Legislator Case Law & Legislation
1456/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding insufficient reasoning for dismissal of counterclaim.

Case Number 1456/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Third Instance Court of Larissa's decision rejecting the company's claim for damages. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning for dismissing the counterclaim regarding the suspension of civil proceedings. The court held that such an appeal is inadmissible when the reasoning deficiency concerns a decision already rejected as legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11), 559(20), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible when the reasoning deficiency concerns a decision already rejected as legally unfounded.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning counterclaim dismissal procedural bar legal unfoundedness

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos 3/1997
Areios Pagos 294/2017
Areios Pagos 701/2011
Areios Pagos 1809/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1456 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1456/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ... , που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ., του Β. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Μπαμπουκλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/9/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/1/2020 αίτησή της και τους από 6-8-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 17/1/2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 6/8/2021 προσθέτους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 195/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά της υπ' αριθ. 131/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 4-9-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, για καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία (έκδοση ακάλυπτων επιταγών), δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ'ουσίαν.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ).

Παραδεκτό εξάλλου, είναι και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-9-2021, όπως προκύπτει από την 83/1-9-2021 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο την 3-9-2021 (βλ.

την υπ` αριθμ. 10574Γ'/3-9-2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας, Α. Α.), ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, σε κάθε περίπτωση όμως η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".

Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διάταξης υπαγορεύθηκε για το λόγο ότι δε θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της προς αποζημίωση αστικής απαίτησης ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη. Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει να αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη.

Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής δίωξης το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημίωσης ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξης και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξης πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.

Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαίτησης από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων, που εν προκειμένω ενδιαφέρει, ανέρχεται σε πέντε (5) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠοινΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαίτησης, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ.

Εξάλλου, για τη διακρίβωση αν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι ή όχι μακρότερη η ποινική παραγραφή σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δε συνυπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 ΠοινΚ μέγιστο διάστημα της αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίο ανέρχεται σε τρία (3) έτη για τα πλημμελήματα και πέντε (5) έτη για τα κακουργήματα.

Και αυτό για τους παρακάτω λόγους : η αναστολή της ποινικής παραγραφής προϋποθέτει έναρξη της κύριας διαδικασίας, η οποία εκ των προτέρων δεν είναι γνωστό πότε θα επέλθει και δε χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου. Εξάλλου, η ασφάλεια δικαίου ως έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου επιβάλλει να είναι από την αρχή προσδιορισμένη η διάρκεια της παραγραφής.

Την αρχή αυτή δεν ικανοποιεί η άποψη περί συνυπολογισμού στη βασική (in abstracto) πενταετή ποινική παραγραφή και της τριετίας της αναστολής. Πέραν τούτων ο συνυπολογισμός της τριετίας της ποινικής αναστολής προκαλεί και σύγχυση με τη διακοπή και την αναστολή της αστικής παραγραφής της απαίτησης αποζημίωσης, όπως οι θεσμοί αυτοί ρυθμίζονται στα άρθρα 255 επ.

και 260 επ. του ΑΚ. Τούτο γιατί θα προκληθεί το φαινόμενο στην αστική παραγραφή να εφαρμόζονται παράλληλα, τόσο η ποινική αναστολή όσο και η αναστολή-διακοπή της παραγραφής του ΑΚ. Τόσο όμως η ποινική όσο και η αστική παραγραφή αποτελούν σύστημα κανόνων δικαίου, στο οποίο οι πράξεις που επιφέρουν διακοπή ή αναστολή της παραγραφής κρίνονται αυτόνομα στο πλαίσιο καθενός από τα συστήματα αυτά.

Επομένως, ο νομοθέτης της παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ, αναφερόμενος στην μακρότερη ποινική παραγραφή, προδήλως αποβλέπει στην προβλεπόμενη βασική (in abstracto) ποινική παραγραφή, άνευ συνυπολογισμού σ` αυτήν και του διαστήματος της αναστολής του άρθρου 113 παρ. 3 ΠΚ (Ολ ΑΠ 21/2003, ΑΠ 1041/2017, ΑΠ 415/2015, ΑΠ 994/2010). Κατ' αναλογία δε των παραπάνω δεν συνυπολογίζεται ούτε το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ (ΑΠ 875/2015 {Ποιν}), αλλά ούτε και το διάστημα αναστολής της ποινικής δίωξης του πλημμελήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής που προβλέπεται από το άρθρο 106η §3β' Ν.3588/2007 (ΠτωχΚωδ), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.12α άρθρου 234 Ν.4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11-4-2012), σύμφωνα με το οποίο, κατά την καθιερούμενη από το άρθρο 99 παρ. 2 αυτού διαδικασία εξυγίανσης: "3.

Με την επικύρωση της συμφωνίας: (α) Αίρεται αυτοδικαίως η απαγόρευση ή το κώλυμα έκδοσης επιταγών που είχε επιβληθεί στον οφειλέτη πριν από την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης. (β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη των πλημμελημάτων της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α` 43), καθώς και της καθυστέρησης καταβολής οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία, εφόσον οι παραπάνω πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την υποβολή της αίτησης κατά το άρθρο 100.

Η αναστολή δεν υπόκειται στον χρονικό περιορισμό της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα και ισχύει για όσο χρονικό διάστημα προβλέπεται να διαρκέσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης και υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων".

Και αυτό γιατί η απόφαση που εκδίδεται περί επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, κατά τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, επιφέρει διακοπή της ποινικής μόνο παραγραφής, σε αντίθεση με την αστική παραγραφή, για την οποία όπως προαναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη δεν συνυπολογίζεται για την συμπλήρωσή της ούτε το χρονικό διάστημα των τριών ετών του άρθρου 113 παρ. 3 ΠΚ, κατ' αναλογία δε αυτού, ούτε και της αναστολής της ποινικής δίωξης κατ' άρθρο 106η §3β' Ν.3588/2007, αλλά απαιτείται για την διακοπή αυτής, διαδικαστική πράξη του δικαιούχου όπως εν προκειμένω άσκηση της αξίωσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Ούτε εξάλλου μπορεί να στοιχειοθετήσει η αναστολή της ποινικής δίκης κατά το άρθρο 106η §3β' Ν.3588/2007, λόγο αναστολής της παραγραφής της αστικής δίκης για ανωτέρα βία, διότι η ποινική αυτή αναστολή της διαδικασίας δεν ανάγεται σε γεγονός απρόβλεπτο και ακαταμάχητο, αφού είναι προβλεπτή λόγω της υποχρεωτικής εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης σε περίπτωση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης από το Δικαστήριο και είναι μαχητή η διακοπή της αστικής παραγραφής με αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, η οποία σε κάθε περίπτωση μπορεί να ασκηθεί ως διαδικαστική πράξη, ενώ εάν ασκηθεί παρά την πτώχευση, το δικαστήριο δεν θα την απορρίψει, αλλά εφαρμόζοντας το άρθρο 25 ΠτΚ θα κηρύξει απαράδεκτη, είτε τη συνέχιση της διαδικασίας, είτε τη συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων (ΑΠ 294/2017, ΑΠ 1746/2017, ΑΠ 521/2015), και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 25 ΠτΚ δεν συνεχίζονται οι ατομικές διώξεις κατά του τεθέντος στη διαδικασία της εξυγίανσης οφειλέτη και σε περίπτωση ανώνυμης εταιρίας, αυτής της ιδίας και όχι του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής ως προς τον οποίο δεν αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα.

Πλέον των ανωτέρω, οι ίδιοι ως άνω αναφερόμενοι δικαιολογητικοί λόγοι επιβάλλουν όπως, κατά τη διακρίβωση του αν η ποινική παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι μακρότερη της αστικής, να μην συνυπολογίζεται και το διάστημα αναστολής της ποινικής δίωξης του πλημμελήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, που προβλέπεται από το άρθρο 106η §3β' Ν. 3588/2007 (ΠτωχΚωδ), και για τους παρακάτω λόγους :

η καθιερούμενη από την ως άνω διάταξη αναστολή της ποινικής δίωξης (ισχύουσα για όσο χρονικό διάστημα προβλέπεται να διαρκέσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης και υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων), δεν είναι γνωστό πότε θα λήξει και δε χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου, ενώ η ασφάλεια δικαίου ως έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου επιβάλλει να είναι από την αρχή προσδιορισμένη η διάρκεια της παραγραφής.

Την αρχή αυτή δεν ικανοποιεί η άποψη περί συνυπολογισμού στην βασική (in abstracto) πενταετή ποινική παραγραφή και της τριετίας της αναστολής, πολύ δε περισσότερο και της καθιερούμενης από την παραπάνω διάταξη "αορίστου χρόνου" αναστολής της ποινικής δίωξης. Εξάλλου, τόσο ο συνυπολογισμός της τριετίας της ποινικής αναστολής, όσο και αυτός της "αορίστου χρόνου" αναστολής της ποινικής δίωξης προκαλούν όπως ήδη αναφέρθηκε και σύγχυση με τη διακοπή και την αναστολή της αστικής παραγραφής της απαίτησης, αποζημίωσης όπως οι θεσμοί αυτοί ρυθμίζονται στα άρθρα 255 επ.

και 260 επ. του ΑΚ, γιατί θα προκληθεί το φαινόμενο στην αστική παραγραφή να εφαρμόζονται παράλληλα, τόσο η ποινική αναστολή της παραγραφής και της δίωξης όσο και η αναστολή-διακοπή της παραγραφής του ΑΚ, πλην όμως τόσο η ποινική όσο και η αστική παραγραφή αποτελούν σύστημα κανόνων δικαίου, στο οποίο οι πράξεις που επιφέρουν διακοπή ή αναστολή της παραγραφής κρίνονται αυτόνομα στο πλαίσιο καθενός από τα συστήματα αυτά.

Επομένως, ο νομοθέτης της παρ. 2 του άρθρου 937 Α.Κ. αναφερόμενος στην μακρότερη ποινική παραγραφή, προδήλως αποβλέπει στην προβλεπόμενη βασική (in abstracto) ποινική παραγραφή, άνευ συνυπολογισμού σ` αυτήν και του διαστήματος της αναστολής, πολύ δε περισσότερο του διαστήματος της αναστολής της ποινικής δίωξης.

Τη μακρότερη παραγραφή της κολάσιμης πράξης και το χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, επικαλείται και αποδεικνύει με αντένσταση ο ενάγων έναντι της ένστασης της πενταετούς παραγραφής που προτείνεται από τον εναγόμενο (1041/2017, ΑΠ 415/2015).

ΙIΙ. Α'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009), στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Περαιτέρω κατά τοπ εδ.β'της ίδιας ως άνω παραγράφου του εν λόγω άρθρου του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 616/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018). Β'. Mε τα άρθρα 99 επ. του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), όπως αυτά ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το Ν. 4013/15-9-2011, προβλεπόταν διαδικασία συνδιαλλαγής οφειλέτη και δανειστών και επικύρωση της συμφωνίας από το πτωχευτικό Δικαστήριο, μετά την οποία αναστέλλονταν προσωρινά τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και αιρόταν αυτοδικαίως η απαγόρευση ή το κώλυμα έκδοσης επιταγών από τον οφειλέτη, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 180 και 181 του ως άνω Πτωχευτικού Κώδικα, από την έναρξη της ισχύος αυτού (16-9-2007), καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις των άρθρων 44 έως 46 γ του Ν. 1892/1990, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 182 παρ. 1 και 2 του ίδιου Πτωχευτικού Κώδικα, ο παρών Κώδικας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του και οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών.

Ακολούθως, μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4013/15-9-2011, με το άρθρο 12 αυτού, οι ανωτέρω διατάξεις του έκτου κεφαλαίου του Πτωχευτικού Κώδικα, που προέβλεπαν τη διαδικασία συνδιαλλαγής, αντικαταστάθηκαν με τα νέα άρθρα 99-106 αυτού, που αφορούν την ονομαζόμενη προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης. Ειδικότερα, με τα άρθρα 99 έως 106ι του ν. 3588/2007 (ΠτΚ), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 του ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α 204/15.9.2011), προβλέπεται η διαδικασία εξυγίανσης, η οποία αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με τη συμφωνία που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις, χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των δανειστών.

Στις διατάξεις των άρθρων αυτών προβλέπονται, μεταξύ άλλων, ο σκοπός της διαδικασίας εξυγίανσης και τα πρόσωπα που μπορούν να υπαχθούν σ` αυτή (άρθρο 99), το άνοιγμα της διαδικασίας με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη (άρθρα 100, 101), ο διορισμός μεσολαβητή προς διευκόλυνση της επίτευξης συμφωνίας εξυγίανσης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών του (άρθρο 102), η προθεσμία προς επίτευξη συμφωνίας και το περιεχόμενο της συμφωνίας (άρθρα 104, 106ε), η επικύρωσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση του οφειλέτη, οποιουδήποτε πιστωτή ή του μεσολαβητή (άρθρα 106στ, 106ζ και 99 παρ. 10) και τα αποτελέσματα της επικύρωσης (άρθρα 106η) (ΑΠ 157/2021, ΑΠ 1407/2019).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 99 αυτού που επιγράφεται "Διαδικασία εξυγίανσης" : "1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1, το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του κατά τρόπο γενικό, δύναται να αιτείται την επικύρωση της συνυποβαλλόμενης συμφωνίας εξυγίανσης που προβλέπεται στο άρθρο 100", κατά το άρθρο 2.- "1.

Πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό", ενώ κατά τη διάταξη 25 αυτού "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.

Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ` αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".

Κατ' ακολουθία αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η κήρυξη της πτώχευσης αλλά και η ένταξη του οφειλέτη στη διαδικασία συνδιαλλαγής, συνεπάγονται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κηρύσσεται απαράδεκτη.

Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής η αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του πτωχού ή του ...

στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφειλέτη ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται. Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών επί εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Γίνεται όμως δεκτό ότι η κατά τα άνω αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών κατά του πτωχεύσαντος ή του τεθέντος στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφειλέτη δεν εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ούτε την άσκηση διαπλαστικών δικαιωμάτων (καταγγελία, υπαναχώρηση επίσχεση) ούτε τέλος τη διεξαγωγή δικών επί υποθέσεων εκδικαζομένων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΠ 822/2015).

Συνεπεία των παραπάνω το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη, είτε τη συνέχιση της διαδικασίας, είτε τη συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων (ΑΠ 294/2017, ΑΠ 1746/2017, ΑΠ 521/2015, ΑΠ 963/2012, ΑΠ 1040/2009), ενώ επισημαίνεται, ότι στην περίπτωση πτώχευσης ή υπαγωγής του οφειλέτη στη διαδικασία εξυγίανσης, η κατ' άρθρο 25 ΠτωχΚ, αναστολή των ατομικών διώξεων, δεν συνεπάγεται και την αναστολή της παραγραφής ή της αποσβεστικής προθεσμίας.

Γ'. Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 1221/2017). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 125/2017, ΑΠ 763/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι: α) η αστική παραγραφή της αδικοπρακτικής αξίωσης από την επιταγή δεν διακόπτεται από την αναστολή της ποινικής δίωξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, που λαμβάνει χώρα με την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης (άρθρο 106η §3β Ν. 3588/2007-ΠτωχΚωδ.-όπως αντικ με την παρ.12α,γ άρθρου 234 Ν.4072/2012) και επομένως για την αστική παραγραφή δεν συνυπολογίζεται η αναστολή του παραπάνω άρθρου, όπως δεν συνυπολογίζεται ούτε το χρονικό διάστημα της ποινικής αναστολής των τριών ετών του άρθρου 113 παρ. 3 ΠΚ, αλλά για τη διακοπή της παραγραφής απαιτείται άσκηση της αξίωσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, και β) η κατά το άρθρο 106η §3β Ν. 3588/2007 αναστολή της ποινικής διαδικασίας ...

αφορά μόνο σε συμφωνίες εξυγίανσης που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης που κινήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4013/2011 σε συνδ. με το άρθρο 234 του ν. 4072/2014 και όχι και αυτές που κινήθηκαν με βάση τις προϊσχύσασες συμφωνίες συνδιαλλαγής ή του άρθρου 44 του ν. 1892/1990. Κατ' ακολουθία δε των ανωτέρω, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την καθ' υποφορά διατυπωθείσα στην ένδικη αγωγή αντένσταση της ενάγουσας περί αναστολής της παραγραφής της αστικής αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, λόγω αναστολής της ποινικής δίκης κατ' άρθρο 106η §3β Ν. 3588/2007, για τους κάτωθι λόγους, όπως επί λέξει αναφέρει ":

α) όπως αναφέρθηκε στην με αριθμό ... σκέψη, η αναστολή της ποινικής διαδικασίας του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, κατ' άρθρο 106η του ν. 3588/2007, όπως ίσχυε ...δεν επιφέρει τη διακοπή ή αναστολή της αντίστοιχης αστικής αξίωσης της ενάγουσας και β) η κατά το προηγούμενο άρθρο αναστολή της ποινικής διαδικασίας, ...

αφορά μόνο τις συμφωνίες εξυγίανσης που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης που κινήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4013/2011 σε συνδ. με το άρθρο 234 του ν. 4072/2014 και όχι και αυτές που κινήθηκαν με βάση τις προϊσχύσασες συμφωνίες συνδιαλλαγής ή του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, στην προκειμένη δε περίπτωση, η εκπροσωπούμενη από τον εναγόμενο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... , ...

υπήχθη στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 και 103 παρ. 3 του ν. 3588/2007 και όχι σ' αυτήν του άρθρου 106η του ιδίου νόμου". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την αντένσταση του ενάγοντος περί αναστολής της παραγραφής δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και ακολούθως απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος καθώς και την έφεση στο σύνολό της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 106η παρ. 3β' του ν. 3588/2007 (σε συνδυασμό με το άρθρο 937 ΑΚ), περί παραγραφής των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία που συνιστούν ταυτόχρονα και κολάσιμη πράξη, και συγκεκριμένα ως προς το μη συνυπολογισμό της καθιερούμενης από τη διάταξη αυτή αναστολής της ποινικής δίωξης του πλημμελήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, στην αστική παραγραφή της αδικοπραξίας.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, καθώς και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους και κατά τα σχετικά σκέλη αυτών), από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 106η παρ. 3 β' του ν. 3588/2007, που προβλέπουν, σε περίπτωση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, την αναστολή της ποινικής δίωξης μεταξύ άλλων και του πλημμελήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για όσο χρόνο προβλέπεται να διαρκέσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη και υπό τον όρο εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων, και εντεύθεν αναστολή και της αστικής παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, καθότι δέχθηκε ότι η αναστολή της ποινικής διαδικασίας του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, κατ' άρθρο 106η του ν. 3588/2007, δεν επιφέρει τη διακοπή ή αναστολή της αντίστοιχης αστικής αξίωσης της ενάγουσας, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων, που επιβάλλουν την αναστολή και της παραγραφής της αξίωσης από αδικοπραξία, κρίνονται αβάσιμα καθώς και οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, διότι στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη η απόφαση που εκδίδεται περί επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, κατά τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, επιφέρει διακοπή της ποινικής μόνο παραγραφής, σε αντίθεση με την αστική παραγραφή, για την οποία όπως προαναφέρθηκε δεν συνυπολογίζεται για την συμπλήρωσή της ούτε το χρονικό διάστημα των τριών ετών του άρθρου 113 παρ. 3 ΠΚ, κατ' αναλογία δε αυτού, ούτε και της αναστολής της ποινικής δίωξης κατ' άρθρο 106η §3β' Ν.3588/2007, αλλά απαιτείται για την διακοπή αυτής, διαδικαστική πράξη του δικαιούχου, ήτοι άσκηση της αξίωσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Επιπλέον, η αναιρεσείουσα με τους ίδιους ως άνω λόγους αναίρεσης κατά τα σχετικά σκέλη αυτών, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1β` του άρθρου 559 KΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αναφορικά με την ερμηνεία των διατάξεων περί αναστολής της αστικής αξίωσης σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 106η παρ. 3 β' του ν. 3588/2007, δεδομένου ότι δέχθηκε ότι υπήρχε δυνατότητα άσκησης αγωγής αδικοπραξίας κατά του εναγομένου παρά την εκ του νόμου προβλεπόμενη και επιβαλλόμενη αναστολή της ποινικής διαδικασίας, ενώ αν δεχόταν το αντίθετο, θα έκανε δεκτή την προβληθείσα από αυτήν αντένσταση αναστολής της παραγραφής και θα έκανε δεκτή την αγωγή της.

Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης (κύριος και πρόσθετος) κατά τα σχετικά σκέλη τους, είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ούτε σε τι συνίσταται η παραβίασή τους. Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η αναστολή της ποινικής δίκης κατά το άρθρο 106η §3β' Ν.3588/2007, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει λόγο αναστολής της παραγραφής της αστικής δίκης για ανωτέρα βία, διότι η ποινική αυτή αναστολή της διαδικασίας δεν ανάγεται σε γεγονός απρόβλεπτο και ακαταμάχητο, αφού είναι προβλεπτή λόγω της υποχρεωτικής εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης σε περίπτωση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης από το Δικαστήριο και είναι μαχητή η διακοπή της αστικής παραγραφής με αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, η οποία σε κάθε περίπτωση μπορεί να ασκηθεί ως διαδικαστική πράξη, ενώ εάν ασκηθεί παρά την πτώχευση, το δικαστήριο δεν θα την απορρίψει, αλλά εφαρμόζοντας το άρθρο 25 ΠτΚ θα κηρύξει απαράδεκτη, είτε τη συνέχιση της διαδικασίας, είτε τη συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων.

Τούτο δε πέραν του ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης και πρόσθετος λόγος στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού στην κατά το άρθρο 99 ΠτωχΚ διαδικασία εξυγίανσης και εντεύθεν και στην κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικα αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους, υπάγονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, ήτοι οι έμποροι, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, όπως είναι και η ανώνυμη εταιρία (άρθρο 1 ν. 2190/1920) που χαρακτηρίζεται έμπορος κατευθείαν από το νόμο με βάση το "τυπικό" σύστημα εμπορικότητας και όχι ο Πρόεδρος ή ο Διευθύνων Σύμβουλος ανώνυμης εταιρίας, όπως είναι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος, ως προς τον οποίο δεν αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα και κατά του οποίου, σε κάθε περίπτωση, μπορούσε να ασκηθεί η σχετική αγωγή.

Περαιτέρω, με τους ίδιους ως άνω λόγους, κατά τα σχετικά σκέλη αυτών, με τα οποία αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες από το άρθρο 559 αρ.1 πλημμέλειες, πλήττεται η επάλληλη σκέψη του Εφετείου σχετικά με την απόρριψη της καθ' υποφοράν διατυπωθείσας στην ένδικη αγωγή αντένστασης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας περί αναστολής της παραγραφής της αστικής αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, λόγω αναστολής της ποινικής δίκης κατ' άρθρο 106η §3β Ν. 3588/2007, σύμφωνα με την οποία, η κατά το άρθρο 106η §3β Ν. 3588/2007 αναστολή της ποινικής διαδικασίας ...

αφορά μόνο σε συμφωνίες εξυγίανσης που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης που κινήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4013/2011 σε συνδ. με το άρθρο 234 του ν. 4072/2014 και όχι και αυτές που κινήθηκαν με βάση τις προϊσχύσασες συμφωνίες συνδιαλλαγής ή του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, στην προκειμένη δε περίπτωση, η εκπροσωπούμενη από τον εναγόμενο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... , ...

υπήχθη στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 και 103 παρ. 3 του ν. 3588/2007 και όχι σ' αυτήν του άρθρου 106η του ιδίου νόμου και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται επ' αυτής η ως άνω αναστολή. Οι λόγοι αυτοί, κατά τα ανωτέρω σκέλη τους, είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, αφού η προαναφερόμενη κύρια αιτιολογία, βάσει της οποίας κρίθηκε απορριπτέα η ανωτέρω αντένσταση και η οποία δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς αναιρετικά, μετά την απόρριψη του σχετικού σκέλους των παραπάνω λόγων, επιστηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1207/2017).

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1150/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο κύριο και δεύτερο συμπληρωματικό αυτού πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β` KΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: α) τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα καθ' υποφορά με την αγωγή ισχυρισμό του ότι με την υποβολή της αίτησης εξυγίανσης, επήλθε αναστολή του χρόνου παραγραφής της αστικής αξίωσης και β) την υπ' αριθμ. 24/2013 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με βάση την οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 106η παρ. 3 του ν. 3588/2007, περί αναστολής της παραγραφής, την οποία εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφάρμοσε.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, κατά το υπό στοιχ. α' σκέλος αυτών, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, έλαβε υπόψη την προβληθείσα καθ' υποφορά με την αγωγή αντένσταση αναστολής της αστικής παραγραφής του αναιρεσείοντος και την απέρριψε ρητά ως νόμω αβάσιμη, με τις παραδοχές ότι η αστική παραγραφή της αδικοπρακτικής αξίωσης από την επιταγή δεν διακόπτεται από την αναστολή της ποινικής δίωξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, που λαμβάνει χώρα με την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης (άρθρο 106η §3β Ν. 3588/2007-ΠτωχΚωδ.-όπως αντικ με την παρ.12α,γ άρθρου 234 Ν. 4072/2012) και επομένως για την αστική παραγραφή δεν συνυπολογίζεται η αναστολή του παραπάνω άρθρου, όπως δεν συνυπολογίζεται ούτε το χρονικό διάστημα της ποινικής αναστολής των τριών ετών του άρθρου 113 παρ. 3 ΠΚ, αλλά για τη διακοπή της παραγραφής απαιτείται άσκηση της αξίωσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Αναφορικά δε με την υπό στοιχ. β' αιτίαση περί μη λήψης υπόψη της υπ' αριθμ. 24/2013 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πρωτίστως, διότι η ως άνω απόφαση που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, δεν συνιστά "πράγμα" με την έννοια του όρου που προεκτέθηκε, ώστε από τη μη λήψη της υπόψη να στοιχειοθετείτε παραβίαση από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

V. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του KΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή (ένσταση ή αντένσταση) ως μη νόμιμη.

Τα ίδια ως άνω ισχύουν και στην περίπτωση παράβασης του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή (ένσταση ή αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 294/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 1809/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της από την προσβαλλόμενη απόφαση απόρριψης - ως μη νόμιμης (νομικά αβάσιμης) της καθ' υποφορά προβληθείσας με την αγωγή αντένστασης περί αναστολής της παραγραφής της αστικής αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, λόγω αναστολής της ποινικής δίκης κατ' άρθρο 106η §3β Ν. 3588/2007, απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, κρίνονται :

α) ο τρίτος και τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται (από την αναιρεσείουσα) η από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιόν του και επικληθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, β) ο τέταρτος και πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται (από την αναιρεσείουσα) η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο, επικουρικά παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 24/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, Και, γ) ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται (από την αναιρεσείουσα) η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκλησή της εκ πλαγίου παράβασης των διατάξεων του άρθρο 106η §3β Ν. 3588/2007, αφού ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, διαλαμβάνουσα κατάρτιση ελάσσονας πρότασης αναφερόμενης στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως ελλείπει στην ένδικη υπόθεση κατά την οποία η προβληθείσα αντένσταση περί αναστολής της αστικής αξίωσης απορρίφθηκε, κατά τ'ανωτέρω, ως νομικά αβάσιμη.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-1-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 6-8-2021 πρόσθετους λόγους της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ... , για αναίρεση της υπ' αριθ. 195/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ... , στις 20 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ... , στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ