Legislator Case Law & Legislation
1456/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on interest calculation and partial claim acceptance.

Case Number 1456/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court erred in calculating interest and accepted part of the claim, but the court found these arguments baseless. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible and baseless when the alleged error does not affect the outcome or when the lower court's decision to partially accept a claim and calculate interest according to the request is legally sound.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility interest calculation partial claim acceptance legal costs award forfeiture of appeal bond legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3, section delta of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 180 paragraph 1, 182, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 15/2006
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 233/2020
Supreme Court 608/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1456 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1456/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μιχαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοζανίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1612/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 567/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/10/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 31-10-2019 (......-11-2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 567/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ο οποίος στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 233/2020, Α.Π. 608/2013). Το σφάλμα, δηλαδή, που ιδρύει το λόγο αυτό, εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση του τελικού νομικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή η αντιφατική ή η ενδοιαστική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή που έκανε το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η έλλειψη ή η αντιφατικότητα αφορά σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 18/2008).

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 291/2018).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 38/2020). Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαια αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο διαλαμβάνει τα εξής: "Η ενάγουσα είναι εταιρεία με αντικείμενο εργασιών τις επισκευές-μετασκευές πλοίων.

Η εναγομένη είναι κυρία του υπό κυπριακή σημαία πλοίου με την ονομασία "..."... Μετά από προφορική συμφωνία μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων, που έλαβε χώρα στις 18-3-2015, η ενάγουσα ανέλαβε και εκτέλεσε εργασίες επισκευής-μετασκευής του καταπέλτη επιβατών και του καταπέλτη οχημάτων του ανωτέρω πλοίου και των υποδομών αυτών, έργο που παραδόθηκε στην εναγομένη στις 25-5-2015.

Η ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων αποτυπώθηκε στην έγγραφη, από 20-03-2015, 'προσφορά-επικύρωση συμφωνίας' της ενάγουσας, κατά την οποία, το επίδικο έργο στο ανωτέρω πλοίο αφορούσε '1. Κατασκευή νέου καταπέλτη οχημάτων. 2 Κατασκευή νέου καταπέλτη επιβατών. 3. Υποδομή επί του πλοίου για στήριξη καταπελτών'. Σύμφωνα με αυτή (έγγραφη προσφορά), α) η προμήθεια των υλικών ήταν υποχρέωση της εργοδότριας και β) το κόστος του έργου προσδιορίστηκε στο ποσό των 12,50 ευρώ ανά κιλό αλουμινίου, τιμή, στην οποία, κατά ρητή πρόβλεψη, συμπεριλαμβανόταν στο κόστος για τα ακόλουθα: 'προμήθεια ..., γερανοί, μεταφορές, εργαλεία κόλλησης, εργαλεία συγκόλλησης, ημερομίσθια εργαζομένων και ταμείων αυτών'.

Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι το εργολαβικό κέρδος θα ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του κόστους του έργου... Η εκκαλούσα-εναγομένη δεν αμφισβητεί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, όμως, αμφισβητεί την ποσότητα του χρησιμοποιηθέντος αλουμινίου... Αμφισβητεί επίσης το ύψος της αμοιβής των απασχοληθέντων εργατών και τον αριθμό αυτών...

Για την αγορά των ανωτέρω υλικών κατέβαλε η ενάγουσα συνολικό ποσό 20.698,68 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ..., ποσό το οποίο η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για την αγορά των απαιτηθέντων υλικών, δεδομένου ότι δεν τήρησε (η εναγομένη) την υποχρέωσή της να προμηθευτεί η ίδια τις απαιτούμενες για το έργο ποσότητες αλουμινίου, δεκτού γενομένου εν μέρει του ποσού των 49.500 ευρώ που η ενάγουσα χρέωσε για την ανωτέρω αιτία (προμήθεια υλικών) στο ένδικο, με αριθμό ....12.2015 τιμολόγιο...

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το κόστος του εκτελεσθέντος από την ενάγουσα ένδικου αποδεικνύεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 48.090,62 (3.847,25 κιλά αλουμινίου Χ 12,50 ευρώ το κιλό)... Από το παραπάνω συνολικό ποσό των 68.789,30 (20.698,68+48.090,62) ευρώ που έπρεπε να πληρωθεί η ενάγουσα από το ένδικο τιμολόγιο, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα, όπως η τελευταία αναφέρει στην αγωγή της, ποσό 22.000 ευρώ και απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο, ποσού 46.789,30 ευρώ...

Από την όλη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με τις μετασκευές-επισκευές των ανωτέρω πλοίων δημιουργήθηκε μεγάλη αντιδικία, με επανειλημμένη αποστολή εκατέρωθεν εξωδίκων δηλώσεων και κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους της εργολήπτριας καθώς και έκδοση προσωρινών διαταγών για απαγόρευση απόπλου άλλων πλοίων της κοινοπραξίας αλλά και του ένδικου....

Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της, περί εικονικότητας του ανωτέρω τιμολογίου, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, αυτό δεν αποτυπώνει τις πραγματικές χρεώσεις ούτε σε υλικά αλουμινίου ούτε σε εκτελεσθείσες εργασίες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος που αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες εργασίες επισκευής-μετασκευής, με την αγορά και χρήση των απαιτούμενων υλικών, εκτελέστηκαν, ενώ, κατά το υπόλοιπο ποσό του τιμολογίου παρέλκει η εξέταση του ισχυρισμού αυτού λόγω της απορρίψεως της αγωγής ως προς το υπόλοιπο ποσό, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του τελικού δικανικού της συλλογισμού, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς τον λόγο αυτής περί εσφαλμένης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησης των αποδείξεων και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη και, εντεύθεν, υποχρέωσε την εναγομένη-αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα το ανωτέρω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο διατύπωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πλήρεις, αναλυτικές και σαφείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις, το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το έργο, που εκτέλεσε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, την αντίστοιχη αμοιβή της και το οφειλόμενο από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ποσό, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 371-373, 681, 682, 650 και 694 του Α.Κ.

και τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 του Κ.Πολ.Δ. Ως εκ τούτου, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου καθώς και στον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμες και, εντεύθεν, πρέπει ν' απορριφθούν οι λόγοι αυτοί. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει αντιφάσεις της προσβαλλομένης, τις οποίες εντοπίζει μεταξύ αφενός μεν της μείζονος σκέψης αυτής, που αφορά στο ορισμένο της αγωγής καθώς και της κρίσης της περί του ορισμένου αυτής, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και, εντεύθεν, τον τρίτο λόγο της έφεσής της, αφετέρου δε του διατακτικού της προσβάλλομενης απόφασης.

Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν απαράδεκτες, καθόσον οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφάσεις δεν εντοπίζονται στην ελάσσονα πρόταση αυτής του τελικού δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, στην περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019).

Αρκεί, λοιπόν, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, παρέλειψε να αναφέρει κάποιο είδος αποδεικτικού μέσου ή αν, παρά τη γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις αιτιολογίες της, δημιουργείται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο (Ολ.Α.Π 14/2005), εφόσον αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 964/2020, Α.Π. 1203/2013, Α.Π. 847/2011, Α.Π. 1130/2010, Α.Π. 131/2005), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται στην απόφαση (Α.Π. 970/2017, Α.Π. 1700/2011, Α.Π. 507/2010).

Κύρωση της παραβίασης της αρχής του άρθρου 106 του Α.Κ. αποτελεί ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος (Α.Π. 218/2020). Από τον αριθμό 9β' του άρθρου αυτού ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, δηλαδή, υπερέβη το αίτημα ποιοτικά ή ποσοτικά, όπως, αν το εφετείο, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη και χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος, επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό από αυτό που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 1033/2018).

Την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, όμως, νομιμοποιείται να προτείνει ο διάδικος, που υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ή την αίτηση και όχι ο αντίδικός του, ο οποίος στερείται εννόμου προς τούτο συμφέροντος (Α.Π. 582/2018, Α.Π. 20/2015, Α.Π. 1297/2014, Α.Π. 2266/2013, Α.Π. 1061/2006, Α.Π. 343/2005, Α.Π. 523/1993, Α.Π. 881/1988). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 536 του Κ.Πολ.Δ., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ` ουσίαν. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος, αόριστος, μη νόμιμος ή αλυσιτελής και, επομένως, επουσιώδης, αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 73/2020, Α.Π. 258/2018, Α.Π. 29/2012, Α.Π. 1862/2008), καθώς και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 989/2018), ακόμη και αν η απόρριψη έγινε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1030/2017).

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης και δη το πρώτο σκέλος τούτου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το ως άνω Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, πράγματι, όλα τα υπ' αυτής παραδεκτώς επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Συγκεκριμένα, για τη θεμελίωση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο αρκέστηκε, εκτός από την παράθεση των ένορκων βεβαιώσεων, στην αόριστη και γενική βεβαίωση ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα διάδικα μέρη, ενώ στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης παρατίθενται μόνο μερικά εξ αυτών, με συνέπεια να μην καθίσταται δυνατός ο έλεγχος αν έλαβε υπόψη μη νόμιμα ή απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, ποία αποδεικτική δύναμη προσέδωσε σε καθένα εξ αυτών, ποία έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν προς άμεση και ποία προς έμμεση απόδειξη, ποία αναφέρονται σε γεγονότα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ποίο μέτρο αξιοπιστίας προσέδωσε σε κάθε μάρτυρα, ποία διδάγματα της κοινής πείρας έλαβε υπόψη του και ως προς ποίο κανόνα δικαίου, αν έλαβε υπόψη πράγματι όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που αυτή (αναιρεσείουσα) νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, όπως ενδεικτικά την από 18-4-2016 εξώδικη δήλωσή της και το ...12-2015 τιμολόγιο.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες. Και τούτο διότι, από τη γενική παράθεση στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για τη διαμόρφωση της δικανικής της κρίσης, αλλά και το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτώς τα διάδικα μέση, τα οποία αξιολόγησε και συνεκτίμησε, ενώ, μνημόνευσε ειδικώς μερικά εξ αυτών, όπως, ενδεικτικά το ως άνω τιμολόγιο, χωρίς εξ αυτού να συνάγεται ότι δεν έλαβε υπόψη και τα λοιπά, ενώ δεν απαιτείται η ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα.

Συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τούτου, ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δη το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί οχλήσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για την καταβολή του υπ' αυτής αιτούμενου ποσού, με συνέπεια να της επιδικαστεί το ποσό των 46.789,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι από της οχλήσεως της εναγομένης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 14-12-2016 (10460/5316/16-12-2016) αγωγής, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα επικαλείται ότι "Επειδή η εναγομένη, ως πλοιοκτήτρια του εν λόγω πλοίου, επ' ονόματι της οποίας εξεδόθησαν τα εν λόγω τιμολόγια, είναι υπόχρεη προς πληρωμή του υπολοίπου τιμήματος του οφειλόμενου τιμολογίου που παρατίθεται στην παρούσα μας.

Επειδή το ανωτέρω ανεξόφλητο τιμολόγιο υπ' αριθμ. ...12-2015 αν και έπρεπε να πληρωθεί από της ημερομηνίας εκδόσεώς του, δεν εξοφλήθηκε, παρά τις προφορικές και γραπτές οχλήσεις μας, από την υπόχρεη προς πληρωμήν πλοιοκτήτρια-εναγομένη, καθιστώντας την οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Επειδή η εναγομένη οφείλει δια το υπόλοιπο του πιο πάνω ανεξόφλητου τιμολογίου ποσό ευρώ 133.719,24 και αυτό νομιμότοκα από την επομένη της εκδόσεως τούτου...

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ... ΖΗΤΟΥΜΕ... να υποχρεωθεί η εναγομένη για την παραπάνω αιτία να μας καταβάλει το ποσό των 133.719,24 ευρώ νομιμοτόκως από ημερομηνίας εκδόσεως του ανωτέρω ανεξόφλητου τιμολογίου, άλλως από της επιδόσεως της παρούσας μέχρις εντελούς εξοφλήσεως...". Από το σαφές περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου συνάγεται ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλείται μεν, διηγηματικώς, τα περί οχλήσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για την καταβολή του ποσού των 133.719,24 ευρώ, ως και περί ασκήσεως αιτήσεως συντηρητικής κατασχέσεως του πλοίου αυτής για την εξασφάλιση της απαιτήσεώς της, πλην όμως, όπως σαφώς προκύπτει τόσον από το ιστορικό όσον και από το αιτητικό τούτου (αγωγικού δικογράφου), αυτή ζητούσε την επιδίκαση του ως άνω ποσού, νομιμοτόκως, όχι από της οχλήσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αλλά από την επομένη της εκδόσεως του επίμαχου τιμολογίου, άλλως, από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσία την αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και δικάζοντας κατ' ουσία την αγωγή, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και επιδίκασε το ποσό των 46.789,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, κατά παραδοχή του επικουρικού, ως προς τον υπολογισμό των τόκων υπερημερίας, αιτήματος της αγωγής, απορρίπτοντας σιγή το κύριο αίτημα περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας από την επομένη της εκδόσεως του επίμαχου τιμολογίου (γεγονός, το οποίο, άλλωστε, δεν συνιστά όχληση), έλαβε υπόψη το αίτημα της αγωγής, όπως ανωτέρω παρατίθεται στο δικόγραφο αυτής.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις αυτής τυγχάνουν αβάσιμες και, συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 9β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε περισσότερα από όσα ζήτησε η αναιρεσίβλητη, για το λόγο ότι το Εφετείο, παρότι δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεσή της, με την οποία, εκτός των άλλων, αρνείτο την αγωγική αξίωση και ζητούσε την απόρριψη της αγωγής, εν τέλει, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή της (αναιρεσείουσας), επιδικάζοντας σ' αυτήν το ανωτέρω ποσό.

Με αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος αυτός, ως προς ανωτέρω σκέλος τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού η υπ' αυτής επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλομένης αφορά στην αναιρεσίβλητη στην οποία επιδίκασε μικρότερο του πρωτοδίκως επιδικασθέντος σ'αυτή ποσού.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρεται, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, ως προς τον λόγο αυτής, με τον οποίο ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, λόγω πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων και, εντεύθεν, την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας το ανωτέρω ποσό, μικρότερο του πρωτοδίκως επιδικασθέντος, έχοντας τη δυνατότητα ακόμη και να χειροτερεύσει τη θέση της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης), ως προς τα κεφάλαια που εξεκλήθησαν.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-10-2019 (......-11-2019) αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 567/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ