά υποβαλλόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της απόφασης, με την οποία (αίτηση επαναφοράς) ζητείται η από την αναιρεσείουσα εκουσίως καταβληθείσα, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δικαστική δαπάνη, δεν πρέπει να εξετασθεί, αφού η εξέτασή της προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έχει εκτελεσθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2006 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 3068/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ