Legislator Case Law & Legislation
1456/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds citing lack of specific contradictions and vague legal errors.

Case Number 1456/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision regarding a public recruitment dispute. The appellant argued for specific contradictions and procedural errors, but the court found the cited grounds vague and lacking in precise factual contradictions. Consequently, the appeal and additional intervention were rejected, and court costs were offset between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific, clearly defined contradictions or procedural errors within the contested judgment, and vague or abstract allegations fail to establish a valid ground for review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural contradictions vague legal grounds public recruitment court costs offset additional intervention Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1456 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1456/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - υπερ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - ΔΗΜΗΤΡΑ" (ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο διαδέχθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας" (ΕΘΙΑΓΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Παπαδοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η πρόσθετη παρέμβαση: Β. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Κουμάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ε. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12201/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 28-2-2020 αίτησή του και τους από 12-11-2021 προσθέτους λόγους. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 15-11-2021 παρέμβασή της ζητεί όσα αναφέρονται σ' αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, των προσθέτων λόγων και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28-2-2020 και με αριθ. κατ. 701/69/3-3-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 12-11-2021 πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η με αριθ. 150/24-1-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί της από 4-7-2019 έφεσης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία με αριθ. 12201/9-8-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της από 26-1-2018 αγωγής.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από 26-1- 2018 και με αριθ. κατ. 2126/1646/26-1-2018 αγωγή, ο ενάγων ισχυρίσθηκε, ότι δυνάμει της με αριθ. 23090/1-1-2014 προκήρυξης, το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός-ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ)" προκήρυξε την πλήρωση 100 θέσεων ερευνητών στη βαθμίδα Γ' ή Δ', ορίζοντας τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Ότι μεταξύ των θέσεων αυτών, στη θεματική ενότητα "φυτική παραγωγή" προκηρύχθηκαν δύο θέσεις και συγκεκριμένα η μία θέση με κωδικό 026, γνωστικό αντικείμενο "γενετική βελτίωση σιτηρών" και έδρα της ερευνητικής δομής στη Θεσσαλονίκη και η άλλη θέση με κωδικό 042, γνωστικό αντικείμενο "γενετική βελτίωση κτηνοτροφικών φυτών" και έδρα ερευνητικής δομής στη Λάρισα.

Ότι υπέβαλε δύο αυτοτελείς αιτήσεις υποψηφιότητας, μια για κάθε θέση, και κατέθεσε εμπρόθεσμα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την κατάληψη των εν λόγω θέσεων. Ότι με τις με αριθ. 92/8-6-2017 και 94/27-7-2017 αποφάσεις του Δ.Σ. του εναγομένου επελέγησαν για τη θέση με κωδικό .. ο Ι. Μ., ο οποίος και προσελήφθη, και για τη θέση με κωδικό ..

ο Α. Κ., οι οποίοι είχαν καταταγεί στην αντίστοιχη πρώτη θέση, ενώ ο ενάγων, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είχε καταταγεί στην Πέμπτη θέση, περαιτέρω δε, με τη με αριθ. 97/3-11-2017 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, μετά την παραίτηση των τριών πρώτων κατατεγέντων στη θέση με κωδικό…, προσελήφθη στη θέση αυτή η τέταρτη κατά τη σειρά κατάταξης Ε.

Ν., παρά το γεγονός ότι ο ενάγων υπερτερούσε κατά τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι των λοιπών συνυποψήφιων του που κατετάγησαν στις προηγούμενες από αυτόν θέσεις και, ειδικότερα, έναντι εκείνων που προσελήφθησαν. Ότι, νια το λόγο αυτό, οι, ως άνω, αποφάσεις του εναγομένου είναι παράνομες, ως αντικείμενες στις διατάξεις του διέποντος τη διαδικασία πρόσληψης ερευνητών ν. 1845/1989 και στους κανόνες της οικείας προκήρυξης και αντίθετες προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Ζήτησε δε, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, κυρίως μεν της με αριθ. 92/8-6-2017 απόφασης, επικουρικά δε, των με αριθ. 94/27-7-2017 και 97/3-11-2017 αποφάσεων του Δ.Σ. του εναγομένου, όσον αφορά την αποδοχή των οριστικών πινάκων κατάταξης και την πρόσληψη των παραπάνω υποψηφίων και να διαταχθεί το εναγόμενο να τον προσλάβει κυρίως στη θέση με κωδικό ..και επικουρικά στη θέση με κωδικό 042 στη βαθμίδα Γ', άλλως στη βαθμίδα Δ' αναδρομικά από τότε προσελήφθησαν, αντίστοιχα, οι ως άνω επιλεγέντες υποψήφιοι.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την, ως άνω, με αριθ, 12201/9-8-2018 οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 4-7-2019 και με αριθ. κατ. 13308/1439/4-7-2019 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 150/24-1-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την, ως άνω, εκκαλούμενη απόφαση και περαιτέρω κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά το επικουρικό αίτημα αυτής.

Ειδικότερα, αναγνώρισε την ακυρότητα της με αριθ. 94/27-7-2017 απόφασης του Δ.Σ. του εναγομένου και διέταξε αυτό να προσλάβει τον ενάγοντα στη θέση Δόκιμου Ερευνητή της Βαθμίδας Δ της θεματικής ενότητας "γενετική βελτίωση κτηνοτροφικών φυτών" με κωδικό … αναδρομικά από 1-12-2017». Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), μαζί με τους πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν παραδεκτά, κατ' άρθρο 569 παρ. 1, 2 εδ. α' του ΚΠολΔ, με το από 12-11-2021 αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, με αριθ.

κατ. 129/12-11-2021, και επιδόθηκε πριν από την ίδια προθεσμία στον αναρεσίβλητο, όπως προκύπτει από τη με αριθ. 11369/12-11-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Δ. Α. Π..

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, επομένως, για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.

Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1329/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15-11-2021 πρόσθετη παρέμβαση η Ε. Ν., επικαλούμενη έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της απόφασης του Δ.Σ. του εναγομένου, με την οποία αποφασίσθηκε η πρόσληψη της σ' αυτό, παρεμβαίνει υπέρ του αναιρεσείοντος υποστηρίζοντας τους λόγους αναίρεσης.

Η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, με το από 15-11-2021 αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, με αριθ. κατ. 42/19-11-2021 και επιδόθηκε πριν από την ίδια προθεσμία σε αμφότερους τους διαδίκους, όπως προκύπτει, αντίστοιχα: α) από τη με αριθ. 5492Β/25-11-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Χ. και β) από τη με αριθ. 779Δ/24-11-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Κ. Σ.. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 66 παρ. 1 ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α' 180/22-8-2011) και με το άρθρο 1 της κατ'εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθ. 188763/10-10-2011 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ΦΕΚ Β'2284/13-10-2011), το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) συγχωνεύθηκε με τα λοιπά εποπτευόμενα από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων νομικά πρόσωπα σε ενιαίο φορέα και συγκεκριμένα στο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία ο "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός-ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ)", ήδη αναιρεσείον. Περαιτέρω, στο άρθρο 55 παρ. 3α του ν. 4235/2014 (ΦΕΚ Α'32/11-2-2014) ορίζεται ότι ειδικώς για την εφαρμογή της διαδικασίας πρόσληψης, προαγωγής και τοποθέτησης των ερευνητών του ΕΛΓΟ- ΔΗΜΗΤΡΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1845/1989 (ΦΕΚ Α' 102/26-4-1989), όπως ίσχυε στις 21-8-2011.

Στο εν λόγω άρθρο, το οποίο αναριθμήθηκε σε άρθρο 16, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 9 ν. 3399/2005 (ΦΕΚ Α' 255/17-10-2005) και αναφέρεται στη διαδικασία διορισμού ή πρόσληψης και προαγωγής του ερευνητικού προσωπικού, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: στην παρ.1 "το ερευνητικό προσωπικό κατέχει θέσεις ερευνητών που κατατάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες Α, Β, Γ και Δ με τους εξής αντίστοιχους τίτλους:

Τακτικός ερευνητής-βαθμίδα Α', Αναπληρωτής ερευνητής-βαθμίδα Β', Εντεταλμένος Ερευνητής-βαθμίδα Γ', Δόκιμος ερευνητής-βαθμίδα Δ' ... " Στην παρ. 2: "Προσόντα διορισμού ή πρόσληψης και προαγωγής που απαιτούνται για κάθε βαθμίδα ορίζονται τα εξής: α) Για τη βαθμίδα Δ': Διδακτορικό δίπλωμα σε ειδικότητα σχετική με την αγροτική έρευνα.

Γνώσεις και ικανότητα για υπεύθυνη εκτέλεση μιας φάσης ή ενός τμήματος ερευνητικού έργου, που να αποδεικνύεται από επίσημα στοιχεία...." Στην παρ. 5: "Η πλήρωση των κενών θέσεων του ερευνητικού προσωπικού στα ινστιτούτα του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. γίνεται ύστερα από προκήρυξη, στην οποία ορίζονται και οι βαθμίδες ... ".

Στην παρ. 6: "Για την πρόσληψη και προαγωγή αποφασίζει το Δ.Σ. μετά σύμφωνη γνώμη του Ε.Σ., ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση της τριμελούς επιτροπής που αναφέρεται στην παρ. 8 του άρθρου 10 του νόμου αυτού". Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ' αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.

Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ' αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης.

Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 1194/2020, ΑΠ 282/2017, ΑΠ 527/2016, ΑΠ 878/2014, ΑΠ 829/2006, ΑΠ 654/2000). Διαγωνισμός υπάρχει και όταν με την προκήρυξη δεν ορίζεται ότι οι υποψήφιοι θα υποβληθούν στη βάσανο των εξετάσεων αλλά ζητείται από αυτούς να έχουν ορισμένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και να υποβάλουν τα αποδεικτικά έγγραφα αυτών στην οριζόμενη Επιτροπή των Κριτών, η οποία αξιολογεί αυτά και κατατάσσει τους υποψηφίους σε πίνακα κατά σειρά υπεροχής εκάστου ως προς τα προσόντα αυτά (ΑΠ 436/2004).

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης ενεργεί κατά παράβαση της καλής πίστης, όταν δεν τηρεί τους κανόνες της προκήρυξης ή δεν βαθμολογεί ή δεν κρίνει δίκαια κάποιον υποψήφιο, όταν τα κριτήρια επιλογής είναι εκ των προτέρων καθορισμένα με βάση τους επί μέρους όρους της προκήρυξης και συνακόλουθα δεσμευτικά για την κρίση επιλογής του εργοδότη (ΑΠ 829/2006).

Αντιθέτως, εάν από την προκήρυξη προκύπτει ότι ο εργοδότης απευθύνει απλή πρόκληση προς ενδιαφερομένους να υποβάλουν αίτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα των προσόντων τους και συγχρόνως ασκώντας φυσική ευχέρεια επιφυλάχθηκε να επιλέξει τους κατά την κρίση του καταλληλότερους, η συμμετοχή των υποψηφίων στην παραπάνω διαδικασία και στην τυχόν προβλεπόμενη προφορική συνέντευξη δεν επιφέρει κατάρτιση της εργασιακής σύμβασης υπό αναβλητική αίρεση, η δε επιλογή του εργοδότη δεν ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 132/2021, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 829/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης για αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει η αντίφαση να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών του αυτού κεφαλαίου, δηλαδή μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι η αντίφαση να υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών, από τις οποίες η καθεμία στηρίζει διαφορετική διάταξη του διατακτικού της ίδιας απόφασης (ΑΠ 1412/2017, ΑΠ 919/201).

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένοι οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 59 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε ευθέως ή εκ πλαγίου το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και η έννομη συνέπεια με βάση την παραβίαση, ενώ αν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα, έστω και συνοπτικά, αλλά όχι αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1277/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 357/2018).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 736/2019).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 667/2018), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 771/2017).

Εξάλλου για την ίδρυση του από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου, απαιτείται η αντίφαση να υφίσταται στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεων αυτής και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό (ΑΠ 185/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 570/2010).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: " Ο εναγόμενος οργανισμός, θέλοντας να προσλάβει ερευνητικό προσωπικό και ειδικότερα 100 ερευνητές στη βαθμίδα Γ' ή Δ', για τις ανάγκες του ινστιτούτου του, δημοσίευσε την υπ' αριθ. 23090/1- 10-2014 προκήρυξή του, με την οποία καλούντο οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν μέχρι την 12-11-2014, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για να πληρωθούν 100 θέσεις ερευνητών στη Βαθμίδα Γ' ή Δ, σύμφωνα με την κατάρτιση ιεραρχημένου Πίνακα Γνωστικών Αντικειμένων και κατανομής θέσεων, ανά ινστιτούτο, με γνώμονα τις προτάσεις των Ερευνητικών ινστιτούτων, την ευρύτητα και πληρότητα των γνωστικών αντικειμένων, την ισόρροπη ανάπτυξη των επιμέρους τομέων της πρωτογενούς παραγωγής και τις ανάγκες ανάταξης της Αγροτικής Παραγωγής και Αγροτικής Έρευνας της χώρας.

Από την εν λόγω προκήρυξη προκύπτει ότι αυτή δεν αφορά μόνο απλή πρόσκληση προς ενδιαφερομένους να υποβάλουν αίτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα των προσόντων τους, αλλά, επιπρόσθετα, με την εν λόγω προκήρυξη οι υποψήφιοι υποβάλλονται και στη συναγωνιστική εξεταστική διαδικασία, δεδομένου ότι υπόκεινται στη συγκριτική εκτίμηση και αξιολόγηση των προσόντων τους, αφού ορίσθηκαν και τα κριτήρια επιλογής τους, εκ των προτέρων.

Επομένως, δεν επρόκειτο για μη ελεγχόμενη δικαστικά άσκηση απλώς φυσικής ευχέρειας του εναγομένου να καταρτίσει ή μη σύμβαση, αλλά για κρίση και αξιολόγηση, που, κατά την καλή πίστη, τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος έπρεπε να γίνει δίκαια, κατ' αρχήν, με βάση την ύπαρξη των απαιτούμενων, από την προκήρυξη, προσόντων και στη συνέχεια (εφόσον αυτά συνέτρεχαν στους υποψήφιους), με βάση τη δίκαιη και ορθή αξιολόγησή τους.

Η πρόσληψη, κατά την εν λόγω προκήρυξη, θα γινόταν κατόπιν αξιολόγησης των υποψηφίων [...] και περιελάμβανε τα εξής στάδια διαγνωστικής διαδικασίας: Α) κατά το πρώτο στάδιο, η τριμελής εισηγητική επιτροπή αξιολόγησης [...] με ειδικά αιτιολογημένη έκθεσή της ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων εισηγείται, μετά τη διαβίβαση σε αυτή των φακέλων, με τα στοιχεία των υποψηφίων, στο αρμόδιο εκλεκτορικό σώμα του Ε.Σ. [ενν.

Επιστημονικού Συμβουλίου] του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. Η εισηγητική έκθεση περιλαμβάνει: αα) αναλυτική παρουσίαση και αξιολόγηση του δημοσιευμένου έργου και της προσωπικότητας των υποψηφίων και κρίση για την προσφορά τους στην πρόοδο της αγροτικής έρευνας και τη συμβολή τους στην αγροτική ανάπτυξη της χώρας, ββ) γνώμη για το βαθμό ανταπόκρισης των υποψηφίων στα απαιτούμενα, από το νόμο προσόντα, γγ) αξιολογική κατάταξη των υποψηφίων.

Η ανωτέρω έκθεση κοινοποιείται δέκα η μέρες τουλάχιστον πριν από τη συνεδρίαση του Ε.Σ. στους υποψηφίους, οι οποίοι μπορούν να υποβάλουν σχετικό υπόμνημα, Β) στο δεύτερο στάδιο το Ε.Σ. αξιολογεί και κατατάσσει τους υποψηφίους σε πίνακα, κατά σειρά υπεροχής εκάστου ως προς τα προσόντα αυτά, σε δεύτερο βαθμό και γνωμοδοτεί στο Δ.Σ.

για το διορισμό τους [...]. Το Ε.Σ. αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και Γ) κατά το τρίτο στάδιο το Ε.Σ. διαβιβάζει στο Δ.Σ. την απόφασή του. Η αξιολογική αυτή κρίση είναι δεσμευτική για το εναγόμενο. Το Δ.Σ. προσλαμβάνει τους ερευνητές, αφού ασκήσει έλεγχο νομιμότητας στην απόφαση του Ε.Σ.

Για την αξιολόγηση των υποψηφίων, πριν από τις κρίσεις, το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγομένου και για να διαφυλάσσεται αρκούντως η αντικειμενική κρίση, εξέδωσε τη με αριθ. 10/18-12-2014 απόφασή του με θέμα: "Αρχές που διέπουν την αξιολόγηση-κρίση των ερευνητών από το Επιστημονικό Συμβούλιο", με την οποία διατύπωσε γενικές αρχές για τις αξιολογήσεις των υποψηφίων ερευνητών, κατά την ένδικη διαδικασία πρόσληψης, οι οποίες οδηγούν, κατά συνεκτίμηση της σπουδαιότητάς τους, στην κρίση του περί επιλογής των καταλληλότερων και, ειδικότερα, καθόρισε εκτός άλλων και τα εξής κρίσιμα κριτήρια αντικειμενικότητας και αμεροληψίας: " Τα στοιχεία που υποβάλλουν οι υποψήφιοι πρέπει να αφορούν στην ερευνητική βαθμίδα για την οποία κρίνονται.

Κατά την αξιολόγηση να λαμβάνεται υπόψη (α) η πρόοδος του ερευνητή (επιστημονικό έργο από την προηγούμενη κρίση και εντεύθεν) και (β) το συνολικό έργο του ερευνητή. Η κάθε κρίση είναι ξεχωριστή, ατομική και εστιάζεται στο επιστημονικό και ερευνητικό έργο του κρινόμενου. Κάθε μέλος του Ε.Σ. αξιολογεί και κρίνει τη συμβολή του επιστημονικού έργου ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του γνωστικού αντικειμένου του ερευνητή.

Η συνάφεια του επιστημονικού έργου ως προς το γνωστικό αντικείμενο του κρινόμενου και το επιστημονικό πεδίο που αυτός υπηρετεί εκτιμώνται ιδιαιτέρως κατά την αξιολόγηση. Οι δημοσιευμένες εργασίες και τα εκπονηθέντα ερευνητικά έργα του κρινόμενου λαμβάνονται υπόψη αναλογικά με το βαθμό συνάφειας ως προς το επιστημονικό πεδίο που αυτός υπηρετεί.

Εργασίες μη συναφείς με το γνωστικό αντικείμενο του κρινόμενου δεν αξιολογούνται. Σε περιπτώσεις ελλιπών στοιχείων η εργασία δεν αξιολογείται-κρίνεται". Η θεματική αυτή ενότητα της εν λόγω απόφασης αναφέρεται, κυρίως, στις πρακτικές όψεις του γνωστικού αντικειμένου του επιστημονικού πεδίου, που ο υποψήφιος ερευνητής υπηρετεί, οι οποίες είναι αναγκαίες και εκτιμώνται ιδιαιτέρως κατά την αξιολόγηση για τη διαπίστωση της ικανότητας αυτών να ανταποκριθούν στο ερευνητικό έργο, για το οποίο προορίζονται και μπορούν αντικειμενικά να διερευνηθούν από τους κριτές.

Γι' αυτό η απόφαση αυτή θεσπίζει αντικειμενικά κριτήρια διαπίστωσης των σχετικών γνώσεων των υποψηφίων και γι' αυτό δεν αντιστρατεύεται την αρχή της ισότητας των ευκαιριών των υποψηφίων. Εξάλλου, οι ίδιες αρχές είχαν ακολουθηθεί και σε προηγούμενες κρίσεις του Ε.Σ. για την πρόσληψη επιστημονικού προσωπικού [...].

Ο ενάγων, πτυχιούχος τεχνολογίας γεωπονίας του Τ.Ε.Ι. Δυτ. Μακεδονίας και της Γεωπονικής Σχολής του Α.Π.Θ. και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος, υπέβαλε την 12-11-2014 στα πλαίσια της ανωτέρω διαγνωστικής διαδικασίας, επιδιώκοντας την κατάληψη των επίδικων θέσεων της θεματικής Ενότητας Φυτική Παραγωγή, με κωδικούς … και γνωστικό αντικείμενο "γενετική βελτίωση σιτηρών" και 042 με αντικείμενο η "γενετική βελτίωση κτηνοτροφικών φυτών" πλήρη φάκελο υποψηφιότητας., [...].

Περαιτέρω, για την πλήρωση της θέσης στη θεματική Ενότητα Φυτική παραγωγή και στο γνωστικό αντικείμενο "γενετική βελτίωση κτηνοτροφικών φυτών", με κωδικό …και έδρα ερευνητικής δομής στη Λάρισα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η επιτροπή αξιολόγησης της παρ. 8 του άρθρου 10, με την από 13-11-2015 εισηγητική της έκθεση, πρότεινα κατά πλειοψηφία την κατάταξη του ενάγοντα στον Πίνακα των Επιλέξιμων Υποψηφίων, με σειρά κατάταξης 5 στη βαθμίδα Δ' του Δόκιμου Ερευνητή, ως έχοντα συνάφεια με το αντικείμενο και εμπειρία.

Στη συνέχεια η επιτροπή του Επιστημονικού Συμβουλίου, κατά τη 17η Συνεδρίαση/4-7-2016 αξιολογώντας σε τελικό στάδιο τις υποψηφιότητες, για την προαναφερόμενη θέση, αφού μελέτησε τους φακέλους και τα βιογραφικά σημειώματα των υποψηφίων, όπως και τις εκθέσεις αξιολόγησης, ψήφισε ως πρώτη επιλογή για τη Δ' βαθμίδα τον…, ως δεύτερη επιλογή τον…., ως τρίτη επιλογή τον …και ως τέταρτη την Ε.

Ν., ενώ δεν κατέταξε τον ενάγοντα. Κατά της ως άνω απόφασης του Επιστημονικού Συμβουλίου, ο ενάγων υπέβαλε τη με αριθ. 40402/5-12-2016 ένσταση, η οποία εξετάσθηκε στη 2η Συνεδρίαση του Ε.Σ. στις 2-3-2017 και απορρίφθηκε. Περαιτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου οργανισμού, με τη με αριθ. 94/27-7-2017 (αρ. θέματος 20) ενέκρινε την αποδοχή του οριστικού πίνακα κατάταξης και συνεπώς, σύμφωνα και με την εισήγηση του Ε.

Σ., που είναι δεσμευτική για το ΔΣ (σύμφωνη γνώμη) κατέταξε πρώτο τον Α. Κ., δεύτερο τον Ι. Μ., τρίτο τον Α. Ζ. και τέταρτη την Ε. Ν., ενώ δεν συμπεριέλαβε τον ενάγοντα στον πίνακα των κατατασσόμενων υποψηφίων. Ο ενάγων κατέλαβε στον σχετικό πίνακα επιλογής την πρώτη θέση των μη κατατασσόμενων υποψηφίων, εντός γνωστικού αντικειμένου.

Κατόπιν, μετά την παραίτηση των Κ., Μ. και Ζ., με την με αριθμό 97/3-11-2017 (αρ. θέματος 12) απόφασή του, το Δ.Σ. του ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ προσέλαβε, ως δόκιμη ερευνήτρια της βαθμίδος Δ', με ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων από 1-12-2017, την Ε. Ν., που είχε καταταγεί τέταρτη από το Ε.Σ., γεγονός, που (ενν. δεν) αμφισβητείται, βάσιμα, από τον ενάγοντα.

Η κρίση, αυτή, των οργάνων του εναγομένου, με την οποία κατέταξε, την Ε. Ν. στην 4η επιλογή κατάταξης, με την, μεταξύ άλλων, αιτιολογία, ότι η ως άνω κατείχε, ως ειδικό προσόν πρόσληψης, που απαιτείται, για τη θέση του Δόκιμου ερευνητή της βαθμίδας Δ' διδακτορικό δίπλωμα, σε ειδικότητα, σχετική, με την αγροτική έρευνα και όχι της, υπό προκήρυξη, θέσης και επομένως απέκλεισε τον ενάγοντα, από την κατάταξη, ο οποίος πληρούσε το αιτούμενο, από την προκήρυξη, προσόν της συνάφειας του επιστημονικού έργου του, ως προς το γνωστικό αντικείμενο του επιστημονικό πεδίου, που αυτός έπρεπε να υπηρετήσει, ήτοι της "γενετικής βελτίωσης κτηνοτροφικών φυτών", έγινε, κατά παράβαση των όρων του διαγωνισμού, δηλαδή, χωρίς να συντρέχει η βασική προϋπόθεση της συνάφειας της θεμελιώδους μελέτης, για τον καθένα υποψήφιο, δηλαδή, της διδακτορικής διατριβής, με το γνωστικό αντικείμενο, της, υπό πλήρωση, θέσης.

Με βάση τη διδακτορική διατριβή, η υποψηφιότητα αυτής, ήταν εκτός του γνωστικού αντικείμενου του επιστημονικού πεδίου της "γενετικής βελτίωσης κτηνοτροφικών φυτών" καθώς είχε τίτλο "Η φυσιολογία της απορρόφησης και της κατανομής του αζώτου στο φασόλι (Phaseolus vulgaris L.)", η οποία συνίσταται στη επιστημονική έρευνα ειδικού θέματος, που αφορά το φασόλι, το οποίο, σαφώς και δεν αποτελεί κτηνοτροφικό φυτό (βλ.

και προσκομιζόμενη επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία το φασόλι περιέχεται στην κατάσταση με τα κηπευτικά), ενώ τα στοιχεία του θέματος "φυσιολογία της απορρόφησης και της κατανομής του αζώτου" δεν εμπίπτουν στην έννοια της "γενετικής βελτίωσης", αλλά ανήκουν στο πεδίο της αγροκομίας/φυσιολογίας φυτών.

Συνεπώς δεν έπρεπε να αξιολογηθεί - κριθεί. Τονίζεται, ότι, ήδη, η υποψήφια ερευνήτρια …. έχει ήδη επιλεγεί σε θέση επίκουρου καθηγητή του τμήματος Τεχνολόγων Γεωπόνων της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας και Τεχνολογίας Τροφίμων και Διατροφής του Α.Τ.Ε.Ι Θεσσαλονίκης, στο γνωστικό αντικείμενο "Γεωργία". Αντίθετα, αποδεικνύεται η επιστημονική εξειδίκευση του ενάγοντα, στο γνωστικό αντικείμενο της προκηρυχθείαας θέσης "γενετική βελτίωση κτηνοτροφικών φυτών", δεδομένου, ότι τούτο προκύπτει, σαφώς, από τον προσκομιζόμενο τίτλο διδακτορικών σπουδών, καθώς η διατριβή του έχει ως θέμα "Διερεύνηση δυνατότητας αντικατάστασης υβριδίων καλαμποκιού με ελεύθερα επικονιαζόμενες σειρές" και ο καρπός του αραβοσίτου ως εαρινό σιτηρό της Ελλάδας χρησιμοποιείται, κυρίως, ως κτηνοτροφή (βλ.

προσκομιζόμενη πλούσια επιστημονική βιβλιογραφία). Από το παραπάνω στοιχείο προκύπτει, εμφανώς, η υπεροχή του ενάγοντα, ως προς το ειδικό προσόν της συνάφειας του διδακτορικού του διπλώματος με την προκηρυχθείσα θέση. Τόσο στην με αριθ. 10/18-12-2014 απόφαση των αρχών αξιολόγησης και κριτηρίων του Ε.Σ, όσο και στην προκήρυξη, που παραπέμπει στις διατάξεις του ν. 1845/1989, γίνεται λόγος, για την διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος, ότι, δηλαδή, σ' αυτό εκτιμώνται, ιδιαιτέρως, κατά την αξιολόγηση, η συνάφεια του επιστημονικού έργου, ως προς το γνωστικό αντικείμενο του κρινόμενου και το επιστημονικό πεδίο, που αυτός υπηρετεί.

Το Ε.Σ., από έλλειψη της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές, ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης και επιλογής των υποψηφίων ερευνητών και αντίθετα με τις διατάξεις του ν. 1845/1989 και με τις ως άνω ερμηνευτικές του παραδοχές, δεν αξιολόγησε και έκρινε τη συμβολή του επιστημονικού έργου, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του γνωστικού αντικειμένου του διδακτορικού τίτλου σπουδών, για την ιεράρχηση των υποψηφίων ερευνητών και τη διαμόρφωση του πορίσματος, δηλαδή, του πίνακα κατάταξης.

Η κρίση αυτή του Ε.Σ.. είναι επίσης άδικη και καταχρηστική, ως αντικείμενη στην καλή πίστη, διότι το Ε Σ., κατά την διευκρινιστική του αιτιολόγηση, για την διαφοροποίηση του, από τις ερμηνευτικές Αρχές, που διέπουν την αξιολόγηση - κρίση των ερευνητών του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε, που το ίδιο έθεσε με την προηγούμενη απόφασή του (10η/18-12-2014), εντελώς εσφαλμένα, διεύρυνε το κριτήριο επιλογής, σε σχέση με το γνωστικό αντικείμενο, ως εξής;

Α Υιοθέτησε την αρχή της συνάφειας του διδακτορικού διπλώματος, με την αγροτική έρευνα, χωρίς να διακρίνει και να αξιολογήσει, αυτοτελώς, το καθένα, από τα, επί μέρους, ερευνητικά επιστημονικά έργα των υποψηφίων. Έτσι, λειτούργησε, εκτός των πλαισίων της διακριτικής του ευχέρειας και των όρων της προκηρύξεως, απέδωσε βαρύτητα, κατά την συγκεκριμένη επιλογή στην συνάφεια "γενικών σπουδών", η οποία φαίνεται, ότι επηρέασε την κρίση του και κατέληξε να κατατάξει και να προσλάβει την Ε.

Ν., της οποίας ο διδακτορικός τίτλος έχει διάφορο γνωστικό πεδίο (αγροκομίας/φυσιολογίας φυτών), δηλαδή, χωρίς να συντρέχει η βασική προϋπόθεση της συνάφειας της θεμελιώδους μελέτης, για τον καθένα υποψήφιο, δηλαδή, της διδακτορικής διατριβής, με το γνωστικό αντικείμενο, της, υπό πλήρωση, θέσης, που αποτελεί προσόν πρόσληψης, για την βαθμίδα Δ'.

Β) Περαιτέρω, μολονότι, τo γνωστικό αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης αναφερόταν στην "γενετική βελτίωση κτηνοτροφικών φυτών", ως κριτήριο, για την διαπίστωση της συνάφειας των υποψηφιοτήτων το Ε.Σ. αρκέστηκε στην, κατά αξιολογική σειρά, ένταξη των υποψηφίων στο γενικότερο αντικείμενο "γενετική βελτίωση φυτών".

Δηλαδή, τo Ε.Σ. δεν έλεγξε, αν τα φυτά ήταν κτηνοτροφικά, όπως προέβλεπε η προκήρυξη και, επί τη βάσει των προβλεπομένων, από το νόμο, κριτηρίων, παρουσιάζοντας έλλειμμα αξιοπιστίας, αμεροληψίας, αξιοκρατίας, διαφάνειας και αντικειμενικότητας στην πρόσληψη. Ενδεικτικά, για την, ως άνω, βαθμολογική αξιολόγηση, είναι η μη νομίμως αξιολογημένη εισήγηση του μέλους - κριτή του Ε.Σ.

Ι. Τ.. καθηγητή του Δ.Π.Θ στο γνωστικό αντικείμενο "Γενετική και Βελτίωση Φυτών" στην από 2-3-2017 συνεδρίαση του Ε Σ., κατά την κρίση της ένστασης, που υπέβαλε ο ενάγων, κατά την οποία διατύπωσε τα εξής: "Το γνωστικό αντικείμενο "Γενετική Βελτίωση Κτηνοτροφικών φυτών" αφορά κτηνοτροφικά φυτά. Κατά τεκμήριο στην κατηγορία αυτή εντάσσονται φυτά που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως κτηνοτροφικά (μηδική, τριφύλλι, κτηνοτροφικό μπιζέλι, βίκος, κτηνοτροφικό κουκί), όμως υπάρχουν και είδη με μικτή χρήση (π.χ.

καλαμπόκι, σιτάρι, κριθάρι). Οι θέσεις βελτίωσης φυτών συνήθως προκηρύσσονται με τον γενικό τίτλο "Γενετική Βελτίωση Φυτών" χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένο καλλιεργούμενο είδος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο πλήρης τίτλος ίου γνωστικού αντικειμένου προσδιορίζει περισσότερο τη μονάδα για την οποία προορίζεται ο νέος ερευνητής.

Ο υποψήφιος που θα επιλεγεί για τη θέση αξιολογείται ως προς τις γνώσεις της γενετικής επιστήμης και την ικανότητα αξιοποίησής τους για την εφαρμογή βασικών αρχών βελτίωσης φυτών, όπως τεκμαίρονται από τις μεταπτυχιακές, τη διδακτορική διατριβή και τη μεταδιδακτορική έρευνα. Είθισται να δίνεται βάση κυρίως στην ποιότητα αυτών και σε περίπτωση ισοδυναμίας να λαμβάνεται το είδος του φυτού στο οποίο έχει δραστηριοποιηθεί.

Οι αρχές και οι μέθοδοι της Βελτίωσης Φυτών είναι κατά βάση ενιαίες, και διαφοροποιούνται περισσότερο ως προς τις κατηγορίες ειδών (1) αυτογονιμοποιούμενα και (2) σταυρογονιμοποιούμενα και λιγότερο ως προς τα είδη καθαυτά. Άλλωστε, είναι πολύ συνηθισμένο οι νέοι ερευνητές να έχουν ασχοληθεί με διαφορετικά είδη φυτών στα διάφορα στάδια των σπουδών τους, ώστε να αποκτούν εμπειρία στις ιδιαιτερότητες των φυτών αυτών, όπως φαίνεται παρακάτω από την παράθεση των στοιχείων για τους εμπλεκόμενους στην συγκεκριμένη ένσταση".

Με την ανωτέρω θέση του καθηγητή Ι. Τ., στην ίδια συνεδρίαση της 2-3-2017, συμφώνησαν με απλή αναφορά σε αυτήν και τα μέλη του Ε.Σ. ήτοι οι Ι. Α., καθηγητής τμήματος κτηνιατρικής σχολής του ΑΠΘ, Α. Κ. συνταξιούχος ερευνητής βαθμίδας Α' και Δ. Κ., καθηγητής τμήματος Γεωπονίας του Α.Π,Θ. Περαιτέρω το μέλος - κριτής Θ.

Π., Ερευνητής βαθμίδας Α' περιέλαβε εσφαλμένες αιτιολογίες και κατασκευές, κατά την ανάπτυξη της γνώμης του, με την οποία απέδωσε βαρύτητα, κατά την συγκεκριμένη επιλογή και αξιολόγησε, παρότι δεν συνέτρεχε η συνδρομή του ανωτέρω ειδικού (θεωρητικού) προσόντος, ως εξής: "... Ειδικότερα το γνωστικό αντικείμενο "Γενετική Βελτίωση Κτηνοτροφικών Φυτών" αφορά στην επιστημονική και ερευνητική δραστηριότητα που διαμέσου της Γενετικής Βελτίωσης Θα επιτευχθεί η δημιουργία ποικιλιών σε κτηνοτροφικά φυτά, δηλαδή σε φυτά που προορίζονται για τη διατροφή αγροτικών ζώων.

Οι υποψήφιοι για την εν λόγω Θέση εμπίπτουν στο ευρύτερο γνωστικό πεδίο της "Γενετικής Βελτίωσης Φυτών" χωρίς να έχουν εστιασμένη έρευνα στα κτηνοτροφικά φυτά. Κατά την άποψη μου, οι υποψήφιοι που έχουν τις γνώσεις της γενετικής επιστήμης (μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορική διατριβή) και αποδεδειγμένα την ικανότητα αξιοποίησης αυτών σε σχετικά πειράματα (μεταδιδακτορική έρευνα και συμμετοχή σε έργα) Θα είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν τις απαιτήσεις της θέσης.

Με αυτό το σκεπτικό, υποψήφιοι που έχουν τέτοια προσόντα για την περίσταση θα τους θεωρήσω ότι έχουν συνάφεια με το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση Θέσης και στην συνέχεια θα τους κατατάξω λαμβάνοντας υπόψη της συμμετοχή τους σε συναφή έργα και του σχετικού αριθμού δημοσιεύσεων και της ποιότητας αυτού".

Η ανωτέρω θέση των μελών του Ε.Σ., κατά την οποία, συνάφεια με το γνωστικό αντικείμενο της επίδικης θέσης με κωδ. 042 "γενετική βελτίωση κτηνοτροφικών φυτών" έχουν οι επιστημονικές εργασίες των υποψήφιων ερευνητών με αντικείμενο "την κλασσική βελτίωση φυτών" είναι εντελώς παράνομη και εσφαλμένη. Διότι διευρύνει υπέρμετρα, αντίθετα με την προκήρυξη και τους κανόνες, που διατύπωσε το ίδιο το Ε Σ το εξειδικευμένο γνωστικό αντικείμενο των διδακτορικών τίτλων σπουδών, που απαιτούσε, η, υπό προκήρυξη, θέση, δεδομένου, ότι η κάθε κατηγορία φυτού, αλλά και το κάθε φυτό εμφανίζει διαφορετικά στοιχείο και ιδιαιτερότητες, ώστε να απαιτούνται ειδικές γνώσεις, όσον αφορά την γενετική του βελτίωση, πέρα από τις γενικές γνώσεις, που αναφέρονται σε όλα τα φυτά.

Εξάλλου, η επιστημονική έρευνα είναι ειδική. Αυτή την γενική επιστημονική αρχή υπηρετεί και η προκήρυξη περισσότερων ειδικών γνωστικών αντικειμένων από το εναγόμενο ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ. Άλλωστε, αν η πραγματική βούληση ήταν να προσληφθεί ερευνητής, με γενικό γνωστικό αντικείμενο, στην γενετική βελτίωση φυτών, γενικά, θα αρκούσε η προκήρυξη της θέσης, υπό τον γενικό αυτό τίτλο και δεν θα ήταν αναγκαία η εξειδίκευσή του στα κτηνοτροφικά φυτά.

Αντίθετα στην επίδικη με αριθ. πρωτ. 23090/1-10-2014 προκήρυξη προκηρύχθηκαν περισσότερες θέσεις, που αφορούσαν διαφορετικά φυτά. Ενδεικτικά, αναφέρεται, ότι προκηρύχθηκαν, μεταξύ άλλων, οι εξής θέσεις, που αφορούσαν την γενετική βελτίωση και άλλων φυτών: 1) κωδ. 026 "Γενετική Βελτίωση Σιτηρών", 2) κωδ. 031 "Γενετική Βελτίωση και Γονιδιωματική Φυτών", 3) κωδ. 032 "Μοριακή Γενετική και Αναπαραγωγή Φυτών", 4) κωδ. 033 "Γενετική Βελτίωση φυλλοβόλων Δένδρων", 5) κωδ. 037 "Γενετική Βελτίωση Λαχανοκομικών Φυτών", 6) κωδ. 040 Αγροκομία και Γενετική Βελτίωση Αρωματικών και Φαρμακευτικών Φυτών", 7) κωδ. 042 "Γενετική Βελτίωση Κτηνοτροφικών Φυτών", 8) κωδ. 043 "Γενετική βελτίωση Ψυχανθών". 9) κωδ. 050 Γενετική Βελτίωση Αμπέλου" και 10) κωδ. 062 "Γενετική Ανάλυση Οργανισμών".

Κατά συνέπεια η αληθής βούληση και ο σκοπός του συντάκτη της προκήρυξης, η οποία, εδώ, αποτελεί τον συμβατικό νόμο, είναι να προσληφθούν επιστήμονες με ειδικότητα στα συγκεκριμένα φυτά (π.χ. αμπέλι) ή κατηγορίες φυτών (σιτηρά, ψυχανθή, αρωματικά, φαρμακευτικά, λαχανοκιμικά κλπ). Σκοπός δεν είναι η πρόσληψη επιστημόνων με γενικό αντικείμενο σε κάθε φυτό ή σε άλλα είδη φυτών από τις προκηρυχθείσες κατηγορίες.

Επίσης, πρέπει να τονιστεί, ότι η κρίση του Ε.Σ., ως συλλογικού οργάνου επιλογής, είναι αντίθετη με τις αρχές της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας, που επιβάλλει η ανάγκη ουσιαστικής έρευνας και ελέγχου της συνάφειας του τίτλου διδακτορικών σπουδών. Διακρίσεις, που κείνται, πέρα από την διατύπωση και τον σκοπό της προκήρυξης δεν έχουν κανένα νόμιμο έρεισμα και είναι, προφανώς, παράνομες, αφού προσκρούουν στην δικαιοπρακτική ρύθμιση της προκήρυξης και στην ανάγκη τήρησης της αρχής ασφάλειας του δικαίου, στο πλαίσιο της διαγωνιστικής διαδικασίας.

Περαιτέρω, ως προς την συνδρομή του δευτέρου αντικειμενικού κριτήριου -επιλογής, για τη θέση ερευνητή της βαθμίδας Δ' "γνώσεις και ικανότητα για την υπεύθυνη εκτέλεση μιας φάσης ή ενός τμήματος ερευνητικού έργου, που να αποδεικνύεται από επίσημα στοιχεία" (άρθρ.16 §2 περ. α' του ν. 1845/1989) αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων είχε έξι (6) δημοσιεύσεις με συνολικό συντελεστή απήχησης (impact factor) 2,844.

Εξάλλου, η βάση SCOPUS σήμερα δίνει έξι (6) δημοσιεύσεις, για τον ενάγοντα. Σε δεύτερη προτεραιότητα είναι οι δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά εκτός SCI/SCOPUS. Στην κατηγορία αυτή, έχει μία (1) δημοσίευση και σε τρίτη προτεραιότητα είναι οι δημοσιεύσεις (γ) σε βιβλία διεθνών εκδόσεων (κεφάλαια). Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προέκυψε υπεροχή του ενάγοντος έναντι της Ε.

Ν., για την πλήρωση της άνω θέσεως, όπως απαιτούν ο νόμος και οι όροι της προκήρυξης. Συνακόλουθα η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά το επικουρικό αίτημά της, ως ουσιαστικά βάσιμη ...".

Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και το συναφή πρόσθετο λόγο αυτής, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 17 (ήδη 16) ν. 1845/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 ν. 3399/2005, με το να δεχθεί ότι για την πρόσληψη ερευνητή στην επίδικη θέση με κωδικό αριθμό 042 του εναγομένου απαιτείτο διδακτορικό δίπλωμα σε ειδικότητα συναφή με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης αυτής, ενώ σύμφωνα με την, ως άνω, διάταξη απαιτείτο (και αρκούσε) προς τούτο διδακτορικό δίπλωμα σε ειδικότητα σχετική με την αγροτική έρευνα, η συνάφεια δε του επιστημονικού έργου του υποψηφίου με το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης τέθηκε ως κριτήριο αξιολόγησης των υποψηφίων με απόφαση του Επιστημονικού Συμβουλίου του, β) παραβίασε τους κανόνες περί των αρμοδιοτήτων, δυνατοτήτων και περιορισμών του Επιστημονικού Συμβουλίου του, με το να υπεισέλθει στην τεχνική κρίση αυτού, την οποία, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον και το συναφή πρόσθετο λόγο αναίρεσης, δεν δύναται το δικαστήριο να ελέγξει, παρά μόνο για κατάχρηση δικαιώματος.

Ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, κατά το υπό στοιχείο α' σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι για την πρόσληψη στην επίδικη θέση με κωδικό 042 απαιτείτο η κατοχή διδακτορικού διπλώματος σε ειδικότητα συναφή με το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης, ως τυπικό προσόν, αλλά δέχθηκε ότι κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων για τη θέση αυτή λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ιδιαίτερα, σύμφωνα με την οικεία προκήρυξη και τη με αριθ. 10/18-12-2014 απόφαση του Επιστημονικού Συμβουλίου που καθόρισε τα κριτήρια και τις αρχές αξιολόγησης, ως ουσιαστικό προσόν, η συνάφεια του επιστημονικού έργου ως προς το γνωστικό αντικείμενο του κρινόμενου.

Περαιτέρω δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και το παραπάνω κριτήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι προέκυψε προφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι της τελικώς προσληφθείσας στην, ως άνω, θέση, Ε. Ν., δεδομένου ότι αποδείχθηκε η επιστημονική εξειδίκευση αυτού στο γνωστικό αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης "γενετική βελτίωση' κτηνοτροφικών φυτών", αφού η διδακτορική του διατριβή είχε το γνωστικό αντικείμενο "διερεύνηση δυνατότητας αντικατάστασης υβριδίων καλαμποκιού με ελεύθερα επικονιαζόμενες σειρές", που είναι συναφές, εφόσον το καλαμπόκι χρησιμοποιείται ως κτηνοτροφικό φυτό, σε αντίθεση με τη διδακτορική διατριβή της Ε.

Ν. της οποίας το γνωστικό αντικείμενο "Η φυσιολογία της απορρόφησης και της κατανομής του αζώτου στο φασόλι", δεν είναι συναφές, αφού το φασόλι δεν αποτελεί κτηνοτροφικό φυτό, με αποτέλεσμα η απόφαση του Ε.Σ. που κατέταξε την Ε. Ν. στην τέταρτη θέση (πριν τον ενάγοντα) να είναι άδικη και καταχρηστική ως αντικείμενη στην καλή πίστη, αντιβαίνουσα σε σχετικό όρο της προκήρυξης, που δεν επέτρεπε στο Επιστημονικό Συμβούλιο τη διεύρυνση του κριτηρίου επιλογής σε σχέση με το γνωστικό αντικείμενο της υπό προκήρυξη θέσης με κωδ. 042.

Περαιτέρω, ό ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το υπό στοιχείο β' σκέλος αυτού είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν προσδιορίζονται ενάριθμα στην αίτηση αναίρεσης οι συγκεκριμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου περί των αρμοδιοτήτων, δυνατοτήτων και περιορισμών του Επιστημονικού Συμβουλίου που παραβιάσθηκαν και μάλιστα ο αριθμός του νόμου και τα άρθρα αυτού, επιπλέον δε, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, προέβη σε έλεγχο της απόφασης του Επιστημονικού Συμβουλίου για κατάχρηση δικαιώματος, κρίνοντας κατά τα προεκτεθέντα ότι είναι άδικη και καταχρηστική, ως αντικείμενη στην καλή πίστη και αντιβαίνει σε όρο της προκήρυξης.

Τέλος, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο το αναιρεσείον (όπως και η προσθέτως παρεμβαίνουσα) ισχυρίζεται ότι το φασόλι (που συνδέεται με τη διδακτορική διατριβή της Ε. Ν.) μπορεί να είναι και για κτηνοτροφική χρήση, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 176/2019).

Περαιτέρω, με το δεύτερο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς του ότι η διαδικασία έκδοσης απόφασης από το Επιστημονικό Συμβούλιο απαιτεί ειδική επιστημονική γνώση, ότι η ουσιαστική αξιολόγηση πρέπει να στηρίζεται όχι μόνο στα ποσοτικά, αλλά και στα αναφερόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επιστημονικής και ερευνητικής προσπάθειας των υποψηφίων, ότι το Επιστημονικό Συμβούλιο αξιολόγησε συνολικά το έργο των υποψηφίων και κατέληξε στην επίμαχη απόφαση με πλήρεις αιτιολογίες, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό έργο της Ε. Ν., καθώς και ότι η μεταπτυχιακή διατριβή του ενάγοντος αφορούσε το βαμβάκι, με το οποίο επέλεξε να δουλέψει στο έργο ΑγροΕΤΑΚ. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι, ως άνω, ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, ενώ, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκ των πραγμάτων απέρριψε αυτούς, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Με τον τρίτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχθεί, κατά τη σύγκριση του έργου του ενάγοντος με το έργο του συνυποψήφιου του Ι. Μ. (που κατατάχθηκε πρώτος για τη θέση με κωδικό 026, με γνωστικό αντικείμενο τη "γενετική βελτίωση σιτηρών") ότι ο ενάγων είχε ελλιπή στοιχεία και διδακτορική διατριβή μη συναφή με την προκηρυχθείσα θέση, ενώ κατά τη σύγκριση του έργου του ενάγοντος με το έργο της Ε.

Ν. για τη θέση με κωδικό 042, με γνωστικό αντικείμενο "γενετική βελτίωση κτηνοτροφικών φυτών" δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε επιστημονική εξειδίκευση στο γνωστικό αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, πέραν της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, και μάλιστα πλήρως και όχι αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τη συγκριτική αξιολόγηση του έργου του ενάγοντος και του Ι.

Μ., δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, αφού η επικαλούμενη αντίφαση υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών που στηρίζουν διαφορετικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα εκείνων που στηρίζουν τη διάταξη αυτής με την οποία απορρίφθηκε (με επικύρωση της σχετικής απορριπτικής διάταξης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ορθή) κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το κύριο αίτημά της, που αφορούσε την πρόσληψη του ενάγοντος στη θέση με κωδικό 026, στην οποία προσελήφθη ο Ι.

Μ. και εκείνων των αιτιολογιών, που στηρίζουν τη διάταξη, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν κατά το επικουρικό αίτημα αυτής, που αφορούσε την πρόσληψη του ενάγοντος στη θέση με κωδικό 042, στην οποία είχε προσληφθεί η Ε. Ν.. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται ποιες αντιφάσεις περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό αυτής, ώστε να ιδρύεται ο λόγος αυτός.

Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έκρινε με πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι η επίδικη απόφαση του Ε.Σ. του εναγομένου είναι άδικη και καταχρηστική, ως αντικείμενη στην καλή πίστη ως αντιβαίνουσα στους όρους της προκήρυξης.

Επομένως, ο συναφής πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυριζόμενο το αντίθετο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης, οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και η ασκηθείσα υπέρ του αναιρεσείοντος πρόσθετη παρέμβαση να απορριφθούν.

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 28-2-2020 και με αριθ. κατ. 701/69/3-3-2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 150/24-1-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τους από 12-11-2021 και με αριθ. κατ. 129/12-11-2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης και την από 15-11-2021 και με αριθ. κατ. 42/19-11-2021 πρόσθετη παρέμβαση.

-Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ